Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Μετάβαση στο περιεχόμενο

Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

Ανεξάρτητος Εθνικός Οργανισμός Δικαιωμάτων του Παιδιού - Κύπρος




Περιεκτική Περίληψη

1. Η παρούσα Έκθεση συντάχθηκε στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων που μου παρέχονται από τους περί Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Νόμους του 2007 και 2014 [Ν.74(Ι)/2007 και Ν.44(Ι)/2014] και ιδιαίτερα τα άρθρα 4(1)(ε), 4(1)(θ), 4(2)(δ) και 4(2)(ι).

2. Η Έκθεση πραγματεύεται τη μη παροχή του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος (Ε.Ε.Ε.) σε παιδιά με αναπηρία, στις περιπτώσεις όπου η αναπηρία τους πιστοποιείται από την αρμόδια Αρχή ως ήπια ή μέτρια. Εντοπίζει πρακτικές και διαδικασίες που ακολουθούνται από τις αρμόδιες Αρχές, οι οποίες δεν συνάδουν με τις αρχές που διέπουν τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού (στο εξής η «Σύμβαση») και τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (στο εξής «Σύμβαση για ΑμεΑ»). Στόχος της είναι η διασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού σε κάθε απόφαση που λαμβάνεται και αφορά την παροχή επιδομάτων κοινωνικής πρόνοιας.

3. Είναι σημαντικό να τονιστεί εκ προοιμίου ότι, η υιοθέτηση του Ε.Ε.Ε. συνιστά ένα εξαιρετικά θετικό μέτρο που η Κυπριακή Δημοκρατία έχει εισαγάγει με σκοπό την απάμβλυνση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι ευάλωτες ομάδες πληθυσμού, αλλά και την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Έχουν επιτευχθεί θετικές αλλαγές σε πολλαπλά επίπεδα, όσον αφορά στο σύστημα κοινωνικών παροχών, όπως, για παράδειγμα, η δημιουργία και λειτουργία της Υπηρεσίας Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας (ΥΔΕΠ) και του Τμήματος Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες (ΤΚΕΑΑ) με επιπρόσθετα Κέντρα Αξιολόγησης, αλλαγές τις οποίες αναγνωρίζω και επικροτώ. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο, ότι υπάρχουν θετικές κριτικές για συγκεκριμένες πτυχές του συστήματος παροχής του Ε.Ε.Ε. με βάση τα επίπεδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίες, όμως, αναφέρουν ότι, παρόλο που τα κριτήρια βασίζονται στις αρχές των δικαιωμάτων, περιέχουν κάποιες διακρίσεις, ενώ ο ρόλος τους στην προστασία των ατόμων κατά της φτώχειας αναλύεται ως μέτριος. Οι εισηγήσεις που γίνονται στην παρούσα Έκθεση έχουν ως στόχο την περαιτέρω βελτίωση του συστήματος, ώστε αυτό να εδράζεται στις αρχές των δικαιωμάτων του παιδιού και να οδηγεί σε μια κοινωνία ευημερούσα.

4. Το τελευταίο διάστημα έχω λάβει σωρεία παραπόνων από οικογένειες παιδιών με αναπηρία, οι οποίες αιτούνται την παροχή Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος (Ε.Ε.Ε.) εκ μέρους του παιδιού τους με αναπηρία. Στις συγκεκριμένες περιπτώσεις οι αιτήσεις απορρίφθηκαν, δεδομένου ότι η αναπηρία των παιδιών πιστοποιήθηκε από το ΤΚΕΑΑ ως ήπια ή μέτρια, με αποτέλεσμα τα παιδιά να μην καθίστανται δικαιούχοι, παρόλο που αξιολογήθηκαν ως άτομα με μόνιμη αναπηρία. Με βάση τον ορισμό του ατόμου με αναπηρία, όπως αυτός καθορίζεται στις πρόνοιες του περί Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών Νόμου του 2014 [109(Ι)/2014], όπως τροποποιήθηκε, δικαιούχοι καθίστανται μόνο τα άτομα με σοβαρή ή ολική αναπηρία και τα άτομα με μέτρια νοητική αναπηρία.

5. Οι πλείστες των περιπτώσεων των παιδιών με αναπηρία που αναφέρονται στην Έκθεση ήταν από πολύ νεαρή ηλικία λήπτες του δημόσιου βοηθήματος. Όσον αφορά στη διαδικασία αξιολόγησης, η οποία ακολουθείται στη βάση της νομοθεσίας για το Ε.Ε.Ε., οι οικογένειες των παιδιών με αναπηρία είχαν προσκομίσει σωρεία ιατρικών εγγράφων και βεβαιώσεων προς την αρμόδια Αρχή, τα οποία καταδείκνυαν την ανάγκη για παροχή θεραπειών προς τα παιδιά, η οποία θα συνέβαλλε θετικά στην ανάπτυξή τους. Παράλληλα, οι γονείς όλων των παιδιών ανέφεραν ότι δεν ήταν γνώστες των ειδικοτήτων των ατόμων που προέβησαν στην αξιολόγηση του παιδιού τους, ούτε και αυτές τους γνωστοποιήθηκαν με την Έκθεση που στάλθηκε σχετικά με το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Οι ισχυρισμοί των γονέων, επίσης, κάνουν αναφορά σε μια ολιγόλεπτη εξέταση, η οποία δεν ήταν δυνατό να καταστήσει αντιληπτό το βαθμό λειτουργικότητας των παιδιών, αλλά ούτε και την εξέλιξη της ανάπτυξης ή/και λειτουργικότητας των παιδιών.

6. Στην Έκθεση παρατίθεται το νομικό πλαίσιο, με ανάλυση της Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού (Σύμβαση) και της Νομολογίας της, της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (Σύμβαση για ΑμεΑ), της εθνικής νομοθεσίας και συγκεκριμένα, του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, του Περί Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών Νόμου του 2014 [109(Ι)/2014], όπως τροποποιήθηκε, του περί Ατόμων με Αναπηρίες Νόμου [127(Ι)/2000], όπως τροποποιήθηκε, και του περί Ιατρικών Ιδρυμάτων και Υπηρεσιών (Ρύθμισις και Τέλη) Νόμου του 1978 (40/1978), όπως τροποποιήθηκε.

7. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης του θέματος, παρατίθεται και εκτενής βιβλιογραφική ανασκόπηση στους στόχους της αειφόρου ανάπτυξης, στα εγχειρίδια στα οποία γινόταν αναφορά ότι χρησιμοποιούνται από το ΥΕΠΚΑ [International Classification of Diseases (ICD-10), Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (DSM-V), και International Classification of Functioning, Disability and Health (ICF)], στα αποτελέσματα της εφαρμογής του έργου του νέου συστήματος αξιολόγησης που εφαρμόζεται από το ΤΚΕΑΑ, στη διασύνδεση της παιδικής φτώχειας με τα παιδιά με αναπηρία, αλλά και στη σημασία της έγκαιρης πρώιμης παρέμβασης.

8. Στη συνέχεια, παρατίθενται οι διαπιστώσεις και εισηγήσεις μου, οι οποίες χωρίστηκαν σε 8 διαφορετικές θεματικές.

9. Η πρώτη θεματική αναφέρεται στην έλλειψη αναλυτικών στατιστικών δεδομένων για τα παιδιά με αναπηρία και κοινής προσέγγισης της αναπηρίας που να βασίζεται στα ανθρώπινα δικαιώματα και η οποία να χρησιμοποιείται από τις αρμόδιες Αρχές. Οι συγκεκριμένες ελλείψεις οδηγούν σε ένα αποσπασματικό χειρισμό των παιδιών με αναπηρία και παρεμποδίζουν τη δημιουργία ενός κοινού πλαισίου. Συγκεκριμένα, στο κυπριακό συγκείμενο, τόσο οι νομοθεσίες όσο και τα διάφορα προγράμματα ή ειδικά σχέδια που αφορούν τα άτομα με αναπηρία, υιοθετούν διαφορετική αντίληψη για το ποια άτομα μπορούν να συμπεριλαμβάνονται στα άτομα με αναπηρία, με τρόπο μάλιστα που παραβιάζεται το Άρθρο 1 της Σύμβασης για ΑμεΑ. Δεν είναι, επομένως, νοητό, για σκοπούς περιορισμού ή αποκλεισμού ατόμων με αναπηρία, και στη συγκεκριμένη περίπτωση παιδιών με αναπηρία, τα άτομα με αναπηρία να τυγχάνουν διάκρισης ή η ίδια η αναπηρία να ορίζεται διαφορετικά ανάλογα με το αντικείμενο της κάθε νομοθεσίας ή σχεδίου.

10. Παράλληλα, οι διάφορες νομοθεσίες ή προγράμματα ή σχέδια εφαρμόζονται και τυγχάνουν διαχείρισης από διαφορετικές αρμόδιες Αρχές ξεχωριστά, χωρίς να υπάρχει διϋπηρεσιακή συνεργασία. Ένας τέτοιος χειρισμός συνεπάγεται υποβολή του παιδιού σε σωρεία αξιολογήσεων, μία για κάθε υπηρεσία που θα χρειαστεί να του παρασχεθεί. Ως εκ τούτου, ένα παιδί με αναπηρία, πιθανόν να χρειαστεί να υποβληθεί σε αξιολόγηση για να πιστοποιηθεί ως παιδί με αναπηρία όσον αφορά στην εκπαιδευτική του πορεία, στον τομέα των κοινωνικών παροχών και στην περίπτωση που αυτό κληθεί να στρατολογηθεί. Σε όλα αυτά, θα πρέπει να συνυπολογίζονται και οι επαναξιολογήσεις στις οποίες υποβάλλεται ένα παιδί, για διάφορους λόγους. Εκτός από τον αντίκτυπο των αξιολογήσεων στην υγεία του παιδιού, οι αξιολογήσεις συνεπάγονται και οικονομικό κόστος για το κράτος, το οποίο αντί να ξοδεύεται σε προγράμματα πρόληψης και παρέμβασης, κατακερματίζεται στις αρμόδιες Αρχές για ιδίου τύπου αξιολογήσεις του ιδίου παιδιού από διαφορετικούς φορείς, ανάλογα με τον ορισμό της αναπηρίας κάθε φορά ή ανάλογα με το πώς η κάθε Αρχή ορίζει την αναπηρία.

11. Προς το σκοπό αυτό, γίνεται εισήγηση όπως διαμορφωθεί κεντρική βάση αναλυτικών δεδομένων, η οποία θα τεκμηριώνει τη φύση και την έκταση των διαφόρων αναγκών κάθε παιδιού και η οποία θα αξιοποιείται από όλες τις αρμόδιες Αρχές, ώστε να παύσει ο κατακερματισμός των υπηρεσιών που προσφέρονται στα παιδιά με αναπηρία. Το συγκεκριμένο σύστημα θα πρέπει να διασφαλίζει ότι στα άτομα με αναπηρία περιλαμβάνονται όλα τα άτομα, όπως αυτά καθορίζονται στη Σύμβαση για ΑμεΑ. Ένας τέτοιος μηχανισμός κατοχυρώνει την εφαρμογή της Αρχής της Διασφάλισης του Συμφέροντος του Παιδιού, αφού κατ’ αυτό τον τρόπο θα μπορούν να λαμβάνονται βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες εκτιμήσεις για τα παιδιά με αναπηρία και οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων θα είναι στοχευμένες στις ανάγκες τους.

12. Η δεύτερη θεματική των διαπιστώσεων και εισηγήσεων αφορά στην ανυπαρξία κονδυλίων του κρατικού προϋπολογισμού για παιδιά. Εν τη απουσία τέτοιου μηχανισμού, οι ανάγκες των παιδιών με αναπηρία καλύπτονται από κονδύλια που απευθύνονται στον ευρύτερο γενικό πληθυσμό. Ως αποτέλεσμα, πρακτικές ή πολιτικές που αφορούν το γενικό πληθυσμό εφαρμόζονται και στον πληθυσμό των παιδιών. Συνεπώς, οι αναπτυξιακές και άλλες ανάγκες των παιδιών, τις οποίες τα Κράτη έχουν υποχρέωση να ικανοποιούν για όλα τα παιδιά, υποχρέωση που απορρέει από τη Σύμβαση, δε λαμβάνονται υπόψη, αφού δεν υπάρχουν πολιτικές και πρακτικές ειδικά διαμορφωμένες ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των παιδιών. Η κατανομή κρατικού προϋπολογισμού για τις ανάγκες των παιδιών αποτελεί και δίχτυ ασφαλείας κατά τις περιόδους οικονομικής κρίσης, αφού υποδεικνύει τομείς από τους οποίους δεν μπορούν να εξοικονομηθούν κεφάλαια. Στην Κύπρο παρατηρείται το αντίθετο, όπου με την όξυνση της οικονομικής κρίσης, «οι περιπτώσεις αυθαίρετης άσκησης διακριτικής ευχέρειας από τις δημόσιες αρχές που εξετάζουν αιτήσεις για επιδόματα πρόνοιας καθίστανται ολοένα συχνότερες

