Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Μετάβαση στο περιεχόμενο

Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

Ανεξάρτητος Εθνικός Οργανισμός Δικαιωμάτων του Παιδιού - Κύπρος

Ομιλία στο Λύκειο Λειβαδιών Λάρνακα  7-5-2008.doc
Η διοργάνωση σεμιναρίων στα σχολεία για τη διάδοση και ευαισθητοποίηση των Νέων μας σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι μια σημαντική δραστηριότητα, την οποία χαιρετίζω πάντα με ιδιαίτερη ικανοποίηση. Αναμφίβολα, η διαρκής ενημέρωση, επιμόρφωση και ευαισθητοποίηση της νεολαίας σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνιστά τη βασικότερη προϋπόθεση για τη δημιουργία μιας κουλτούρας σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέσα στη νέα γενιά. Γι΄αυτό και συγχαίρω τους διοργανωτές και όλους εσάς που συμμετέχετε και εύχομαι η δική σας γενιά να φέρει την πραγματική αλλαγή και να βιώσει μια κοινωνία με ίσες ευκαιρίες και σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το 2007 έχει κυρηχθεί “Ευρωπαϊκό Έτος Ίσων Ευκαιριών για Όλους”. Στόχος είναι η ευαισθητοποίηση των Ευρωπαίων για το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης και το δικαίωμα σε μια ζωή χωρίς διακρίσεις, δύο βασικές αρχές που χαρακτηρίζουν την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο Ευρωπαίος Επίτροπος για την Απασχόληση, Κοινωνικές Υποθέσεις και Ίσες Ευκαιρίες, Vladimir Spidla, δηλώνει: «Οι Ευρωπαίοι έχουν δικαίωμα στην ίση μεταχείριση και σε μια ζωή χωρίς διακρίσεις. Στόχος του Ευρωπαϊκού Έτους Ίσων Ευκαιριών για Όλους είναι να διασφαλίσει ότι όλοι γνωρίζουν αυτό το δικαίωμα. Η Ευρώπη έχει ένα πλούσιο στρατό ταλέντων. Δεν μπορούμε να μην τα εκμεταλλευτούμε».

Η αρχή της ισότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω, φύλου, φυλής, εθνότητας, θρησκείας, γλώσσας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, κοινωνικής καταγωγής, γέννησης, πλούτου, κοινωνικής τάξης, ηλικίας, αναπηρίας, γενετήσιου προσανατολισμού αλλά και οποιουδήποτε άλλου λόγου είναι βασικότατη αρχή του δικαίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στην Κύπρο διασφαλίζεται από το Σύνταγμα (που είναι ο υπέρτατος Νόμος του κράτους) αλλά και από πληθώρα Συμβάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων που έχει επικυρώσει η χώρα μας (τόσο στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών όσο και του Συμβουλίου της Ευρώπης), καθώς και από πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην οποία από την 1η του Μάη του 2004 είμαστε μέλος.

Σειρά πράξεων της Ε.Ε (Οδηγίες και Κανονισμοί) στοχεύουν στην πρόληψη και καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού. Οι πράξεις αυτές καλύπτουν τους τομείς της απασχόλησης, της εκπαίδευσης, κοινωνικής ασφάλισης, υγειονομικής περίθαλψης, πρόσβασης σε αγαθά και υπηρεσίες και στέγαση. Ιδιαίτερα εκτενείς ρυθμίσεις καλύπτουν την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φύλου.

Συνεπεία τούτου ήταν σημαντικές αλλαγές στη νομοθεσία των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου, αλλά και υιοθέτηση διαφόρων συνοδευτικών μέτρων, δηλαδή, δράσεων για διάδοση πληροφοριών, ευαισθητοποίηση, ανταλλαγή εμπειριών, κατάρτιση, και πρόσβαση στη δικαιοσύνη, κ.τ.λ, οι οποίες στοχεύουν στην εγγύηση της ουσιαστικής εφαρμογής και τήρησης της νομοθεσίας κατά των διακρίσεων. Κατά συνέπεια, η διάκριση για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι απλώς ηθικά απαράδεκτη, είναι και παράνομη.

