Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Μετάβαση στο περιεχόμενο

Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

Ανεξάρτητος Εθνικός Οργανισμός Δικαιωμάτων του Παιδιού - Κύπρος


Περιεκτική Περίληψη

1. Εισαγωγή

Η Έκθεση επικεντρώνεται στην εκπροσώπηση των ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών ασύλου, η οποία στηρίζεται σε διερεύνηση που πραγματοποιήθηκε την περίοδο 2015 μέχρι Σεπτέμβριο 2018. Η παρούσα Έκθεση είναι μία, από σειρά, τριών Εκθέσεων, οι οποίες στηρίζονται στη διερεύνηση της συγκεκριμένης περιόδου. Οι δύο άλλες Εκθέσεις της σειράς, πραγματεύονται, αντίστοιχα, την εκτίμηση της ηλικίας και τη μετάβαση στην ενηλικίωση των ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών ασύλου.

Δεδομένης της προσφυγικής και μεταναστευτικής κρίσης, παρατηρείται, τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο, συνεχής ροή ασυνόδευτων παιδιών, τα οποία πλειοψηφία προέρχονται κυρίως από Συρία και Σομαλία. Συγκεκριμένα, με βάση στατιστικά δεδομένα της Υπηρεσίας Ασύλου, αφίχθηκαν στην Κύπρο το 2016, 216, το 2017, 224 και το 2018 (Ιανουάριο-Οκτώβριο) 192, ασυνόδευτα παιδιά αιτητές ασύλου.

Όπως προαναφέρθηκε, η παρούσα Έκθεση είναι μια, από σειρά τριών Εκθέσεων, όπου, πραγματεύονται αντίστοιχα, την πτυχή, της εκτίμησης της ηλικίας, της εκπροσώπησης και της μετάβασης στην ενηλικίωση των ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών ασύλου. Οι τρεις συγκεκριμένες πτυχές αποτέλεσαν το αντικείμενο μελέτης τριών ξεχωριστών μεν Εκθέσεων αλλά υπο τη μορφή σειράς, λόγω της σύνδεσης, της συσχέτισης και αλληλεξάρτησης που παρουσιάζουν μεταξύ τους. Η εκτίμηση της ηλικίας έχει βαρύνουσα και καθοριστική σημασία στην διασφάλιση των δικαιωμάτων των ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών, καθότι, το αποτέλεσμα της εκτίμησης, καθορίζει τελεσίδικα και αμετάκλητα, τον μετέπειτα χειρισμό τους από τις αρμόδιες Αρχές, και την πρόσβασή τους ή μη, σε ειδικά δικαιώματα. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση που η διαδικασία εκτίμησης της ηλικίας καταλήξει ότι το άτομο είναι παιδί, αυτό διατηρεί όλα τα ειδικά δικαιώματα και τις παροχές που προβλέπονται από το κράτος για τους ασυνόδευτους ανήλικους αιτητές ασύλου εν γένει, ενώ σε περίπτωση που εκτιμηθεί ως ενήλικο, τότε τερματίζονται αμέσως τα ειδικά δικαιώματα και η προστασία που ελάμβανε. Σε περίπτωση που μια τέτοια εκτίμηση είναι λανθασμένη, ο ανήλικος τότε εκτίθεται σε πολλαπλούς κινδύνους όπως τη φτώχεια, την κράτηση, την εκμετάλλευση και τη κακοποίηση αλλά και την παραβίαση των ειδικών του δικαιωμάτων στο πλαίσιο της εξέτασης του αιτήματός του για άσυλο. Επομένως, η αποτελεσματική εκπροσώπηση των ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών από την πρώτη στιγμή που αυτοκαθορίζονται ως ανήλικοι και έρχονται αντιμέτωποι με τις Αρχές, είναι καθοριστικής σημασίας για την προστασία τους, από νομικής απόψεως, σε σχέση με παραλείψεις, παρατυπίες, παρανομίες που ενδεχομένως να προκύψουν όχι μόνο κατά τη διαδικασία εκτίμηση της ηλικίας αλλά σε όλα τα στάδια της μεταχείρισή τους, από τις αρμόδιες Αρχές. Επιπρόσθετα, η ομαλή, σταδιακή μετάβαση, των ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών στην ενηλικίωση και η στήριξη των αιτητών στην ανεξαρτητοποίηση, συνεισφέρει σημαντικά στην προσαρμογή τους στις απαιτήσεις της ενήλικης ζωής καθώς και στην ενσωμάτωσή τους στην κοινωνία.

