English
Λογότυπο Επιτροπής Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

 

Αρχική Σελίδα | Συνήθεις Ερωτήσεις | Χάρτης Πλοήγησης | Συνδέσεις | Επικοινωνία

Αναζήτηση:

Αναζήτηση

Ειδική Αναζήτηση    

Νέα και Εκδηλώσεις English
Πίσω
ΕκτύπωσηΕκτύπωση


Θέση της Επιτρόπου, αναφορικά με τις υπηρεσίες που παρέχουν οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας σε παιδιά και τις οικογένειές τους στους τομείς της πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης, 23/5/2017

09/06/2017





Περιεκτική Περίληψη

1. Εισαγωγή

Η Θέση πραγματεύεται το μοντέλο κοινωνικών υπηρεσιών που έχουν υιοθετήσει οι ΥΚΕ όσον αφορά τις παρεμβάσεις τους σε παιδιά και τις οικογένειές τους, συγκεκριμένα σε ότι αφορά τους τομείς της πρόληψης και της έγκαιρης παρέμβασης.

Η Θέση έχει ως στόχο, μέσα από την παρουσίαση ενδεικτικά τεσσάρων περιπτώσεων οικογενειών με ανήλικα παιδιά που χρησιμοποιούνται ως μελέτες περιπτώσεων (case studies), να τεθούν κάτω από το μικροσκόπιο οι διαδικασίες που τηρούνται από τις ΥΚΕ για τη διασφάλιση της προστασίας των παιδιών και του συμφέροντός τους, ως αποτέλεσμα της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας που διέπει τον τρόπο λειτουργίας των ΥΚΕ, των προγραμμάτων που παρέχονται από τις ΥΚΕ και της συμβολής του κράτους στη διαμόρφωση του σημερινού μοντέλου κοινωνικών υπηρεσιών που παρέχεται σήμερα στην Κύπρο, και όχι η έκθεση ή/και στοχοποίηση των Λειτουργών Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΛΚΥ).

2. Θεωρητικό πλαίσιο

Οι Κοινωνικές Υπηρεσίες είναι οργανισμοί των οποίων η εργασία και οι αποφάσεις που λαμβάνουν, επηρεάζουν τόσο με άμεσο όσο και έμμεσο τρόπο παιδιά και την αντίληψή τους για την άσκηση των δικαιωμάτων τους. Ο τρόπος με τον οποίον οι Κοινωνικές Υπηρεσίες λειτουργούν, εξυπηρετούν και αλληλοεπιδρούν με τα παιδιά και τις οικογένειές τους, είναι σημαντικός για την αρμονική σφαιρική ανάπτυξη του παιδιού, τη διατήρηση της οικογενειακής ενότητας και κατ’ επέκταση την ευημερία της κοινωνίας. Οι Κοινωνικές Υπηρεσίες αποτελούν, επομένως, για τα κράτη, το μέσον εγγύησης της διασφάλισης των δικαιωμάτων του παιδιού.

3. Διεθνές και Εθνικό Νομικό Πλαίσιο

Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, η Νομολογία της και άλλες Διεθνείς Συμβάσεις

Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού (στο εξής: «Σύμβαση»), την οποία η Δημοκρατία κύρωσε (μετά την ψήφιση του Νόμου 243/1990) αναγνωρίζει την ευάλωτη φύση του παιδιού και την κοινωνική ευθύνη για παροχή σε αυτό προστασίας αλλά, παράλληλα, προωθεί την αξία του παιδιού ως πολίτη και συνεταίρου στη λήψη αποφάσεων και, γενικότερα, στην κοινωνική αλλαγή. Δεσμεύει τα κράτη μέλη να υιοθετήσουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την προώθηση και προάσπιση των δικαιωμάτων του παιδιού, τα οποία επιβάλλεται να βρίσκονται στο επίκεντρο της εθνικής τους πολιτικής διάταξης.

Κατά το προοίμιο της Σύμβασης, για την ολοκληρωμένη και αρμονική ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού, αυτό θα πρέπει να μεγαλώνει σε οικογενειακό περιβάλλον μέσα σε ατμόσφαιρα ευτυχίας, αγάπης και κατανόησης παιδιού. Το κράτος θα πρέπει να παρέχει στην οικογένεια την απαραίτητη προστασία και βοήθεια, ούτως ώστε να μπορεί να εκπληρώνει τις δικές της υποχρεώσεις απέναντι στην κοινωνία.

Η Αρχή της Διασφάλισης του Συμφέροντος του Παιδιού, σύμφωνα με την Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, συνιστά μια από τις τέσσερις βασικές αρχές της Σύμβασης και καθορίζει ότι σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν στα παιδιά, είτε αυτές λαμβάνονται από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς ή από τα νομοθετικά όργανα, πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το συμφέρον του παιδιού [Άρθρο 3(1)]. Η Αρχή αυτή θα πρέπει να προσαρμόζεται και καθορίζεται εξατομικευμένα, ανάλογα με την ειδική περίσταση στην οποία βρίσκεται το παιδί, λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό του πλαίσιο, κατάσταση και ανάγκες. Σε ότι αφορά το υπό συζήτηση θέμα, το άρθρο 3(1) θα πρέπει να ερμηνεύεται και εφαρμόζεται σε συνάρτηση με τις υπόλοιπες πρόνοιες της Σύμβασης, και ιδιαίτερα τα άρθρα 9,18 και 27, τα οποία αναφέρονται στην αναγνώριση της πρωταρχικής ευθύνης των γονέων για την ανατροφή των παιδιών και την ευθύνη του κράτους να παρέχει κατάλληλη στήριξη και βοήθεια στους γονείς για τη διασφάλιση της προστασίας και κατάλληλου επιπέδου φροντίδας και συνθηκών διαβίωσης.