» (σελ. 58). Αποφάσεις που λαμβάνονται σε περιόδους οικονομικής κρίσης ή αποφάσεις που λαμβάνονται με βάση στοιχεία που συλλέγονται για το γενικό πληθυσμό, έχουν ως αποδέκτες και τα παιδιά με αναπηρία, γεγονός που οδηγεί σε ανυπολόγιστες αρνητικές συνέπειες στον πληθυσμό των παιδιών. Άτομο ενήλικας με ήπια αναπηρία, πιθανόν, να μη χρειάζεται να λαμβάνει θεραπείες για την αναπηρία του. Είναι πολύ σημαντικό, όμως, λόγω του σταδίου ανάπτυξης στο οποίο ένα παιδί με ήπια αναπηρία βρίσκεται, να λαμβάνει σωρεία θεραπειών, ώστε η αναπηρία του να μη μετεξελιχθεί σε σημείο που να επηρεάσει σε μελλοντικό στάδιο τη συμμετοχή του στην πολιτιστική, πολιτική και οικονομική ζωή της κοινωνίας στην οποία διαβιεί.

13. Εισήγησή μου είναι, όπως, τεθεί ως άμεση προτεραιότητα της κυβέρνησης η δημιουργία δημοσιονομικού χώρου στον οποίο θα συζητηθούν τα θέματα των παιδιών και θα σχεδιαστούν πολιτικές για την αντιμετώπισή τους. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει μέρος του κρατικού προϋπολογισμού να αναφέρεται συγκεκριμένα στην εφαρμογή των οικονομικών, κοινωνικών, πολιτιστικών και άλλων δικαιωμάτων του παιδιού. Στις προτεραιότητες του κρατικού προϋπολογισμού θα πρέπει να ευρίσκεται η ανάπτυξη των παιδιών που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες, όπως τα παιδιά με αναπηρία. Θα πρέπει άμεσα να εφαρμοσθεί η εισήγηση της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, όπως η Κυπριακή Δημοκρατία «αυξήσει την πρόσβαση των παιδιών με αναπηρίες και των οικογενειών τους στην έγκαιρη παρέμβαση και άλλες μορφές εξατομικευμένων και απαραίτητων υπηρεσιών και υποστήριξης, περιλαμβανομένης της στοχευμένης οικονομικής υποστήριξης».

14. Η τρίτη θεματική διαπιστώσεων και εισηγήσεων αναφέρεται στην ανάγκη για ανάληψη πρωτοβουλιών για έγκαιρη πρώιμη παρέμβαση. Η μη πρόσβαση παιδιών με αναπηρία στο σύστημα κοινωνικών παροχών συμβάλλει στην απώλεια του δικαιώματος των παιδιών για ανάπτυξη και ευημερία, ενώ τα αφήνει εκτεθειμένα σε επιζήμιες επιδράσεις, στις περιπτώσεις όπου, οι οικογένειες δεν μπορούν να προσφέρουν τις θεραπείες προς τα παιδιά τους. Η μεταχείριση των παιδιών με αναπηρία με τον ίδιο τρόπο όπως άλλες ομάδες παιδιών, αποτελεί διάκριση, αφού πρόσωπα που βρίσκονται σε διαφορετικές καταστάσεις πρέπει να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης στο βαθμό που αυτό απαιτείται. Εισήγησή μου είναι όπως, η διάγνωση ή/και πιστοποίηση της αναπηρίας γίνονται, όχι για την αποκοπή παιδιών από επιδόματα κοινωνικών παροχών και στήριξης, αλλά για σκοπούς έγκαιρης και πρώιμης παρέμβασης, η οποία θα είναι προσεκτικά σχεδιασμένη, ώστε να ανταποκρίνεται στις συγκεκριμένες ανάγκες κάθε παιδιού. Παράλληλα, θα πρέπει η έγκαιρη και πρώιμη παρέμβαση να παρέχεται όχι μεμονωμένα προς το παιδί, σε συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού, όπως αυτό διεξαγόταν ειδικότερα στο παρελθόν, αλλά ως προς τα συναφή περιβάλλοντα στα οποία το παιδί διαβιεί (όπως για παράδειγμα στο πλαίσιο της ενιαίας/συμπεριληπτικής εκπαίδευσης). Η παροχή του Ε.Ε.Ε. σε παιδιά με αναπηρία αποτελεί μια προγραμματισμένη και συντονισμένη κρατική προτεραιότητα πρώιμης παρέμβασης, η οποία έχει θετικό αντίκτυπο στην ανάπτυξη των παιδιών με αναπηρία, γι’ αυτό η αρμόδια Αρχή πρέπει να προβεί άμεσα στην επανεξέταση της υφιστάμενης πολιτικής και την αναθεώρησή της ή την πρόσθεση συμπληρωματικής πολιτικής, ώστε αυτή να μην αποκλείει συγκεκριμένες ευάλωτες ομάδες παιδιών. Εισηγούμαι όπως, η αρμόδια Αρχή αναλύσει και αξιολογήσει τις υφιστάμενες παροχές έγκαιρης και πρώιμης παρέμβασης σε εθνικό επίπεδο όσον αφορά στη διαθεσιμότητά τους και στην ποιότητά τους και να εκπονήσει σχέδιο αποτελεσματικής επένδυσης στην πρώιμη παρέμβαση ως μακροπρόθεσμο μέτρο ενίσχυσης της ανάπτυξης και ευημερίας των παιδιών.