2. Διερεύνηση 2015-18

Η Επίτροπος κατά την περίοδο 2015 μέχρι το Σεπτέμβρη 2018, διερεύνησε τις διαδικασίες που εφαρμόζονται σε σχέση με την εκτίμηση της ηλικίας, την εκπροσώπηση και την μετάβαση στην ενηλικίωση, των ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών ασύλου. Συνοπτικά, οι ενέργειες διερεύνησης στις οποίες προέβηκε ήταν πολυεπίπεδες και περιλαμβάνουν τα πιο κάτω:

    I. Διερεύνηση παραπόνων με γραπτές παρεμβάσεις (εξατομικευμένες και ομαδικές) προς τις αρμόδιες Υπηρεσίες. Την περίοδο 2015-18, διερεύνησε μετά από υποβολή παραπόνου ή/και αυτεπάγγελτα 44 περιπτώσεις ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών ασύλου, οι οποίες αφορούσαν τα πιο πάνω θέματα.

    II. Συναντήσεις Λειτουργών του Γραφείου της με εκπροσώπους της Υπηρεσίας Ασύλου (ΥΑ), συνάντηση με εκπροσώπους των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας (ΥΚΕ) και συνάντηση με εκπροσώπους Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ).

    III. Πολυθεματική συνάντηση με εκπροσώπους όλων των αρμόδιων Υπηρεσιών, της UNHCR και της Επιτρόπου Διοικήσεως σε σχέση με τη διαδικασία εκτίμησης της ηλικίας και τις διαδικασίες μετάβασης που εφαρμόστηκαν σε ομάδα 5 ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών οι οποίοι κρίθηκαν ενήλικες.

    IV. Μελέτη φακέλων ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών της ΥΑ και μελέτη φακέλων ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών των ΥΚΕ.

    V. Επισκέψεις της Επιτρόπου και Λειτουργών του Γραφείου της, σε 3 Ιδρύματα Φιλοξενίας Ασυνόδευτων Ανηλίκων Αιτητών (Σπίτι της Ελπίδας στη Λευκωσία, Πλαίσιο Ασυνόδευτων Αγοριών στη Λάρνακα και Πλαίσιο Ασυνόδευτων Κοριτσιών στη Λάρνακα).

    VI. Ομαδικές και εξατομικευμένες συνεντεύξεις με τους ασυνόδευτους ανήλικους αιτητές.

    3. Εκπροσώπηση



Ο διορισμός εκπροσώπου είναι μια από τις διαδικαστικές εγγυήσεις που έχουν καθοριστεί, από τη Νομολογία της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού και άλλες Διεθνείς Νομικές Πράξεις, για τους ασυνόδευτους ανήλικους αιτητές. Συγκεκριμένα, καθορίζουν ότι σε περιπτώσεις όπου τα παιδιά εμπλέκονται στις διαδικασίες ασύλου ή σε άλλες διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες, θα πρέπει, εκτός από το διορισμό ενός κηδεμόνα, να διορίζεται και νομικός εκπρόσωπος. Τα παιδιά θα πρέπει να ενημερώνονται για όλες τις διευθετήσεις που διενεργούνται όσον αφορά την επιμέλεια και τη νομική εκπροσώπησή τους και να λαμβάνονται υπόψη οι απόψεις τους. Το δικαίωμα των ασυνόδευτων παιδιών σε νομικές συμβουλές, νομική εκπροσώπηση και ενημέρωση, αναγνωρίστηκε και με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Στην Έκθεση παρουσιάζεται αναλυτικά το θεσμικό πλαίσιο που αφορά τη εκπροσώπηση των ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών. Ειδικότερα, παρουσιάζονται οι πρόνοιες που προβλέπονται από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, στα πλαίσια των δύο Οδηγιών 2013/33/ΕΕ και 2013/32/ΕΕ οι οποίες επιβάλλουν την εκπροσώπηση ασυνόδευτων ανηλίκων τόσο σε σχέση με τις διαδικασίες εξέτασης των αιτήσεων ασύλου τους, όσο και σε σχέση με την πρόσβαση και απόλαυση των συνθηκών υποδοχής, καθώς και οι σχετικές πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου [Ν. 6(I)/2000, όπως τροποποιήθηκε] (στο εξής ο περί Προσφύγων Νόμος). Επιπρόσθετα παρουσιάζονται οι Κατευθυντήριες Αρχές για την παροχή ποιοτικής νομικής συνδρομής στα ασυνόδευτα, τα οποία προέκυψαν από τη συγκριτική μελέτη του European Council on Refugees and Exiles-(ECRE) με τίτλο «Right to Justice: Quality Legal Assistance for Unaccompanied Children» και η διαδικασία/πρακτική η οποία εφαρμόζεται στην Κύπρο σχετικά με την εκπροσώπηση των ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών.