Καθότι, η ευελιξία της έννοιας του συμφέροντος του παιδιού αφήνει χώρο και για κακή χρήση του άρθρου 3 (1) από γονείς, κρατικές Αρχές, επαγγελματίες και κυβερνήσεις, απαιτείται η συνεχής εφαρμογή εργαλείου Αξιολόγησης του Συμφέροντος του Παιδιού, η οποία περιλαμβάνει Αξιολόγηση της Επίδρασης στα Δικαιώματα του Παιδιού (Child Rights Impact Assessment- CRIA), για την πρόβλεψη της επίδρασης κάθε νόμου, πολιτικής ή κατανομής του προϋπολογισμού στα παιδιά και στην απόλαυση των δικαιωμάτων τους.

Εθνική Νομοθεσία γύρω από τα δικαιώματα των παιδιών και οικογενειών σε κοινωνικές Υπηρεσίες.

Στη βάση της κυπριακής νομοθεσίας, το δικαίωμα των παιδιών και οικογενειών στη λήψη κοινωνικών υπηρεσιών για σκοπούς πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης δεν είναι κατοχυρωμένο. Η παροχή των υπηρεσιών αυτών εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των ΥΚΕ «με βάση γενικές ρήτρες και χωρίς νομοθετική εξειδίκευση ως προς τους όρους και τις προδιαγραφές παροχής και αξιολόγησης των υπηρεσιών». Οι ισχύουσες διατάξεις ειδικών νόμων καθορίζουν ως δικαιούχους λήψης κοινωνικών υπηρεσιών από τις ΥΚΕ, ομάδες παιδιών που βρίσκονται ήδη σε συγκεκριμένη κατάσταση κρίσης. Περιέχουν δε, συνοπτική περιγραφή των παρεχόμενων υπηρεσιών των ΥΚΕ, χωρίς να παραπέμπουν σε προδιαγραφές ποιότητας, σε διατάξεις που να καθιερώνουν και να ρυθμίζουν διαδικασίες βελτίωσης των παρεχόμενων Υπηρεσιών μέσω τεχνικών παρακολούθησης, αξιολόγησης και αναβάθμισης των εφαρμοζόμενων μέτρων και Κανονισμούς που να εξειδικεύουν τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις.

Η «Σύσταση της Επιτροπής Υπουργών προς τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης αναφορικά με τα δικαιώματα του παιδιού και κοινωνικές υπηρεσίες φιλικές προς τα παιδιά και τις οικογένειες»

Η «Σύσταση της Επιτροπής Υπουργών προς τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, αναφορικά με τα δικαιώματα του παιδιού και κοινωνικές υπηρεσίες φιλικές προς τα παιδιά και τις οικογένειες» , αποτελεί κείμενο πλήρως εναρμονισμένο με τις Aρχές της Σύμβασης. Η Σύσταση είναι ένα εργαλείο που προσεγγίζει το σχεδιασμό, την παροχή και την αξιολόγηση των Κοινωνικών Υπηρεσιών μέσα από τη σκοπιά του παιδιού και της οικογένειάς του, ως κατόχους δικαιωμάτων, καλώντας τα κράτη μέλη να επανεξετάσουν και αναθεωρήσουν τους νόμους, την πολιτική και τις πρακτικές τους.

Σύμφωνα με την εν λόγω Σύσταση, οι θεμελιώδεις αρχές που θα πρέπει να διέπουν τις φιλικές προς το παιδί κοινωνικές υπηρεσίες είναι:

· Η παροχή υπηρεσιών στη βάση του συμφέροντος του παιδιού με τα κατάλληλα προγράμματα προώθησης του θετικού γονικού ρόλου και ενίσχυσης γονικών δεξιοτήτων, με την κατάλληλη ανταπόκριση και ποιοτική αλληλεπίδραση με τα παιδιά και τις οικογένειές τους.

· Το δικαίωμα του παιδιού στη συμμετοχή ενθαρρύνοντας και διασφαλίζοντας τον ενεργητικό του ρόλο στο σχεδιασμό, την παροχή και την αξιολόγηση των Κοινωνικών Υπηρεσιών.

· Το δικαίωμα του παιδιού στην προστασία από όλες τις μορφές βίας μέσα από την εφαρμογή προληπτικών μέτρων κι αποτελεσματικών παρεμβάσεων.

Ως προς το σχεδιασμό τους, οι φιλικές προς το παιδί Κοινωνικές Υπηρεσίες αποτελούνται από γενικές, εξειδικευμένες και εντατικές υπηρεσίες:

· Οι γενικές κοινωνικές υπηρεσίες απευθύνονται στο γενικότερο πληθυσμό και παρέχουν εύρος προληπτικών υπηρεσιών, δίνοντας προτεραιότητα σε ευάλωτες ομάδες οικογενειών.

· Οι εξειδικευμένες κοινωνικές υπηρεσίες παρέχουν έγκαιρη παρέμβαση στα παιδιά και τις οικογένειές τους που βρίσκονται σε κρίση, κατόπιν αξιολόγησης των εξατομικευμένων αναγκών τους, μέσα από την εφαρμογή διεπαγγελματικών προγραμμάτων και προγραμμάτων βασισμένων σε εμπειρικά δεδομένα (evidence-based).