Οι νομοθεσίες καλύπτουν τόσο τις άμεσες όσο και τις έμμεσες διακρίσεις.
· Άμεση διάκριση υπάρχει όταν ένα πρόσωπο υφίσταται λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση από άλλο πρόσωπο σε ανάλογη κατάσταση ακριβώς λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.
Þ Άμεση διάκριση είναι, για παράδειγμα, η αντίδραση γονέων ή παιδιών ότι δεν θέλουν τα παιδιά τους να είναι στο ίδιο σχολείο με τσιγγάνους ή αλλοδαπούς, ή η αγγελία για θέση εργασίας που αναφέρει ότι δεν γίνονται δεκτά άτομα με ειδικές ανάγκες.
· Έμμεση διάκριση γίνεται όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική ενδέχεται να προκαλέσει μειονεκτική μεταχείριση προσώπων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού, εκτός εάν η πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικά για εξυπηρέτηση ενός θεμιτού σκοπού. Και έμμεση διάκριση επιτρέπεται μόνο εφόσον μπορεί να αιτιολογηθεί αντικειμενικά και δεν αντίκειται στο νόμο.
Þ Έμμεση διάκριση είναι, για παράδειγμα, όταν ζητείται σε αίτηση για συγκεκριμένη θέση η γνώση ορισμένης γλώσσας, παρόλο που η γλώσσα δεν είναι απαραίτητη για τη θέση. Η εξέταση αυτή θα απέκλειε ενδεχομένως άτομα που έχουν διαφορετική μητρική γλώσσα.
Άλλα παραδείγματα διακρίσεων είναι:
· αποκλεισμός από τις παρέες παιδιών άλλης θρησκείας, άλλης γλώσσας ή άλλης εθνοτικής καταγωγής
· η δημιουργία στερεότυπων για συγκεκριμένες ομάδες ότι δηλαδή έχουν δυνατότητες για άλλες επιδόσεις (συνήθως χαμηλότερων από άτομα άλλων ομάδων) το οποίο μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τις ικανότητες αυτών των προσώπων
· απόρριψη από θέση εργασίας ατόμων τα οποία «δεν ταιριάζουν» λόγω θρησκείας ή σεξουαλικής προτίμησης
· ανάθεση ορισμένων εργασιών (συνήθως πολύ υποδεέστερων) σε ορισμένες εθνικές ομάδες και όχι σε άλλες
· η ανάθεση σε γυναίκες ορισμένων μόνο εργασιών ενώ σε άνδρες άλλων (συνήθως ποιοτικά ανώτερων)
· απόρριψη αλλοδαπών (φιλιππινέζων, πακιστανών) από τη δυνατότητα να ενοικιάσουν διαμέρισμα που βρίσκεται προς ενοικίαση γιατί οι γείτονες δεν επιθυμούν στην πολυκατοικία αλλοδαπούς.

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορούν να γίνουν εξαιρέσεις από την αρχή της ίσης μεταχείρισης χωρίς να συνιστούν παραβίαση, π.χ. για τη διατήρηση της δεοντολογίας θρησκευτικών οργανώσεων με θρησκευτικές παραδόσεις, ή για την εφαρμογή μέτρων που προωθούν την ένταξη των γηραιότερων ή των νέων εργαζομένων στην αγορά εργασίας, αλλά τέτοιου είδους παρεκκλίσεις είναι σαφώς περιορισμένες.

Στη χώρα μας η παρουσία σημαντικού αριθμού ανθρώπων από άλλη φυλή, άλλη εθνοτική καταγωγή, διαφορετική θρησκεία, χρώμα, πολιτικές πεποιθήσεις, είναι νέο φαινόμενο. Προέκυψε τις τελευταίες δεκαετίες, πρώτα λόγω της δικής μας ανάγκης να εισάξουμε ξένα εργατικά χέρια για εργασίες που οι Κύπριοι, πλέον, δεν προσφέρονταν (οικιακοί βοηθοί, εργάτες σε εργοστάσια, στη γεωργία). Και ακολούθως, με την προοπτική της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επαυξήθηκε η έλευση μεγάλου αριθμού ξένων φοιτητών, οικονομικών μεταναστών, αιτητών ασύλου. Η Κύπρος παραδοσιακά υπήρξε χώρα εξαγωγής μεταναστών. Οι παππούδες και προπάπποι σας είχαν μεταναστεύσει για ένα καλύτερο μέλλον στην Αυστραλία, στην Αγγλία, στις Ηνωμένες Πολιτείες, και μετά το 1974, στις Αραβικές χώρες. Σήμερα η Κύπρος έχει γίνει χώρα υποδοχής μεταναστών. Άνθρωποι που έρχονται στη χώρα μας, για ένα καλύτερο αύριο. Σήμερα βλέπουμε στα σχολεία παιδιά από διαφορετικές φυλές και εθνότητες, βρίσκονται στα σπίτια μας, στους χώρους εργασίας, κυκλοφορούν στους δρόμους και στους χώρους αναψυχής.