4. Διαπιστώσεις /Συμπεράσματα Επιτρόπου

Η Νομοθεσία καθορίζει τον Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας (ΔΥΚΕ), αφενός, ως κηδεμόνα των ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών και, αφετέρου ως εκπρόσωπο και συνδρομητή των ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών ασύλου, σε ότι αφορά τις διαδικασίες που προβλέπονται στον περί Προσφύγων Νόμο και ειδικότερα σε σχέση με τις διαδικασίες εξέτασης του αιτήματος για άσυλο. Δεν γίνεται όμως ειδική αναφορά στην ιδιότητά του ΔΥΚΕ ως εκπροσώπου των παιδιών αναφορικά με την πρόσβασή τους στις συνθήκες υποδοχής, όπως απαιτείται από την Οδηγία 2013/33/ΕΕ. Περαιτέρω, ο Νόμος καθορίζει ότι, ο ΔΥΚΕ διασφαλίζει την εκπροσώπηση του ασυνόδευτου ανήλικου σε δικαστική διαδικασία σύμφωνα με τον περί Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014.

Δεδομένων των πιο πάνω, η Επίτροπος έχει την άποψη ότι η θεσμική (νομοθετική και διοικητική) ρύθμιση της εκπροσώπησης των ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών, όσον αφορά την πρόσβασή τους σε συνθήκες υποδοχής -σε επίπεδο διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών-, και η θεσμική ρύθμιση της εκπροσώπησης σε σχέση με τις διαδικασίες εξέτασης του αιτήματός τους για άσυλο, -σε επίπεδο διοικητικών διαδικασιών-, είναι ανεπαρκής και προβληματική καθότι, οι προαναφερθείσες πρόνοιες δεν διασφαλίζουν το σύνολο των δικαιωμάτων των ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών ασύλου όπως αυτά κατοχυρώνονται, τόσο από τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες όσο και από τη Σύμβαση. Περαιτέρω, το συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο, δεν πληροί τα πλείστα πρότυπα ποιοτικής νομικής συνδρομής όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί στη σχετική μελέτη του Συμβουλίου της Ευρώπης.