· Οι εντατικές κοινωνικές υπηρεσίες εξασφαλίζουν την εναλλακτική φροντίδα του παιδιού, σε περιπτώσεις όπου κάτι τέτοιο είναι αναπόφευκτο, κατόπιν αξιολόγησης του συμφέροντος του παιδιού και στη βάση των εξατομικευμένων αναγκών του.

Η υιοθέτηση και εφαρμογή της εν λόγω Σύστασης, αποτελεί έναν από τους στόχους της Στρατηγικής του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα Δικαιώματα του Παιδιού (2016-2021).

4. Μοντέλο κοινωνικών υπηρεσιών σε οικογένειες και παιδιά στην Κύπρο

Στην Κύπρο, το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας αντιστοιχεί σε ένα σύνθετο μηχανισμό κοινωνικών παροχών και υπηρεσιών που αναπτύχθηκε μετά την Τουρκική εισβολή του 1974, ενόψει της ανάγκης για υποστήριξη των ελληνοκύπριων προσφύγων. Σήμερα, το αρμόδιο σώμα παροχής κοινωνικών υπηρεσιών σε παιδιά και οικογένειες είναι η Υπηρεσία Οικογένειας και Παιδιού (ΥΟΠ) των ΥΚΕ. Ανάμεσα στα προγράμματα που παρέχει η ΥΟΠ είναι οι Προληπτικές Υπηρεσίες προς την Οικογένεια. Σύμφωνα με την περιγραφή του προγράμματος των Προληπτικών Υπηρεσιών προς την Οικογένεια, όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα των ΥΚΕ : «Οι προληπτικές υπηρεσίες έχουν ως στόχο τη διαφύλαξη της ομαλής λειτουργίας της οικογένειας μέσω της έγκαιρης ψυχοκοινωνικής παρέμβασης σε οικογένειες που παρουσιάζουν δυσλειτουργία».Εργαλεία των Προληπτικών Υπηρεσιών προς την Οικογένεια είναι η συμβουλευτική καθοδήγηση και στήριξη όλων των μελών της οικογένειας, η παραπομπή σε άλλες κρατικές και μη Υπηρεσίες και άλλους φορείς, η πολυθεματική συνεργασία με άλλους επαγγελματίες, η διημερεύουσα φροντίδα παιδιών σε προγράμματα φροντίδας και η κατ’ οίκον φροντίδα για βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης της οικογένειας.

5. Εφαρμογή Μοντέλου Κοινωνικών Υπηρεσιών των ΥΚΕ μέσα από τη διερεύνηση παραπόνων

Τα κενά που υπάρχουν στο υπό συζήτηση μοντέλο κοινωνικών υπηρεσιών που παρέχουν οι ΥΚΕ, σε ότι αφορά τις υπηρεσίες παροχής προγραμμάτων πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης, προσεγγίζονται μετά από μια συνοπτική παρουσίαση τεσσάρων περιπτώσεων στο Μέρος Ζ της Θέσης, τις οποίες η Επίτροπος έχει διερευνήσει είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν υποβολής παραπόνου. Οι τέσσερις αυτές περιπτώσεις επιλέγηκαν για τους σκοπούς της Θέσης για τα ακόλουθα κοινά τους χαρακτηριστικά:

· Είχαν μακροχρόνια συνεργασία με τις ΥΚΕ (2-9 χρόνια).

· Αντιμετώπιζαν προβλήματα κακής άσκησης γονικού ρόλου και παραμέλησης παιδιού.

· Ανήκαν σε ευάλωτες ομάδες πληθυσμού αντιμετωπίζοντας πέραν των τεσσάρων παραγόντων κινδύνου.

· Διαπιστώθηκαν προβλήματα σε ότι αφορά τη διάγνωση των προβλημάτων τους (τα προβλήματά των οικογενειών δεν έτυχαν διάγνωσης ή έτυχαν διάγνωσης με σημαντική καθυστέρηση από τις ΥΚΕ).

· Διαπιστώθηκε ελλιπής και αναποτελεσματικός χειρισμός των περιπτώσεων από τις ΥΚΕ.

· Σημειώθηκαν δραστικές επιπτώσεις στη ζωή των παιδιών είτε λόγω λήψης απότομων και παρεμβατικών μέτρων προστασίας τους είτε λόγω καμιάς παρέμβασης από τις ΥΚΕ.

5. Απόψεις των παιδιών

Στο Μέρος Η της Θέσης, το σημερινό μοντέλο κοινωνικών υπηρεσιών των ΥΚΕ προσεγγίζεται και μέσα από τις απόψεις των μελών της Ομάδας Εφήβων Συμβούλων (ΟΕΣ) της Επιτρόπου, οι οποίες λήφθηκαν στα πλαίσια διαβούλευσης μαζί της, και τις εισηγήσεις που υποβλήθηκαν από τα Μέλη της Κυπριακής Παιδοβουλής. Και στις δύο περιπτώσεις τονίζεται η ανάγκη ανάπτυξης και παροχής προληπτικών προγραμμάτων προς τις οικογένειες και ειδικότερα προς τους γονείς για σκοπούς προώθησης του θετικού γονικού ρόλου, ενώ οι εισηγήσεις των Μελών της Κυπριακής Παιδοβουλής συνάδουν, εν πολλοίς, με αυτές της «Έκθεσης για την εφαρμογή της Σύστασης του Συμβουλίου της Ευρώπης αναφορικά με τα δικαιώματα του παιδιού και κοινωνικές υπηρεσίες φιλικές για τα παιδιά και τις οικογένειές τους».