Αλλά, δεν φαίνεται να έχουμε εξοικειωθεί με το φαινόμενο και, χειρότερα, δεν έχουμε συμβάλει, ως κράτος, στην ενσωμάτωση αυτών των ανθρώπων στη δική μας κοινωνία. Υπάρχει προκατάληψη έναντι αυτών των ανθρώπων. Ασυναίσθητα τους ομαδοποιούμαι και τους θεωρούμαι υποδεεστέρους σε αξία, σε αξιοπρέπεια, σε εξυπνάδα, ίσως, και σε κανόνες ηθικής. Λίγοι είναι οι Κύπριοι, οι οποίοι χωρίς ενδοιασμούς συνάπτουν φιλίες με ξένους, εμπιστεύονται ξένους, θεωρούν τη θρησκεία, την ιστορία, τον πολιτισμό και την κουλτούρα άλλων ανθρώπων ισότιμη με την δική τους.
Από τα στοιχεία του ευρωβαρόμετρου, έρευνας που διεξάχθηκε στο πλαίσιο της ετοιμασίας για το Ευρωπαϊκό Έτος Ίσων Ευκαιριών, έχει καταδεχτεί ότι οι Κύπριοι είναι επιρρεπείς σε διακρίσεις. Φάνηκε ότι σε πολύ ψηλότερο ποσοστό από τα άλλα κράτη μέλη (67%) θεωρούν ότι έχουν γίνει όλες οι προσπάθειες που έπρεπε ώστε να καταπολεμηθούν οι διακρίσεις. Θεωρούν ότι στη μάχη κατά των διακρίσεων κύριο ρόλο διαδραματίζουν το σχολείο, οι γονείς και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Μόνο 37% των Κυπρίων δηλώνουν ότι γνωρίζουν την ύπαρξη νόμων κατά των διακρίσεων και τα δικαιώματα αυτών που πέφτουν θύματα διακρίσεων ή παρενόχλησης.

Η ισότητα των φύλων είναι ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο που έχει ιδιαίτερη νομική κατοχύρωση. Το Σύνταγμα αλλά και οι διεθνείς συμβάσεις που δεσμεύον τη Δημοκρατία, όπως προανέφερα, (με κορωνίδα της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για την Εξάλειψη Κάθε Μορφής Διάκρισης Εναντίων των Γυναικών – Ν. 78/85), συνυφασμένα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, διασφαλίζουν ένα αυτόνομο, εκτεταμένο δικαίωμα ισότητας και ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, το οποίο αναγνωρίζει παράλληλα την ιδιαιτερότητα του φύλου της γυναίκας. Περιλαμβάνει ισότητα ενώπιον του Νόμου και της Διοίκησης. Ισότητα ευκαιριών, ισότητα αξιοπρέπειας.

Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ανοίξει νέους ορίζοντες στον τομέα αυτό. Η ισότητα των φύλων κατέχει περίοπτη θέση στο Κοινοτικό Κεκτημένο, αποτελεί θεμελιώδη αρχή και θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, - αναγάγεται σε θεμελιώδη αποστολή και στόχο της Κοινότητας και επιβάλλει τη θετική υποχρέωση «να εξαλειφθούν οι ανισότητες και να προαχθεί η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών” σε όλους τους τομείς.

Επομένως, δεν μιλούμε, πλέον, για εξάλειψη διακρίσεων λόγω φύλου, αλλά κάτι πολύ περισσότερο για εξάλειψη ανισοτήτων. Ανισότητες, είναι οι πραγματικές καταστάσεις που θίγουν, κυρίως, τις γυναίκες και οφείλονται σε προκαταλήψεις και στερεότυπα για το ρόλο και τις ικανότητες τους. Σειρά αποφάσεων του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), τονίζουν ότι οι γυναίκες δεν είναι ούτε ομάδα ούτε μειοψηφία, αλλά “μία από τις δύο μορφές του ανθρώπινου όντος”. Δέχονται, όμως, σαν πραγματικό γεγονός ότι, ακόμα, και όταν οι άνδρες και γυναίκες έχουν ίσα προσόντα, υπάρχει τάση προτίμησης των ανδρών, η οποία οφείλεται σε προκαταλήψεις και στερεότυπες ιδέες για το ρόλο και τις ικανότητες της γυναίκας. Δύο άτομα διαφορετικού φύλου που έχουν ίσα προσόντα δεν σημαίνει ότι έχουν και ίσες ευκαιρίες.