H νομοθετική ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία ο ρόλος του κηδεμόνα/εκπροσώπου ανατέθηκε στο ΔΥΚΕ, είναι ιδιαίτερα προβληματική διότι ενυπάρχει εκ του νόμου και εκ των πραγμάτων σύγκρουση συμφερόντων, με τα συμφέροντα του ασυνόδευτου ανηλίκου, κάτι που δεν επιτρέπεται από τις Οδηγίες, δεδομένου ότι ο ΔΥΚΕ αποτελεί κρατική κατά τα άλλα Αρχή, η οποία εφαρμόζει κρατική πολιτική. Συγκεκριμένα, ο ΔΥΚΕ αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, την κρατική Αρχή με αρμοδιότητα να παρέχει πρόσβαση σε όλους τους αιτητές ασύλου, περιλαμβανομένων των ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών, σε συνθήκες υποδοχής καθώς, επίσης, και να απορρίπτει ή διακόπτει την παροχή υλικών συνθηκών υποδοχής. Από την άλλη, έχει ως κηδεμόνας, την υποχρέωση να διασφαλίζει τα δικαιώματα και το συμφέρον των ασυνόδευτων ανηλίκων. Η σύγκρουση προκύπτει σε περίπτωση παραβιάσεων, εκ μέρους των ΥΚΕ σε σχέση με αποφάσεις που αφορούν την παροχή στους ασυνόδευτους ανήλικους αιτητές σε συνθήκες υποδοχής, ενόψει του ότι, ο ΔΥΚΕ θα πρέπει να ενεργήσει ταυτόχρονα ως αρμόδια κρατική Αρχή, αλλά και ως κηδεμόνας για να διασφαλίσει τα δικαιώματα των ανηλίκων. Ακόμη μεγαλύτερη σύγκρουση ενυπάρχει σε τυχόν αποφάσεις αποκλεισμού ασυνόδευτων ανηλίκων από τις ειδικές συνθήκες υποδοχής, λόγω διαδικασιών εκτίμησης της ηλικίας τους στη βάση των οποίων οι κρατικές Aρχές αποφασίζουν ότι κάποιος δεν είναι ανήλικος, απόφαση που ακολουθείται από τον ΔΥΚΕ ως κρατική Αρχή, χωρίς να υφίσταται δυνατότητα του ασυνόδευτου ανήλικου να προσβάλει μια τέτοια απόφαση εάν την κρίνει λανθασμένη, αφού παύει αυτόματα η κηδεμονία/εκπροσώπηση εκ μέρους του ΔΥΚΕ.

Επιπρόσθετα, σε ότι αφορά ειδικότερα, τη νομική εκπροσώπηση των ασυνόδευτων ανηλίκων στις διοικητικές διαδικασίες εξέτασης του αιτήματός τους για άσυλο, από τον ΔΥΚΕ, σύμφωνα και με παλαιότερη θέση της Επιτρόπου, αυτή δεν είναι δυνατό να γίνεται από τον ΔΥΚΕ ή λειτουργό του αφού αφενός, δεν είναι νομικά καταρτισμένοι και εξειδικευμένοι για νομική εκπροσώπηση των ασυνόδευτων ανηλίκων και αφετέρου, όπως προαναφέρθηκε, η θέση τους ως κρατικοί λειτουργοί, εμπεριέχει από τη φύση της, σύγκρουση συμφερόντων. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι Λειτουργοί Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΛΚΥ) ανήκουν σε άλλη Υπηρεσία από την ΥΑ ή την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, δεν παύουν να είναι κρατικοί λειτουργοί και, ως εκ τούτου, να είναι ταγμένοι πρωταρχικά στη διασφάλιση των συμφερόντων του κράτους, παρά των ασυνόδευτων παιδιών αιτητών ασύλου.

Υπό το πρίσμα των υποχρεώσεων της Δημοκρατίας όπως απορρέουν από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, η Επίτροπος εκτιμά ότι η νομοθετική ρύθμιση για το θέμα, είναι προβληματική για επιπρόσθετους λόγους οι οποίοι παρουσιάζονται αναλυτικά στην Έκθεση. Οι σημαντικότεροι από αυτούς είναι οι εξής:

    I. Δεν είναι σαφές το πλαίσιο εκπροσώπησης σε σχέση με την πρόσβαση στις συνθήκες υποδοχής καθώς και τα επίπεδά τους όπως απαιτείται από την Οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής, τόσο σε σχέση με το διοικητικό, όσο σε σχέση με το δικαστικό επίπεδο.
    II. Σε σχέση με τη νομική εκπροσώπηση των ασυνόδευτων ανηλίκων ενώπιον δικαστικής Αρχής, αυτή περιορίζεται μόνο σε σχέση με τις διαδικασίες εξέτασης αιτήσεων ασύλου και δεν επεκτείνεται στις συνθήκες υποδοχής.
    III. Η επιβολή υποχρέωσης στο ΔΥΚΕ να διασφαλίζει τη νομική εκπροσώπηση των ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών ενώπιον δικαστηρίων, από την Επίτροπο, σύμφωνα με τον περί Προσφύγων Νόμο και τον αναφερόμενο Διαδικαστικό Κανονισμό, δεν κατοχυρώνει τα δικαιώματα των ασυνόδευτων παιδιών σύμφωνα με τις Οδηγίες. Ένας από τους λόγους, αφορά το ότι δεν περιλαμβάνει προσφυγές σε σχέση με τις συνθήκες υποδοχής και τα επίπεδά τους.