6. Διαπιστώσεις και Εισηγήσεις

Θεματική Ι: Γενικές Διαπιστώσεις


    i. Από το περιεχόμενο απαντητικών επιστολών που η Επίτροπος λαμβάνει γίνεται αντιληπτό ότι σε ορισμένες περιπτώσεις τυχόν να μην γνωστοποιούνται όλες οι ενέργειες που λήφθηκαν ή παραλείψεις σε σχέση με την κάθε περίπτωση για την οποία η Επίτροπος παρεμβαίνει. Επιπρόσθετα, σε μεγάλο αριθμό απαντήσεων της αρμόδιας Αρχής παρέχεται γενική και αόριστη πληροφόρηση γύρω από τη διαχείριση των περιπτώσεων, χωρίς ωστόσο να παρέχεται πληροφόρηση ως προς τα στάδια διαδικασίας, τον τρόπο με τον οποίον αυτά υλοποιήθηκαν, τον τρόπο με τον οποίο τα στοιχεία από τη διερεύνηση αξιολογήθηκαν, το πόρισμα της αρμόδιας Αρχής γύρω από το χειρισμό που έτυχε ή τυγχάνει η περίπτωση και τους λόγους για τους οποίους η αρμόδια Αρχή κατέληξε στο πόρισμά της. Τούτο δυσχεραίνει το έργο άσκησης ελέγχου και αξιολόγησης από το Θεσμό των πολιτικών, διαδικασιών και διοικητικών πρακτικών που ακολουθούνται από τις ΥΚΕ, σε ότι αφορά τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του παιδιού. Σκοπός των παρεμβάσεών του Θεσμού, είναι ο εντοπισμός, εκεί όπου υπάρχουν, κενών, παραλείψεων και παραβιάσεων των δικαιωμάτων του παιδιού και η διαμόρφωση και κατάθεση συστάσεων για λήψη μέτρων και υλοποίηση αποφάσεων προς τους αρμόδιους Υπουργούς για την εναρμόνισή νομοθεσιών, πολιτικών, διαδικασιών και διοικητικών πρακτικών με τη Σύμβαση και την επίτευξη της απαιτούμενης Διασφάλισης του Συμφέροντος του Παιδιού. Η υιοθέτηση των συστάσεων της Επιτρόπου θα καταστήσει το έργο των ΥΚΕ πιο αποτελεσματικό και, ως εκ τούτου, θα εμβαθύνει την απόλαυση των δικαιωμάτων του παιδιού στην Κύπρο.

    ii. Καθόσον αφορά το μοντέλο κοινωνικών υπηρεσιών που παρέχουν οι ΥΚΕ, ο σχεδιασμός, η οργάνωση και οι παρεχόμενες τους υπηρεσίες, αντικατοπτρίζουν το παντελώς ελλιπές νομικό πλαίσιο που διέπει τις αρμοδιότητές τους. Οι ΥΚΕ επικεντρώνονται στην εφαρμογή του υφιστάμενου εθνικού νομικού πλαισίου, που αποτελείται από συγκεκριμένες διατάξεις ειδικών νόμων, οι οποίες αφορούν μόνο ειδικές κατηγορίες παιδιών και περιέχουν συνοπτική περιγραφή των παρεχόμενων υπηρεσιών των ΥΚΕ, χωρίς να παραπέμπουν σε προδιαγραφές ποιότητας, σε διατάξεις που να καθιερώνουν και να ρυθμίζουν διαδικασίες βελτίωσης των παρεχόμενων Υπηρεσιών μέσω τεχνικών παρακολούθησης, αξιολόγησης και αναβάθμισης των εφαρμοζόμενων μέτρων και Κανονισμούς που να εξειδικεύουν τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις. Το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο σε συνδυασμό με την απουσία θεσμοθέτησης του δικαιώματος του παιδιού και της οικογένειας για λήψη κοινωνικών υπηρεσιών από τις ΥΚΕ, καθώς, επίσης, και των αρμοδιοτήτων των ΥΚΕ, παραβιάζει την βασική Αρχή της Διασφάλισης του Συμφέροντος του Παιδιού.

    iii. Το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο δεν δημιουργεί υποχρέωση τήρησης συγκεκριμένης διαδικασίας τακτικής επαναξιολόγησης των παρεχόμενων προγραμμάτων των ΥΚΕ, δημιουργίας και ανάπτυξης πλαισίου λογοδοσίας και υποχρέωσης συνεχούς βελτίωσης και εκσυγχρονισμού και, ως εκ τούτου σε ποιοτικές υπηρεσίες.

    iv. Οι ΥΚΕ, ως ο φορέας διασφάλισης της προστασίας, της ευημερίας και των δικαιωμάτων των παιδιών γενικότερα, δεν έχουν διασφαλίσει τη συμμετοχή των ιδίων των παιδιών στο σχεδιασμό, την παροχή και αξιολόγηση των κοινωνικών υπηρεσιών που παρέχουν.

    v. Η υποστελέχωση των ΥΚΕ παρουσιάζεται και αποτελεί, δυστυχώς, διαχρονική αιτία προβλημάτων που αφορούν την ποιότητα παροχής κοινωνικών υπηρεσιών και την ικανότητα τους για εκσυγχρονισμό.