15. Η τέταρτη θεματική διαπιστώσεων και εισηγήσεων αναφέρεται στο διαχωρισμό της αναπηρίας σε ήπια, μέτρια, σοβαρή και ολική. Μέσα από την εκτενή μελέτη της βιβλιογραφίας διαφάνηκε ότι, σε καμία περίπτωση το εγχειρίδιο ICF (International Classification of Functioning, Disability and Health), το οποίο χρησιμοποιείται από το ΥΕΠΚΑ, δεν προσδιορίζει ή εισηγείται τον καθορισμό της αναπηρίας στην ολότητά της ως ήπια, μέτρια, σοβαρή ή ολική. Το εγχειρίδιο αναφέρει χαρακτηριστικά ότι το ICF δεν αποτελεί εργαλείο κατηγοριοποίησης των ανθρώπων, αλλά των χαρακτηριστικών της υγείας τους μέσα στο πλαίσιο των συνθηκών που διαβιούν και των περιβαλλοντικών επιδράσεων. Συνεπώς, δεν εισηγείται την κατηγοριοποίηση της αναπηρίας σε ήπια, μέτρια, σοβαρή ή ολική, πόσο μάλλον δε όταν συνδυαστεί με τις ηθικές οδηγίες που παρέχονται στο εγχειρίδιο για τη μη χρησιμοποίησή του για σκοπούς απόρριψης κεκτημένων δικαιωμάτων ή τον περιορισμό νόμιμων δικαιωμάτων σε επιδόματα για άτομα ή ομάδες. Εν κατακλείδι, η κατηγοριοποίηση της αναπηρίας στο σύνολό της αποτελεί πρακτική, η οποία δεν συνάδει ούτε με τις αρχές της Σύμβασης και τη βασική Αρχή της Μη Διάκρισης που τη διέπει ή της Σύμβασης για ΑμεΑ, αλλά ούτε και προτείνεται από τα εγχειρίδια που αξιοποιούνται για το συγκεκριμένο σκοπό, που προτείνουν την κατηγοριοποίηση σε ήπια, μέτρια, σοβαρή και ολική για τις σωματικές δομές και λειτουργίες και όχι για την αναπηρία.

16. Επιπλέον, αποτελεί διάκριση εντός της ομάδας των παιδιών με αναπηρία, η παροχή του Ε.Ε.Ε. μόνο σε παιδιά με μέτρια νοητική αναπηρία. Παιδιά με μέτρια ψυχική, σωματική, αισθητηριακή ή άλλη αναπηρία δεν καθίστανται δικαιούχοι για παροχή του Ε.Ε.Ε., την ίδια στιγμή που χρειάζονται παρόμοιου τύπου και βαθμού θεραπείες με παιδιά με μέτρια νοητική αναπηρία. Συνεπώς, οι αρμόδιες Αρχές αναγνωρίζουν ότι ένα παιδί με μέτρια νοητική αναπηρία χρειάζεται θεραπείες και συμμετοχή σε προγράμματα και παρέχουν το επίδομα, ενώ ταυτόχρονα στερούν το ίδιο δικαίωμα σε παιδιά με άλλη μορφή μέτριας αναπηρίας. Η παροχή επιδομάτων κοινωνικής πρόνοιας θα πρέπει να γίνεται στοχευμένα για την ανάπτυξη και ευημερία των παιδιών με αναπηρία και όχι με βάση κοινωνικές πεποιθήσεις και αντιλήψεις που κατηγοριοποιούν τις αναπηρίες σε περισσότερο και λιγότερο σοβαρές.

17. Συμπερασματικά, η αναπηρία ενός παιδιού δεν μπορεί να διακρίνεται σε ήπια, μέτρια, σοβαρή ή ολική για σκοπούς παραχώρησης κοινωνικών παροχών από το κράτος. Εφόσον ένα πρόσωπο είναι ανάπηρο σημαίνει ότι εμποδίζεται από την πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή του στην κοινωνία σε ίση βάση με άλλους και, ως εκ τούτου, ανεξάρτητα από τη μορφή της αναπηρίας του, έχει τα ίδια δικαιώματα όπως κάθε άλλο πρόσωπο ή/και όπως κάθε άλλο πρόσωπο με αναπηρία. Για το λόγο αυτό, η αρμόδια Αρχή θα πρέπει να προβεί σε αναθεώρηση του συστήματος διαχωρισμού της αναπηρίας και το βαθμό στον οποίο αυτός εξυπηρετεί τους στόχους των κοινωνικών παροχών προς παιδιά με αναπηρία.

18. Η πέμπτη θεματική διαπιστώσεων και εισηγήσεων αφορά στη χρήση του εγχειριδίου ICF. Όπως διαφαίνεται, παρόλο που υπάρχει εγχειρίδιο προσαρμοσμένο στα χαρακτηριστικά του αναπτυσσόμενου παιδιού, το ICF-CY (International Classification of Functioning, Disability and Health – Children and Youth Version), αυτό δεν αξιοποιείται από την αρμόδια Αρχή για την αξιολόγηση των παιδιών. Η εκδήλωση της αναπηρίας στα παιδιά και στους έφηβους είναι διαφορετική στη φύση, ένταση και αντίκτυπο από αυτή των ενηλίκων. Το εγχειρίδιο για παιδιά δίνει έμφαση στα περιβάλλοντα που έχουν ιδιαίτερη σημασία και αντίκτυπο στα βρέφη, στα νήπια, στα παιδιά και στους έφηβους. Επίσης, υπάρχει ποικιλία στο χρόνο απόκτησης συγκεκριμένων λειτουργιών και δεξιοτήτων στο αναπτυσσόμενο παιδί, τα οποία επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από το περιβάλλον στο οποίο το παιδί διαβιεί και αναπτύσσεται. Όσο πιο μικρό είναι ένα παιδί, τόσο περισσότερο εξαρτάται τόσο η συμμετοχή του, όσο και η ανάπτυξή του από το οικογενειακό του περιβάλλον, αλλά και τα ευρύτερα περιβάλλοντα, τα οποία επηρεάζουν σε μικρότερο βαθμό. Αυτό συμβαίνει γιατί οι παράγοντες αυτοί δεν έχουν αντίκτυπο μόνο στην υγεία του παιδιού, αλλά και στη λειτουργικότητα και στην ικανότητά του να μαθαίνει, συνεπώς και να αναπτύσσεται. Άρα, λόγω της εξάρτησης που υπάρχει ανάμεσα στο παιδί και στο περιβάλλον που αυτό μεγαλώνει, η λειτουργικότητα του παιδιού δεν μπορεί να ιδωθεί απομονώνοντας το οικογενειακό ή άλλο περιβάλλον του παιδιού. Επιπρόσθετα, το εγχειρίδιο ICF-CY, το οποίο έχει ειδικά διαμορφωθεί για τις ανάγκες των παιδιών, τονίζει ότι θα πρέπει να αναγνωρίζεται ότι η σοβαρότητα της περίπτωσης του παιδιού μπορεί να αλλάξει στο χρόνο.