Στο πλαίσιο του εν λόγω Νόμου, εξακολουθεί να μην καθορίζεται ρητά το δικαίωμα των ασυνόδευτων παιδιών σε νομική εκπροσώπηση. Όσον αφορά το κατά πόσον, η εκπροσώπηση των ασυνόδευτων ανηλίκων αφορά νομική εκπροσώπηση, παρά το γεγονός ότι αυτό, δεν αναφέρεται ρητά στις Οδηγίες, λαμβάνοντας όμως υπόψη το σύνολο των διατάξεων των Οδηγιών και τους τομείς στους οποίους τα ασυνόδευτα παιδιά έχουν δικαίωμα εκπροσώπησης, η Επίτροπος έχει την άποψη, ότι πρόκειται περί νομικής ουσιαστικά εκπροσώπησης, ακόμα και στο στάδιο των διοικητικών διαδικασιών, τουλάχιστον σε ότι αφορά την εκπροσώπηση στο πλαίσιο των διαδικασιών εξέτασης της αίτησης για άσυλο. Σύμφωνη με την πιο πάνω θέση της Επιτρόπου είναι, η απάντηση που έλαβε το ΥΕ από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία επισημαίνει ότι, παρά το γεγονός ότι, ο εκπρόσωπος του παιδιού στις διαδικασίες εξέτασης αιτήσεων ασύλου μπορεί να είναι ο ίδιος με τον κηδεμόνα του σε ότι αφορά τη διασφάλιση ελάχιστων συνθηκών υποδοχής, στην πράξη όμως, ο εκπρόσωπος στις διαδικασίες θα πρέπει να έχει νομική κατάρτιση/υπόβαθρο και να διασφαλίζεται ότι, τα συμφέροντα του εκπροσώπου δεν συγκρούονται με αυτά του ασυνόδευτου ανηλίκου.

Δεδομένων των πιο πάνω, η Επίτροπος έχει την άποψη ότι, με βάση τις πραγματικότητες που υφίστανται στην Κύπρο και το σύστημα νομικής εκπροσώπησης, για οποιαδήποτε υπόθεση, όπως καθορίζεται από τον περί Δικηγόρων Νόμο, μόνο δικηγόροι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Δικηγόρων που Ασκούν το Επάγγελμα, μπορούν να παρέχουν νομική εκπροσώπηση στους ασυνόδευτους ανήλικους.
Οι θέσεις της Επιτρόπου για τη νομική φύση της εκπροσώπησης των ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών και της σύγκρουσης συμφερόντων που ενυπάρχει με την ανάθεση του ρόλου του εκπροσώπου στο ΔΥΚΕ, υιοθετήθηκαν και από τον Επίτροπο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΣτΕ, Nils Muižnieks και περιλήφθηκαν στην Έκθεση του ημερ. 31/03/2016, που αφορά την επίσκεψη που πραγματοποίησε στην Κύπρο κατά την περίοδο 7-11 Δεκεμβρίου 2015 καθώς και σε επιστολή του προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 26/10/2016, η οποία δημοσιοποιήθηκε. Ειδικότερα ο Επίτροπος στην εν λόγω Έκθεση, αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα «[…] The Commissioner agrees with the Commissioner for Children’s Rights who considers that there is a conflict of interest in such situations and that this leaves unaccompanied minors effectively without proper legal representation in asylum procedures.» (παράγραφος 28).