Εισηγήσεις Θεματικής Ι:

A. Σε ότι αφορά τη βελτίωση της διαδικασίας διερεύνησης και αξιολόγησης παραπόνων, για τα οποία η Επίτροπος παρεμβαίνει στο ΥΕΠΚΑ, ενδείκνυται η υλοποίηση των πιο κάτω εισηγήσεων:


    I. Η διαδικασία διερεύνησης του χειρισμού που τυγχάνει μια περίπτωση, για την οποία γίνεται παρέμβαση από την Επίτροπο προς το ΥΕΠΚΑ, να ανατίθεται σε Λειτουργό του ΥΕΠΚΑ και όχι των ΥΚΕ, ώστε να διασφαλίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό η αντικειμενικότητα της διερεύνησης.

    II. Η έκθεση που θα ετοιμάζεται από τον Λειτουργό του ΥΕΠΚΑ, κατόπιν διερεύνησης, να περιλαμβάνει και αξιολόγηση του αποτελέσματος της διερεύνησης από το ΥΕΠΚΑ.

    III. Ο Λειτουργός του ΥΕΠΚΑ να είναι γνώστης των θεμάτων που αφορούν την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών σε οικογένειες και παιδιά και εκπαιδευμένος γύρω από θέματα δικαιωμάτων του παιδιού.


B. Καθόσον αφορά το υπόλοιπο μέρος των Γενικών Διαπιστώσεών της Επιτρόπου, οι οποίες αφορούν το σχεδιασμό και την οργάνωση των ΥΚΕ, γίνονται οι ακόλουθες εισηγήσεις:
      I. Θέσπιση ειδικού νόμου εναρμονισμένου με τις πρόνοιες της Σύμβασης, που να θεσμοθετεί τις αρμοδιότητες των ΥΚΕ και να κατοχυρώνει το δικαίωμα παιδιών και οικογενειών για λήψη γενικών, εξειδικευμένων και εντατικών κοινωνικών υπηρεσιών από αυτές, σύμφωνα με τη «Σύσταση της Επιτροπής Υπουργών προς τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, αναφορικά με τα δικαιώματα του παιδιού και κοινωνικές υπηρεσίες φιλικές προς τα παιδιά και τις οικογένειες», με σκοπό τη δημιουργία κοινωνικών υπηρεσιών φιλικών για τα παιδιά και τις οικογένειες. Ο ειδικός αυτός νόμος να περιλαμβάνει προδιαγραφές ποιότητας, διατάξεις που να καθιερώνουν και να ρυθμίζουν διαδικασίες βελτίωσης των παρεχόμενων υπηρεσιών μέσω τεχνικών παρακολούθησης, αξιολόγησης και αναβάθμισης των εφαρμοζόμενων μέτρων.

      II. Κατάρτιση και έκδοση Κανονισμών, δυνάμει του προαναφερόμενου νόμου, οι οποίοι να εξειδικεύουν τις πιο πάνω ρυθμίσεις και να καθορίζουν τις διαδικασίες που θα πρέπει να τηρούνται στα πλαίσια λειτουργίας και παροχής γενικών, εξειδικευμένων και εντατικών κοινωνικών υπηρεσιών, λαμβάνοντας υπόψη την προαναφερόμενη Σύσταση.

      III. Θεσμοθέτηση, στα πλαίσια των προαναφερόμενων νόμου και Κανονισμών, και καθιέρωση αποτελεσματικών και μόνιμων μηχανισμών συμμετοχής του παιδιού, καθόσον αφορά το σχεδιασμό, την παροχή και την αξιολόγηση των ΥΚΕ, σύμφωνα με τη νομολογία της Σύμβασης γύρω από το Δικαίωμα του Παιδιού να Ακούγεται, τη Σύσταση της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης προς τα κράτη μέλη για τη Συμμετοχή Παιδιών και Εφήβων και το εργαλείο αξιολόγησης της συμμετοχής του παιδιού σε θέματα που το επηρεάζουν του Συμβουλίου της Ευρώπης.

      IV. Προώθηση μέτρων που αφορούν ειδικά τα παιδιά για τη συμπερίληψή τους στον εθνικό προϋπολογισμό και προϋπολογισμό παροχής υπηρεσιών.

      V. Επανασχεδιασμός και αναδιοργάνωση των ΥΚΕ, προκειμένου να μπορούν να ανταποκριθούν στη λειτουργία και την παροχή γενικών, εξειδικευμένων και εντατικών κοινωνικών υπηρεσιών στα παιδιά και τις οικογένειές τους.

      VI. Λήψη πολιτικής απόφασης για την αντιμετώπιση της υποστελέχωσης των ΥΚΕ για την πρόσληψη ακαδημαϊκά εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, που να είναι ποσοτικά και ποιοτικά ικανό να μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες των γενικών, εξειδικευμένων και εντατικών υπηρεσιών που θα παρέχουν οι ΥΚΕ.

      VII. Προώθηση τακτικής αξιολόγησης παρεχόμενων κοινωνικών υπηρεσιών, περιλαμβανομένης και της αξιολόγησης των επιπτώσεων της σχετικής νομοθεσίας και πολιτικών στα παιδιά (Child Impact Assessment).

      VIII. Ανάπτυξη και εφαρμογή κατευθυντήριων γραμμών και πρωτοκόλλων για τη συμμετοχή του παιδιού σε ότι αφορά το σχέδιο προστασίας τους.

      IX. Αύξηση εκπαίδευσης γύρω από τα δικαιώματα του παιδιού σε επαγγελματίες και μη- επαγγελματίες που εργάζονται με τα παιδιά.