19. Επιπρόσθετα, για σκοπούς πιστοποίησης της αναπηρίας για παροχή επιδομάτων προς τα παιδιά με αναπηρία, χρησιμοποιούνται μόνο οι λειτουργίες του σώματος και η δομή του, αφού, όπως αναγράφεται στην έκθεση του ΤΚΕΑΑ, υπήρξε αντίδραση από τις οργανώσεις ατόμων με αναπηρία, φοβούμενες ότι η διαπίστωση της ύπαρξης λειτουργικότητας στο άτομο θα οδηγούσε το κράτος στην περαιτέρω αποκοπή αναπηρικών παροχών. Για το λόγο αυτό, το ΥΕΠΚΑ, λαμβάνοντας υπόψη τις ανησυχίες των οργανώσεων ατόμων με αναπηρία, προχωρά στην πιστοποίηση της αναπηρίας χρησιμοποιώντας αποσπασματικά το εγχειρίδιο. Διαπιστώνω ότι, η αποσπασματική χρήση του εγχειριδίου, το περιορίζει στο ιατρικό μοντέλο, και όχι στο βιοψυχοκοινωνικό, στη βάση του οποίου διαμορφώθηκε και προτείνεται εκ μέρους του Π.Ο.Υ. για χρήση από τα Κράτη. Χαιρετίζω την ενέργεια του ΥΕΠΚΑ να λάβει υπόψη στις πρακτικές που ακολουθεί τις απόψεις των οργανώσεων των ατόμων με αναπηρία. Παρόλα αυτά, σε τέτοια περίπτωση θα έπρεπε ίσως να μελετηθεί η χρήση ενός άλλου εγχειριδίου και όχι η αποσπασματική χρήση του συγκεκριμένου. Στο σημείο αυτό, σημειώνεται ότι, το εγχειρίδιο και η χρήση του δεν μπορούν να επηρεάσουν, ούτε να καθορίσουν κοινωνικές πολιτικές.

20. Για το λόγο αυτό, εισήγησή μου είναι όπως, η αρμόδια Αρχή προβεί άμεσα στην εκπαίδευση των αξιολογητών στη χρήση του ICF-CY, ώστε αυτό να αξιοποιείται αποτελεσματικά στις περιπτώσεις αξιολόγησης παιδιών. Η χρήση ενός εργαλείου, ειδικά σχεδιασμένου για παιδιά, αποτελεί επιτακτική ανάγκη, αφού η χρήση ενός τέτοιου εργαλείου ανταποκρίνεται στη φύση, έκταση και αντίκτυπο της αναπηρίας σε παιδιά, η οποία είναι διαφορετική από αυτή των ενηλίκων. Επίσης, στην περίπτωση των παιδιών με αναπηρία, η αρμόδια Αρχή θα πρέπει να προβεί σε επανεξέταση του κατά πόσο η αξιολόγηση μόνο της ικανότητας των παιδιών και η μη συμπερίληψη της αξιολόγησης της απόδοσής τους, γίνεται στη βάση της διασφάλισης του συμφέροντος των παιδιών με αναπηρία, αφού λόγω της εξάρτησής τους σε μεγάλο βαθμό από τους ενήλικες και τα συστήματα στήριξης που υπάρχουν, το περιβάλλον αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα που συμβάλλει στο βαθμό απόδοσης ενός παιδιού.

21. Η έκτη θεματική διαπιστώσεων και εισηγήσεων αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο αξιοποιούνται τα παρεχόμενα επιδόματα από τις οικογένειες των παιδιών με αναπηρία. Όπως ανέφερε πατέρας παιδιού σε μία από τις περιπτώσεις που αναλύθηκαν, για πρώτη φορά μετά από 8 χρόνια, η οικογένεια αδυνατεί να παρέχει στο παιδί τις θεραπείες που χρειάζεται, με αποτέλεσμα να υπάρχει παλινδρόμηση στις δεξιότητες και τη λειτουργικότητα του παιδιού. Το επίδομα που παρέχεται στα παιδιά με αναπηρία αξιοποιείται από τις οικογένειές τους για παροχή θεραπευτικών προγραμμάτων, όπως φυσιοθεραπείας, λογοθεραπείας, εργοθεραπείας ή άλλων προγραμμάτων (π.χ. κολύμβηση, μουσικοθεραπείες κ.λ.π.), τα οποία αποσκοπούν στην πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή των παιδιών στην κοινωνία. Διαπιστώνω ότι, η μη παροχή ενός επιδόματος λόγω χαρακτηρισμού της αναπηρίας ως ήπιας ή μέτριας, η οποία, ενδεχομένως, να προκύπτει από την πρόοδο που έχει επιδείξει ένα παιδί λόγω των εντατικών θεραπειών στις οποίες συμμετέχει ή των μέσων που χρησιμοποιεί (όπως, για παράδειγμα, το τροχοκάθισμα στις περιπτώσεις παιδιών με σωματική αναπηρία), συνιστά πρακτική, η οποία οδηγεί σε σωρεία παραβιάσεων των δικαιωμάτων του παιδιού, αφού στερεί την πρόσβαση σε ποιοτικές παροχές εκπαίδευσης, υγείας, αποκατάστασης και ανάπτυξης στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Για παράδειγμα, οι λογοθεραπείες έχουν ως αποτέλεσμα να βελτιώνεται ο προφορικός λόγος σε παιδιά με απώλεια ακοής, με θετικές συνέπειες στην επικοινωνία του παιδιού με το περιβάλλον του. Ο τερματισμός της λογοθεραπείας, λόγω της μη ύπαρξης πόρων από την οικογένεια, συνεπάγεται την παλινδρόμηση στην προφορική έκφραση, με αποτέλεσμα να καθίσταται δύσκολη η συμμετοχή του παιδιού στην εκπαίδευση και στην κοινωνία. Εν ολίγοις, η πρόοδος που ένα παιδί έχει επιδείξει λόγω της συμμετοχής του σε παρεμβατικά θεραπευτικά προγράμματα που στόχο έχουν να το καταστήσουν λειτουργικό μέσα στην κοινωνία, δεν μπορεί να αξιολογείται ως μετριασμός της αναπηρίας και να του στερεί τα δικαιώματά του. Επιπρόσθετα, όπως έχει τονιστεί πιο πάνω, λόγω του ότι τα παιδιά βρίσκονται σε ένα αναπτυξιακό στάδιο, στο οποίο παρεμβατικά προγράμματα επιφέρουν σημαντικές αλλαγές, τόσο στη λειτουργικότητα, όσο και στη δομή του σώματος, η μη πρόσβαση σε θεραπείες λόγω της μη παροχής επιδομάτων αποτελεί παράγοντα που συμβάλλει στην επιδείνωση σε διάφορους τομείς ανάπτυξης του παιδιού, αλλά και στη λειτουργικότητα και δεξιότητες του παιδιού, τόσο κατά την παιδική του ηλικία, όσο και στη μελλοντική του ζωή ως ενήλικας.