Η Επίτροπος εντόπισε σοβαρές παραβιάσεις της νομικής εκπροσώπησης στα πλαίσια της διαδικασίας εκτίμησης της ηλικίας που εφαρμόζεται για τους ασυνόδευτους ανήλικους αιτητές. Στα πλαίσια της διαδικασίας εκτίμησης της ηλικίας, ο ρόλος του νομικού εκπροσώπου είναι να παρέχει συμβουλές σχετικά με τα νομικά ζητήματα που συνδέονται με τη διαδικασία και, επομένως, πρέπει να είναι ξεχωριστός από τον ρόλο του κηδεμόνα. Το γεγονός ότι ο ρόλος του κηδεμόνα και ο ρόλος του νομικού εκπροσώπου ασκούνται ταυτόχρονα από το ΔΥΚΕ και, επομένως, ασκούνται από το ίδιο κάθε φορά πρόσωπο και συγκεκριμένα από την αρμόδια ΛΚΥ για τα ασυνόδευτα παιδιά έκαστης επαρχίας, παραβιάζει τις εγγυήσεις της διαδικασίας εκτίμησης της ηλικίας που αφορούν τον κηδεμόνα, το νομικό εκπρόσωπο και της προϋπόθεσης για ανεξαρτησία μεταξύ τους.


Παρόλες τις θεσμικές ανεπάρκειες του συστήματος της νομικής εκπροσώπησης των ασυνόδευτων ανηλίκων, η Επίτροπος αναγνωρίζει τις προσπάθειες που καταβάλλουν οι ΥΚΕ προκείμενου να ανταποκριθούν στο συγκεκριμένο, παράταιρο των αρμοδιοτήτων τους ρόλο, που τους επιβλήθηκε. Περαιτέρω, η Επίτροπος εκτιμά ότι, οι ΥΚΕ ανταποκρίνονται ικανοποιητικά στο επίπεδο της πρωταρχικής ενημέρωσης των ασυνόδευτων ανηλίκων που αφορά τα γενικά δικαιώματα και τις γενικές απαιτήσεις που περιλαμβάνουν οι διαδικασίες ασύλου και Δουβλίνου.


Προκύπτουν όμως, σοβαρές ανεπάρκειες και προβλήματα στην μετέπειτα ανταπόκριση των ΥΚΕ σε ότι αφορά και την εκπροσώπηση των ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών στο στάδιο των διοικητικών διαδικασιών σε σχέση με την εξέταση των αίτησεών τους. Συγκεκριμένα, η Επίτροπος θεωρεί ότι οι ΛΚΥ δεν είναι σε θέση, ενόψει του ότι δεν έχουν νομική κατάρτιση, να ανταποκρίνονται σε όλα όσα, οι εν λόγω διαδικασίες αιτήσεων, απαιτούν π.χ. να χειρίζονται σύνθετες αιτήσεις Δουβλίνου, να δίνουν εξατομικευμένες νομικές εξηγήσεις ή/και νομικές συμβουλές για πτυχές που αφορούν τις αιτήσεις τους, αλλά ούτε και να τους προστατεύουν νομικά από παρατυπίες στα πλαίσια των διαδικασιών ή/και των συνεντεύξεων.

Να σημειωθεί ότι, οι πολλαπλοί ρόλοι των ΥΚΕ (κηδεμόνα και εκπροσώπου) οι οποίοι ουσιαστικά ασκούνται από το ίδιο άτομο, τον αρμόδιο ΛΚΥ για τους ασυνόδευτους ανηλίκους αιτητές ασύλου, σε συνδυασμό με τους μεγάλους αριθμούς και τη συνεχόμενη ροή ασυνόδευτων παιδιών, δημιουργούν ανυπέρβλητο φόρτο εργασίας στους αρμόδιους ΛΚΥ και συντείνουν στην επαγγελματική τους εξουθένωση. Αυτά με τη σειρά τους, ενδεχομένως, να επηρεάζουν την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών προς ασυνόδευτους ανηλίκους αιτητές.