Θεματική ΙΙ: O τομέας της πρόληψης
      i. Οι ΥΚΕ παρέχουν ένα πλέγμα υπηρεσιών το οποίο περιορίζεται στην αντιμετώπιση κρίσεων στην οικογένεια χωρίς προληπτικό χαρακτήρα. Από το σχεδιασμό των ΥΚΕ απουσιάζουν γενικές κοινωνικές υπηρεσίες, οι οποίες παρέχουν προγράμματα πρόληψης και απευθύνονται στον ευρύτερο πληθυσμό, δίνοντας προτεραιότητα σε παιδιά και οικογένειες που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες πληθυσμού. Ως εκ τούτου, περιορίζεται εκ των πραγμάτων η φιλικότητα των ΥΚΕ προς τα παιδιά και τις οικογένειές τους και η προσβασιμότητά τους στις ΥΚΕ. Συντείνει, επιπλέον, στο να μην διασφαλίζεται η ανάγκη για παροχή καθολικών προγραμμάτων ενημέρωσης και εκπαίδευσης γονέων γενικότερα και δη, γονέων που εντάσσονται σε πληθυσμιακές ομάδες υψηλού κινδύνου, γύρω από θέματα άσκησης θετικού γονικού ρόλου.

      ii. Η απουσία του τομέα της πρόληψης από τις ΥΚΕ, είναι σοβαρό κενό, το οποίο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ελλιπές νομικό πλαίσιο.

      iii. Επιπρόσθετα είναι αμφίβολο, κατά πόσο η υφιστάμενη υποστελέχωση των ΥΚΕ και τα προβλήματα που συνεπάγονται αυτής, επιτρέπουν την ένταξη στο σχεδιασμό των ΥΚΕ, γενικές κοινωνικές υπηρεσίες.

      iv. Η απουσία στην Κύπρο κεντρικού φορέα, ο οποίος να παρακολουθεί και να συλλέγει δεδομένα γύρω από τους παράγοντες οι οποίοι καθιστούν τα παιδιά ευάλωτα, έχει ως αποτέλεσμα να μην αναγνωρίζεται η ανάγκη παροχής πρωτογενούς παρέμβασης σε αυτά. Συγκεντρωτικά στατιστικά δεδομένα, καθιστούν το κράτος σε θέση να αναγνωρίσει ευάλωτες ομάδες παιδιών, και να καθορίσει επιστημονικά τεκμηριωμένες πολιτικές και προγραμματισμό, καθόσον αφορά την πρόληψη σειράς προκλήσεων με τις οποίες έρχονται τα παιδιά και οι οικογένειες αντιμέτωπα.


    Εισηγήσεις Θεματικής ΙΙ

    Ενόψει των πιο πάνω η Επίτροπος υποβάλλει τις ακόλουθες εισηγήσεις:

    I. Συμπερίληψη προνοιών στο προτεινόμενο νομικό πλαίσιο (βλ. εισηγήσεις Ι, ΙΙ και ΙΙΙ, παραγράφου Β, στις Εισηγήσεις Θεματικής Ι) αναφορικά με τις αρμοδιότητες των ΥΚΕ σε ότι αφορά την πρόληψη στο πλαίσιο παροχής γενικών υπηρεσιών, με στόχο τη δημιουργία και την ενδυνάμωση πρωτογενών παρεμβάσεων στο γενικό πληθυσμό.

    II. Δημιουργία μηχανισμού συλλογής δεδομένων και τράπεζας δεδομένων, στην οποία θα συλλέγονται συγκεντρωτικά στατιστικά δεδομένα όσον αφορά τις ευάλωτες ομάδες παιδιών και οικογενειών και τους παράγοντες οι οποίοι καθιστούν τα παιδιά ευάλωτα.

    III. Μέτρηση των επιπτώσεων των μέτρων λιτότητας στην παροχή κοινωνικών υπηρεσιών στα παιδιά σε συνεργασία με ερευνητικά κέντρα ή Πανεπιστημιακά Ιδρύματα για τη λήψη επανορθωτικών μέτρων σε επίπεδο πρόληψης από τις ΥΚΕ.

    IV. Προσέγγιση των ευάλωτων ομάδων παιδιών και διασφάλιση της προσβασιμότητας όλων των παιδιών σε φιλικές για το παιδί ΥΚΕ, χωρίς διακρίσεις.

    V. Κατάρτιση προγραμμάτων πρόληψης, βασισμένων σε εμπειρικά δεδομένα και πρακτικές άλλων χωρών, στη βάση των ιδιαιτεροτήτων και αναγκών της κάθε ευάλωτης ομάδας που να αφορούν σε:


      · ενημέρωση/ ευαισθητοποίηση της κοινωνίας για τα δικαιώματα των παιδιών,

      · καθοδήγηση και μέριμνα για την κάλυψη των βασικών αναγκών των παιδιών και των οικογενειών,

      · προώθηση θετικού γονικού ρόλου,

      · πρόληψη ενδοοικογενειακής βίας,

      · συμβουλευτικές υπηρεσίες,

      · προγράμματα ενίσχυσης οικογενειών με παιδιά με αναπηρίες,

      · πρόληψη εγκληματικότητας, χρήσης ουσιών και άλλων επικίνδυνων συμπεριφορών.


    VI. Ενίσχυση του πλαισίου λογοδοσίας με την εφαρμογή σχεδιασμού, παρακολούθησης και αξιολόγησης προγραμμάτων βασισμένων σε εμπειρικά δεδομένα με την εμπλοκή παιδιών και οικογενειών.