22. Παράλληλα, διαπιστώνω ότι, κάποιες από τις θεραπείες που απαιτούνται δεν προσφέρονται από τις Αρχές, ενώ άλλες προσφέρονται μεν εντός του εκπαιδευτικού πλαισίου, απαιτούν δε, την αποχώρηση του παιδιού από την εκπαιδευτική διαδικασία, η οποία αποτελεί εχέγγυο για την ανάπτυξή του, ώστε να λάβει κατά την ίδια χρονική περίοδο τις θεραπείες που χρειάζεται. Αυτή τη στιγμή, με τη μη παροχή πρόσβασης στο Ε.Ε.Ε. σε παιδιά με ήπια ή μέτρια αναπηρία, δεν υφίσταται σύστημα παροχής θεραπειών προς τα παιδιά με ήπια ή μέτρια αναπηρία, το οποίο να μην τα στιγματίζει ή να τα εξαναγκάζει να αποχωρούν από την αίθουσα διδασκαλίας για να μπορούν να λάβουν τις συγκεκριμένες θεραπείες ή να τα στερεί από οικογενειακούς πόρους, απαραίτητους για τη διαβίωση και ευημερία τους. Εισήγησή μου είναι όπως αναπτυχθεί άμεσα, μέσω διυπηρεσιακής συνεργασίας, μηχανισμός παροχής θεραπειών προς όλα τα παιδιά με αναπηρία, ανάλογα με τις ανάγκες τους, αλλά και στη βάση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους.

23. Η έβδομη θεματική διαπιστώσεων και εισηγήσεων αφορά την στοχοθεσία του επιδόματος που δίνεται στα άτομα με αναπηρία μέσω της νομοθεσίας περί Ε.Ε.Ε. Λόγω του ότι το συγκεκριμένο ερώτημα παρέμεινε αναπάντητο από το αρμόδιο Υπουργείο, δεν ήταν δυνατό να γίνουν κατανοητοί οι στόχοι τους οποίους καλείται να εξυπηρετήσει η παροχή του Ε.Ε.Ε. σε παιδιά με αναπηρία. Εάν το Ε.Ε.Ε. και το αναπηρικό επίδομα παρέχεται στα παιδιά με αναπηρία, λόγω ακριβώς της αναπηρίας τους, η οποία δημιουργεί αυξημένες ανάγκες και ως μέρος της εύλογης προσαρμογής, όπως αυτή καθορίζεται στη Σύμβαση για ΑμεΑ, τότε η κατηγοριοποίηση δεν εξυπηρετεί το σκοπό αυτό, αφού ομάδες παιδιών με αναπηρία που έχουν αυξημένες ανάγκες δεν καλύπτονται. Σήμερα, παιδιά με αναπηρία που αξιολογούνται με σοβαρή ή ολική αναπηρία και διαβιούν σε οικογένειες οι οποίες έχουν ψηλά εισοδήματα, αλλά και με ακίνητη ιδιοκτησία και χρηματοοικονομικά στοιχεία λαμβάνουν το Ε.Ε.Ε. και αναπηρικό επίδομα, ενώ παιδιά που αξιολογούνται με ήπια ή μέτρια αναπηρία και διαβιούν σε οικογένειες, οι οποίες δεν έχουν επαρκείς πόρους για να τους προσφέρουν τις απαιτούμενες θεραπείες, αποκλείονται από αυτό. Τονίζω δε, ότι, εάν το Ε.Ε.Ε. παρέχεται σε άτομα με αναπηρία, με στόχο την αύξηση του εισοδήματός τους, ώστε να ενδυναμωθούν για να προωθηθεί η κοινωνική και οικονομική τους ένταξη, τότε η ίδια στοχοθεσία θα πρέπει να διέπεται από πρόνοιες για τα άτομα με ήπια ή μέτρια αναπηρία, ιδιαίτερα δε, όσον αφορά στα παιδιά.

24. Υπό το φως των πιο πάνω, διαφαίνεται ότι, δεν έχουν τεθεί στόχοι σε κρατικό επίπεδο για την παροχή στήριξης προς παιδιά που ανήκουν σε ευάλωτη ομάδα και η αναπηρία τους πιστοποιείται ως ήπια ή μέτρια. Με την εξαίρεσή τους από την παροχή του Ε.Ε.Ε. ως άτομα με αναπηρία, ουσιαστικά το Κράτος τα αφήνει χωρίς καμία βοήθεια στη βάση μιας τεχνητής κατηγοριοποίησης, που από απόψεως επιστημονικής, αλλά και ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Εισηγούμαι όπως το ΥΕΠΚΑ προβεί άμεσα στην έναρξη ενός εθνικού διαλόγου για την επίτευξη συναίνεσης σχετικά με το επίπεδο ελάχιστου εισοδήματος που απαιτείται για την κάλυψη των αναγκών όλων των παιδιών με αναπηρία, ώστε αυτά να αναπτύσσονται στο μέγιστο δυνατό βαθμό και να μην καταλήγουν στον κύκλο της εξάρτησης, της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Ο διάλογος με τις οργανώσεις αναπήρων, συνδέσμους γονέων παιδιών με αναπηρία, αλλά και τα ίδια τα παιδιά με αναπηρία μπορεί να αποτελέσει τη βάση πάνω στην οποία να στηριχθεί ένα σύστημα κοινωνικών παροχών προς τα παιδιά με αναπηρία που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους. Το σύστημα αυτό θα πρέπει να παρέχει πρόσβαση σε όλα τα παιδιά με αναπηρία, αφού όλα τα παιδιά με αναπηρία έχουν αυξημένες ανάγκες, αλλά, ταυτόχρονα, θα πρέπει να παρέχει σε κάθε παιδί με αναπηρία επιπρόσθετη στήριξη, ανάλογα με τις εξατομικευμένες ανάγκες του. Επιπρόσθετη στήριξη θα πρέπει να παρέχεται και στις περιπτώσεις όπου παιδιά με αναπηρία διαβιούν σε οικογένειες με χαμηλά οικογενειακά εισοδήματα. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να τροποποιηθεί άμεσα ο Νόμος για να απαλειφθεί η κατηγοριοποίηση και, παράλληλα, να γίνει η σχετική διαβούλευση με στόχο τον καθορισμό και αναπροσαρμογή της πολιτικής παροχής υποστήριξης στα παιδιά με αναπηρία. Η αρμόδια Αρχή θα πρέπει να εξασφαλίσει την άμεση πρόσβαση σε θεραπείες των παιδιών που αναφέρονται στην παρούσα Έκθεση.