    5. Συστάσεις της Επιτρόπου

Η Επίτροπος της εισηγείται διάφορες τροποποιήσεις των διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου που αφορούν την εκπροσώπηση των ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών ασύλου. Οι σημαντικότερες από τις εισηγήσεις της είναι οι εξής:
    I. Να καθοριστεί ρητά ότι η εκπροσώπηση των ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών ασύλου αφορά νομική εκπροσώπηση.
    II. Η εκπροσώπηση των ασυνόδευτων ανηλίκων σε σχέση με τις συνθήκες υποδοχής, τη δυνητική κράτηση και τις διαδικασίες εξέτασης των αιτήσεών τους για άσυλο, στο στάδιο των διοικητικών διαδικασιών να ανατεθεί ρητά από το Νόμο, σε ανεξάρτητο θεσμό ή σε ΜΚΟ, ο οποίος να διαθέτει την αναγκαία εμπειρογνωμοσύνη, να μην προκύπτει σύγκρουση συμφερόντων με τα συμφέροντα των ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών και ειδικότερα σε σχέση με την πρόσβασή τους στις συνθήκες υποδοχής και τις διαδικασίες εξέτασης των αιτήσεών τους για άσυλο, να διαθέτει επαγγελματίες με νομική κατάρτιση.
    III. Να καθορίζεται ρητά ότι η αρμοδιότητα της νομικής εκπροσώπησης των ασυνόδευτων ανηλίκων αιτητών ενώπιον δικαστηρίων ανατίθεται στην Επίτροπο, παραπέμποντας στο θεσμικό της Νόμο [74(Ι)/2007] και όχι στον Διαδικαστικό Κανονισμό και επιπρόσθετα να καλύπτει και τις συνθήκες υποδοχής και τα επίπεδά τους.
    IV. Να διευκρινιστεί/αποσαφηνιστεί το πλαίσιο εκπροσώπησης σε σχέση με την πρόσβαση στις συνθήκες υποδοχής, τα επίπεδά τους και σε θέματα κράτησης.
Περαιτέρω η Επίτροπος συστήνει τη μελέτη των προτύπων ποιοτικής νομικής συνδρομής όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί στη σχετική μελέτη του Συμβούλιου της Ευρώπης, καθώς και την προώθησή τους σε πολιτικές/διαδικασίες/πρακτικές. Μέχρι τη νομοθετική διαφοροποίηση της νομικής εκπροσώπησης και ενόσω η συγκεκριμένη αρμοδιότητα παραμένει στις ΥΚΕ, εισηγείται, τη μη εναλλαξιμότητα των ΛΚΥ που αναλαμβάνουν τη νομική εκπροσώπηση των ασυνόδευτων ανηλίκων και τη συστηματική εκπαίδευσή τους σε νομικές πτυχές του ασύλου. Παράλληλα, συστήνει τη μελέτη και υιοθέτηση καλών πρακτικών και προγραμμάτων άλλων χωρών.

6. Κατακλείδα

Η Έκθεση, διαβιβάστηκε στον Υπουργό Εσωτερικών, την Υπουργό Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, τον Προϊστάμενο Υπηρεσίας Ασύλου και τη Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας για δικές τους ενέργειες στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους.

Παράλληλα, κοινοποιήθηκε στην Επίτροπο Διοικήσεως ως Ανεξάρτητη Εθνική Αρχή Ανθρώπινων Δικαιωμάτων για σκοπούς ενημέρωσης, στον Πρόεδρο και Μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών και την Πρόεδρο και Μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Ίσων ευκαιριών μεταξύ Ανδρών και Γυναικών, για σκοπούς κοινοβουλευτικού ελέγχου, καθώς και στην Υπάτη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες στην Κύπρο (UNHCR), τις ΜΚΟ Κυπριακό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες (πρώην Future Worlds Center), Κίνηση για Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμό (ΚΙΣΑ), Hope for Children και Cyprus STOP Trafficking, που έχουν διαβιβάσει στην Επίτροπο περιπτώσεις οι οποίες έχουν αξιοποιηθεί στην κατάρτιση της παρούσας Έκθεσης, για σκοπούς ενημέρωσης.



Κατεβάστε το αρχείο Word Έκθεση εκπροσώπηση ασυνόδευτων Δεκ.2018.docx

Πίσω στην προηγούμενη σελίδα

Back To Top