    VII. Αύξηση της ενημέρωσης, ευαισθητοποίησης και του διαλόγου για τα δικαιώματα του παιδιού σε εθνικό και τοπικό επίπεδο.

    Θεματική ΙΙΙ: Ο τομέας της παροχής εξειδικευμένων κοινωνικών υπηρεσιών

    i. Διαπιστώνεται η μη τήρηση ενδελεχούς και εμπεριστατωμένης συλλογής δεδομένων για κάθε περίπτωση, η οποία να εφαρμόζεται σε συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια, με τη συνεργασία και τη συμβολή διεπιστημονικής ομάδας.

    ii. Απουσιάζει η χρήση εργαλείου Αξιολόγησης του Συμφέροντος του Παιδιού από τις ΥΚΕ, στη βάση των δεδομένων που συλλέγονται, για τον Προσδιορισμό του Συμφέροντος του Παιδιού (Best Interest Determination).

    iii. Η έγκαιρη παρέμβαση που επιδιώκεται να εφαρμόζεται στα πλαίσια του προγράμματος Προληπτικών Υπηρεσιών προς την Οικογένεια, δεν παρέχεται στη βάση εξειδίκευσης ΛΚΥ σύμφωνα με τη «Σύσταση της Επιτροπής Υπουργών προς τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, αναφορικά με τα δικαιώματα του παιδιού και κοινωνικές υπηρεσίες φιλικές προς τα παιδιά και τις οικογένειες» . Στην Κύπρο παρέχεται από ΛΚΥ με γενική κατεύθυνση ακαδημαϊκής μόρφωσης.

    iv. Οι περιπτώσεις που χρήζουν έγκαιρης παρέμβασης, δεν τυγχάνουν διαχείρισης στο πλαίσιο παροχής εξειδικευμένων υπηρεσιών. Λόγω υποστελέχωσης, σε κάθε ΛΚΥ συγκεντρώνεται μεγάλος φόρτος εργασίας από πλευράς αριθμού περιπτώσεων οικογενειών, των οποίων ο χειρισμός εμπίπτει στα πλαίσια διαφορετικών προγραμμάτων.

    v. Στο πλαίσιο των παρεχόμενων υπηρεσιών των ΥΚΕ προς τις οικογένειες και τα παιδιά, απουσιάζουν εξειδικευμένα προγράμματα βασισμένα σε εμπειρικά δεδομένα.

    vi. Η διαχρονική υποστελέχωση των ΥΚΕ και το ελλιπές νομικό πλαίσιο που αφορά την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών από τις ΥΚΕ, και δη τη σημερινή εποχή, κατά την οποία τα παιδιά και η οικογένεια δοκιμάζονται λόγω φτώχειας, βίας, μεγάλου κύματος μετανάστευσης και ιδρυματοποίησης παιδιών, επηρεάζει αρνητικά την ικανότητα των ΥΚΕ να ανταποκρίνονται εγκαίρως.

    vii. Η παραπομπή παιδιών και οικογενειών σε άλλες κρατικές Υπηρεσίες και η πολυθεματική συνεργασία είναι εργαλεία που χρησιμοποιούνται άτυπα, χωρίς να έχει θεσμοθετηθεί η τήρησή τους, το πλαίσιο και ο τρόπος συνεργασίας. Η άτυπη χρήση της πολυθεματικής συνεργασίας από τις ΥΚΕ, η απουσία πρωτοκόλλων συνεργασίας με άλλες Υπηρεσίες και Αρχές και η μη ενσωμάτωση των εμπλεκόμενων φορέων σε ξεχωριστές δομές/ Υπηρεσίες, δεν μπορεί να εξασφαλίσει τον απαιτούμενο συντονισμό και την αποτελεσματικότητα των δράσεων της.

    viii. Από όλα τα πιο πάνω απορρέει ότι το κράτος δεν οργάνωσε και δεν εξόπλισε τις ΥΚΕ με τέτοιο τρόπο που να διασφαλίζεται ότι σε κάθε περίπτωση αυτές είναι σε θέση να λαμβάνουν αποφάσεις που αφορούν το παιδί στη βάση Αξιολόγησης του Συμφέροντός του. Οι ΥΚΕ επίσης, δεν διαθέτουν τα κατάλληλα προγράμματα προστασίας του παιδιού εντός του οικογενειακού του πλαισίου, ούτως ώστε ενδεχόμενη μετακίνησή του να είναι, πράγματι, το τελευταίο αναγκαίο μέτρο για την προστασία του.

    Εισηγήσεις Θεματικής ΙΙΙ

    Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγω στις ακόλουθες εισηγήσεις:

    I. Τη θεσμοθέτηση στα πλαίσια του προτεινόμενου ειδικού νόμου (βλ. εισηγήσεις Ι, ΙΙ και ΙΙΙ της παραγράφου Β, στις Εισηγήσεις Θεματικής Ι), και καθιέρωση της υποχρέωσης τήρησης εμπεριστατωμένης και ενδελεχούς συλλογής δεδομένων από τις ΥΚΕ για κάθε περίπτωση παιδιού, εντός συγκεκριμένων εύλογων χρονικών πλαισίων σε συνεργασία και με τη συμβολή διεπιστημονικής ομάδας, εκεί όπου χρειάζεται, πριν από την εφαρμογή εργαλείου Αξιολόγησης του Συμφέροντος του Παιδιού και την έναρξη διαδικασιών λήψης αποφάσεων οι οποίες αφορούν ή επηρεάζουν το συμφέρον του παιδιού.