25. Τέλος, η όγδοη θεματική διαπιστώσεων και εισηγήσεων αναφέρεται στα θέματα που εμπίπτουν στη διαδικασία της αξιολόγησης, η οποία διαδικασία και το σύστημα αξιολόγησης της αναπηρίας που εφαρμόζεται από το ΤΚΕΑΑ δεν ρυθμίζεται νομοθετικά, αλλά αποτελεί ουσιαστικά, διοικητική πρακτική, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται φαινόμενα, τα οποία δεν εξυπηρετούν το συμφέρον του παιδιού που αξιολογείται. Κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης του παιδιού τους, οι ιατροί, οι οποίοι προέβησαν στην αξιολόγηση, δεν ενημέρωσαν τους γονείς για τις ειδικότητές τους. Στις περιπτώσεις που οι γονείς έμαθαν τις ειδικότητες, αυτό έγινε μετά από δική τους πρωτοβουλία. Παράλληλα, οι ειδικότητες των ιατρών που πιστοποιούν την αναπηρία των παιδιών δεν αναγράφονται ούτε στην Έκθεση Ολοκληρωμένου Πορίσματος Αξιολόγησης Αναπηρίας που αποστέλνεται από το ΤΚΕΑΑ στους γονείς/κηδεμόνες των παιδιών μετά από την αξιολόγηση της αναπηρίας. Μόνο σε μία περίπτωση επιστολής του Γενικού Διευθυντή ΥΕΠΚΑ, η οποία αναφέρεται στην ένσταση παιδιού, οι ειδικότητες των ιατρών που προέβησαν τόσο στην αξιολόγηση, όσο και στην επαναξιολόγηση του παιδιού καταγράφονται. Η μη ενημέρωση των γονέων/κηδεμόνων αναφορικά με τις ειδικότητες των μελών της Επιτροπής Αξιολόγησης που προέβησαν στην πιστοποίηση της αναπηρίας, τόσο σε ανεπίσημο επίπεδο (κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης), όσο και σε επίσημο (στην Έκθεση του Ολοκληρωμένου Πορίσματος) αντίκειται στην αρχή της διασφάλισης του συμφέροντος του παιδιού, που πρέπει να διέπει οποιαδήποτε απόφαση αφορά παιδιά, αφού στερεί πληροφόρηση, τόσο από τα ίδια τα παιδιά, τους γονείς/κηδεμόνες, όσο και από άλλους φορείς τη δυνατότητα να διαπιστώσουν κατά πόσο η απόφαση λήφθηκε με γνώμονα αυτό.

26. Διαφαίνεται επίσης, ότι από τη σύσταση της ομάδας αξιολογητών απουσιάζουν επαγγελματίες από άλλους χώρους, όπως φυσιοθεραπευτές, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, εκπαιδευτικοί, φροντιστές κ.ά., οι οποίοι μπορούν να αξιολογήσουν και να προσδιορίσουν πιθανά ή/και υφιστάμενα εμπόδια στην πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή του παιδιού στην κοινωνία, σε ίση βάση με τα άλλα παιδιά, τότε η αξιολόγηση γίνεται στη βάση του ιατρικού μοντέλου, και αποτυγχάνει να συμπεριλάβει άλλες πτυχές, σημαντικές για την ανάπτυξη και συμμετοχή του παιδιού.

27. Ταυτόχρονα, οι γονείς όλων των παιδιών των οποίων οι περιπτώσεις παρουσιάζονται στην παρούσα Έκθεση ανέφεραν ότι η διαδικασία αξιολόγησης της αναπηρίας του παιδιού τους δεν διήρκησε πέραν των πέντε λεπτών. Οι γονείς επεσήμαναν τη διαφορά της διαδικασίας, όπως αυτή εφαρμόζεται από ιατρούς ιδιώτες, οι οποίοι εφαρμόζουν μια πολύπλευρη και εκτενή αξιολόγηση, σε αντίθεση με τα μέλη της επιτροπής που καλούνται να παρευρεθούν στη διαδικασία πιστοποίησης της αναπηρίας στο ΤΚΕΑΑ, οι οποίοι προβαίνουν σε μια ολιγόλεπτη και μονοδιάστατη, όπως την περίγραψαν οι γονείς, αξιολόγηση. Ο μεγάλος όγκος εργασίας δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη λήψη απόφασης εντός τόσο περιορισμένου χρονικού διαστήματος, απόφαση, η οποία επηρεάζει βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα την ανάπτυξη και ευημερία των παιδιών με αναπηρία. Επίσης, διαφαίνεται ότι για την πλειοψηφία των παιδιών που καλύπτει η παρούσα Έκθεση, δεν φαίνεται να λήφθηκαν υπόψη οι αξιολογήσεις που υπήρχαν από επαγγελματίες υγείας του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ούτε οι θεραπείες που αυτοί συνέστησαν ως απαραίτητες για την ανάπτυξη του παιδιού.

28. Προς τούτο, εισηγούμαι όπως, στην Έκθεση Ολοκληρωμένου Πορίσματος που παρέχεται από το ΤΚΕΑΑ, αναγράφονται οι ειδικότητες των αξιολογητών, ώστε να είναι δυνατό να εκτιμάται κατά πόσο στη λήψη της απόφασης πρωταρχικό κριτήριο υπήρξε η διασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού. Παράλληλα, θα πρέπει το ΥΕΠΚΑ να προβεί σε ενέργειες, οι οποίες θα αποφορτίσουν τους αξιολογητές, ώστε αυτοί να έχουν ικανοποιητικό χρόνο για να προβαίνουν σε ορθολογιστικές αξιολογήσεις των παιδιών με αναπηρία, λαμβάνοντας υπόψη υπάρχουσες συστάσεις ιατρών, υπάρχουσες συστάσεις θεραπειών, αλλά και ενδείξεις/στοιχεία της απόδοσης του παιδιού σε διάφορα περιβάλλοντα. Προς το σκοπό αυτό, θεωρείται αναγκαία και η συμπερίληψη και άλλων επαγγελματιών, εκτός του χώρου της ιατρικής, στη σύσταση της ομάδας αξιολόγησης. Εισήγησή μου είναι, όπως, τεθούν τέτοια κριτήρια ή πρωτόκολλα ιδιαίτερα για τους αξιολογητές που πιστοποιούν την αναπηρία παιδιών, ώστε η διαδικασία να εφαρμόζεται με βάση το συμφέρον του παιδιού. Για τη διασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού, εισηγούμαι όπως, λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός στον οποίο οι ειδικότητες των ιατρών που προβαίνουν στην αξιολόγηση της αναπηρίας ενός παιδιού είναι σχετικές με την αναπηρία του παιδιού, κατά πόσο προσδιορίζονται οι εναλλακτικές λύσεις που μια οικογένεια έχει για παροχή θεραπειών προς το παιδί, αλλά και οι μακροχρόνιες συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει η διακοπή των θεραπειών. Συνεπώς, το συμφέρον του παιδιού επιτάσσει ότι, δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνο η κατάσταση του παιδιού τη στιγμή της αξιολόγησης, αλλά και οι κίνδυνοι και οι επιπτώσεις που πιθανόν να εμπερικλείονται σε μια τέτοια απόφαση, σε όλους τους τομείς της ζωής του παιδιού με αναπηρία στην προκειμένη φάση, αλλά και κατά την ενήλικη ζωή του. Σε γενικές γραμμές, η διασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού θα πρέπει να περιλαμβάνει και την ποιότητα της μελλοντικής ζωής του παιδιού, η οποία όμως δεν θα βασίζεται σε υποκειμενικές απόψεις, αλλά σε εμπεριστατωμένες αξιολογήσεις από ειδικότητες ιατρών και άλλων επαγγελματιών που συνάδουν με την αναπηρία του παιδιού.

29. Τονίζεται ότι, μέχρι τη συζήτηση και εφαρμογή των εισηγήσεων που προτείνονται στην παρούσα Έκθεση, θα πρέπει να τεθεί σε λειτουργία μηχανισμός στήριξης των συγκεκριμένων παιδιών, ώστε να μπορούν να έχουν άμεση πρόσβαση στις θεραπείες που χρειάζονται, ώστε να μην επηρεαστεί αρνητικά η ανάπτυξή τους.

30. Καταληκτικά, η διεθνής κοινότητα έχει προχωρήσει σε μια μετακίνηση από την προσέγγιση όπου τα παιδιά με αναπηρία θεωρούνταν αντικείμενα φιλανθρωπίας, κοινωνικής προστασίας και ιατρικής περίθαλψης στην προσέγγιση όπου ορίζονται ως υποκείμενα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα παιδιά με αναπηρία δεν θεωρούνται πλέον επιβάρυνση για την κοινωνία, μέσω της στήριξής τους από τις κοινωνικές παροχές, αλλά ενεργά μέλη της κοινωνίας, ικανά να συμβάλλουν σε αυτή με ισότιμο τρόπο, τόσο κατά την περίοδο της παιδικής ηλικίας, όσο και κατά την ενηλικίωσή τους. Η πολιτεία είναι υποχρεωμένη να σέβεται και να προασπίζεται τα δικαιώματα κάθε παιδιού, χωρίς καμιά διάκριση. Ευθύνη της πολιτείας είναι, όχι μόνο να διασφαλίζει την πρόσβαση κάθε παιδιού στα δικαιώματά του, αλλά και να εντοπίζει, να ενδυναμώνει και να ενισχύει παιδιά τα οποία, λόγω της κατάστασης που βρίσκονται ή συγκεκριμένων χαρακτηριστικών τους, βρίσκονται ή κινδυνεύουν να βρεθούν στο περιθώριο της κοινωνίας.

31. Η Έκθεση διαβιβάστηκε στην Υπουργό Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για δικές της ενέργειες στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της. Συναφώς κοινοποιήθηκε στο Γενικό Διευθυντή Υπουργείου Εργασίας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, την Προϊστάμενη Υπηρεσίας Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας, τη Διευθύντρια Τμήματος Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες και τη Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Κοινοποιήθηκε, επίσης, στον Υπουργό Υγείας, τον Υπουργό Παιδείας και Πολιτισμού, την Υπουργό Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων, τον Υπουργό Εσωτερικών, τον Υπουργό Οικονομικών και τον Υπουργό Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους για εφαρμογή του Δεύτερου Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την Αναπηρία, καθώς και το Γραμματέα Υπουργικού Συμβουλίου. Κοινοποιείται, παράλληλα, στον Πρόεδρο και Μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και την Πρόεδρο και Μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Ίσων Ευκαιριών μεταξύ Ανδρών και Γυναικών για σκοπούς κοινοβουλευτικού ελέγχου. Η Έκθεση κοινοποιήθηκε, επίσης, στους παραπονούμενους, για σκοπούς ενημέρωσης, αλλά και σε οργανωμένα σύνολα για προώθηση των συμφερόντων των παιδιών με αναπηρία.



Κατεβάστε το αρχείο Acrobat ΕΚΘΕΣΗ για διαχωρισμό της αναπηρίας σε ήπια μέτρια σοβαρή και ολική final 2-4-2018.pdf

Πίσω στην προηγούμενη σελίδα

Back To Top