    II. Εισαγωγή στον προτεινόμενο ειδικό νόμο, (σύμφωνα με την εισήγηση υπ’ αριθμόν Ι της παραγράφου Β, στις Εισηγήσεις Θεματικής Ι) της υποχρέωσης εφαρμογής της Αξιολόγησης του Συμφέροντος του Παιδιού για κάθε περίπτωση παιδιού για τον Προσδιορισμό του Συμφέροντός του κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, στην οποία να περιλαμβάνεται Αξιολόγηση Επίδρασης στα Δικαιώματα του Παιδιού (Child Rights Impact Assessment- CRIA) όπως καθορίζει η νομολογία της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, γύρω από το δικαίωμα του παιδιού να λαμβάνεται πρωταρχικά υπόψη το συμφέρον του στη λήψη αποφάσεων που το αφορούν.

    .

    III. Τη θεσμοθέτηση και καθορισμό κριτηρίων και κατευθυντήριων γραμμών που να ρυθμίζουν τη διαδικασία Αξιολόγησης του Συμφέροντος του Παιδιού, στην οποία να περιλαμβάνεται Αξιολόγηση Επίδρασης στα Δικαιώματα του Παιδιού (Child Rights Impact Assessment- CRIA), σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομολογία.

    IV. Θεσμοθέτηση διατμηματικής συνεργασίας με άλλους εμπλεκόμενους φορείς στο πλαίσιο λειτουργίας των εξειδικευμένων προγραμμάτων.

    V. Την κατάργηση των «Προληπτικών Υπηρεσιών προς την Οικογένεια» της ΥΟΠ και την εισαγωγή εξειδικευμένων προγραμμάτων έγκαιρης παρέμβασης τα οποία να βασίζονται σε εμπειρικά δεδομένα, τα οποία, σύμφωνα με τη «Σύσταση της Επιτροπής Υπουργών προς τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, αναφορικά με τα δικαιώματα του παιδιού και κοινωνικές υπηρεσίες φιλικές προς τα παιδιά και τις οικογένειες» , να απευθύνονται, μεταξύ άλλων, σε:


      · Θύματα σωματικής και ψυχολογικής βίας, κακοποίησης και παραμέλησης.

      · Θύματα σεξουαλικής βίας και εκμετάλλευσης.

      · Γονείς με ιδιαίτερη ανάγκη εκπαίδευσης για ανάπτυξη γονικών δεξιοτήτων (π.χ. σε γονείς που ασκούν βίαιες τεχνικές και σε γονείς που ασκούν αναποτελεσματικές τεχνικές).

      · Παιδιά με γνωστικές, επικοινωνιακές, σωματικές ή άλλες αναπηρίες.

      · Παιδιά με συμπεριφορικές και συναισθηματικές δυσκολίες (πχ επιθετικότητα, ακατάλληλη σεξουαλική συμπεριφορά), χρήση ουσιών και ψυχικές διαταραχές.


    VI. Εξέταση του ενδεχόμενου λειτουργίας των προαναφερόμενων εξειδικευμένων προγραμμάτων σε ξεχωριστές δομές στις οποίες να συστεγάζονται όλοι οι εμπλεκόμενοι επαγγελματίες- εκπρόσωποι άλλων Υπηρεσιών με τους οποίους χρειάζεται να τηρείται διατμηματική συνεργασία, για σκοπούς ενίσχυσης του διατμηματικού συντονισμού (πχ. ΥΨΥ, ΥΕΨ, Αστυνομία, Νομική Υπηρεσία).

    VII. Ανάθεση εφαρμογής των εξειδικευμένων προγραμμάτων έγκαιρης παρέμβασης σε ακαδημαϊκά εξειδικευμένους ΛΚΥ.

    VIII. Ενίσχυση του πλαισίου λογοδοσίας με την εφαρμογή σχεδιασμού, παρακολούθησης και αξιολόγησης προγραμμάτων βασισμένων σε εμπειρικά δεδομένα με την εμπλοκή παιδιών και οικογενειών.

    7. Κατακλείδα

    Στη βάση των όσων έχουν αναλυθεί στην παρούσα Θέση, η Επίτροπος καλεί όλες τις εμπλεκόμενες Αρχές, όπως προβούν στις απαραίτητες ενέργειες, για την υιοθέτηση των εισηγήσεών της με σκοπό τον εκσυγχρονισμό και τη δημιουργία φιλικών προς το παιδί και την οικογένεια κοινωνικών υπηρεσιών.

    Για το λόγο αυτό η παρούσα Θέση διαβιβάζεται στην Υπουργό Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για δικές της ενέργειες στα πλαίσια των δικών της αρμοδιοτήτων. Παράλληλα, κοινοποιείται στο Γενικό Διευθυντή Υπουργείου Εργασίας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και τη Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας για σκοπούς ενημέρωσης και στην Πρόεδρο και τα Μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Ίσων Ευκαιριών Ανδρών και Γυναικών, τον Πρόεδρο και τα Μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθώς και τον Πρόεδρο και τα Μέλη Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών, για σκοπούς κοινοβουλευτικού ελέγχου.



    ΘΕΣΗ για υπηρεσίες πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης των ΥΚΕ 23.5.2017.doc (Μέγεθος Αρχείου: 590 KB)


    Αποστολή της σελίδας Αρχή
    Οικογένεια

    Δικαιώματα


    © 2008 - 2017 Κυπριακή Δημοκρατία, Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

    Αρχική Σελίδα | Κυβερνητική Πύλη Διαδικτύου | Αποποίηση | Υπεύθυνος Σελίδας