Για αντιμετώπιση αυτού, η Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπει τη λήψη θετικών μέτρων, τα οποία στόχο έχουν να διευκολύνουν το λιγότερο εκπροσωπούμενο φύλο στην αγορά εργασίας. Τα μέτρα αυτά δεν αποτελούν διακρίσεις, ούτε αποκλίσεις από την αρχή της ισότητας των φύλων, αλλά μέσο αναγκαίο για την ουσιαστική και αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής της ισότητας. Δεν αναιρούν την αρχή της αξιοκρατίας, δεν επιτρέπουν να προτιμηθεί ένα άτομο του ενός φύλου σε βάρος του άλλου φύλου που έχει περισσότερα προσόντα. Τα θετικά μέτρα επιτρέπονται στις περιπτώσεις ίσων προσόντων. Βεβαίως η κοινωνική πραγματικότητα καταδεικνύει ότι τη μεγαλύτερη ανάγκη για λήψη θετικών μέτρων υπάρχει υπέρ των γυναικών.

Η Ε.Ε έχει υιοθετήσει στρατηγική για την καταπολέμηση των διακρίσεων. Το Κοινοτικό Κεκτημένο περιέχει πληθώρα ειδικών ρυθμίσεων (Οδηγιών και Κανονισμών) που στοχεύουν στην ισότητα των δύο φύλων:
· ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά τις ευκαιρίες στην αγορά εργασίας και τη μεταχείριση στην εργασία
· ισότητα της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας
· εφαρμογή της αρχής της ίσης αμοιβής για άνδρες και γυναίκες
· αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών καθόσον αφορά πρόσβαση στην απασχόληση, στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση και συνθήκες εργασίας
· εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης στα σχέδια επαγγελματικής κοινωνικής ασφάλισης
· αρχή της ίσης μεταχείρισης σε αυτοεργοδοτούμενους και συζύγους που βοηθούν
· την ασφάλεια και υγεία των εγκύων εργατών και γαλουχουσών εργατών
· πλαίσιο για γονική άδεια λόγω γέννησης ή υιοθεσίας για τη φροντίδα και ανατροφή – αυτοτελές δικαίωμα για κάθε παιδί
· βάρος της απόδειξης σε περιπτώσεις διακρίσεων λόγω φύλου
· της ίσης μεταχείρισης ατόμων ανεξάρτητα από φυλετική ή εθνική καταγωγή
· μεταχείριση στην εργασία και την απασχόληση

Είναι γεγονός ότι η ένταξη στην Ε.Ε είχε τεράστια επίδραση στα θέματα γυναικών. Στα πλαίσια της εναρμόνισης με το Κοινοτικό Κεκτημένο ψηφίστηκε μεγάλος αριθμός νομοθετημάτων και δημιουργήθηκαν νέοι μηχανισμοί για εφαρμογή αυτών των νομοθεσιών.

Σήμερα μπορεί να λεχθεί ότι, η ισότητα των δύο φύλων είναι νομικά κατοχυρωμένη. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι έχουν λυθεί τα πραγματικά προβλήματα και έχουν εξαλειφθεί οι ανισότητες, οι πραγματικές καταστάσεις που οφείλονται σε προκαταλήψεις και στερεότυπα για το ρόλο και τις ικανότητες των γυναικών.
Στη σημερινή Κυπριακή Κοινωνία είναι πασιφανές, αλλά και στατιστικά αποδεδειγμένο, ότι η γυναίκα βρίσκεται σε πολύ μειονεκτική θέση, τόσο στο πλαίσιο της οικογένειας όσο και στη δημόσια σφαίρα της ζωής.

Η συμμετοχή της γυναίκας στο δημόσιο βίο και, ιδιαίτερα, στα λεγόμενα “κέντρα λήψεως αποφάσεων” είναι εξαιρετικά μικρή. Στα πολιτειακά αξιώματα οι αριθμοί είναι πολύ φτωχοί, στον πολιτικό βίο εξίσου πενιχροί. Στην Κύπρο, οι γυναίκες συνιστούν μόνο το 14% του συνόλου των μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων, το 19% του συνόλου των Δημοτικών Συμβούλων, και το 19% των μελών των Ημικρατικών Οργανισμών, ενώ η αντιπροσώπευση τους στα «κέντρα λήψεως των αποφάσεων» του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα δεν ξεπερνά το 18% (στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι το ποσοστό αυτό να φτάνει το 40%).

Στην αγορά εργασίας γενικά, η γυναίκα αμείβεται χαμηλότερα. Παρόλο που η μόρφωση της Κύπριας γυναίκας βρίσκεται στα ίδια επίπεδα με του άνδρα, οι γυναίκες εργοδοτούνται σε κλάδους εργασίας με ποιοτικά χαμηλότερες θέσεις και χαμηλότερες αμοιβές. Γενικά αποδίδεται μικρότερη αξία στην εργασία της γυναίκας και υπάρχουν στερεότυπα και προκαταλήψεις ότι η γυναίκα μπορεί να προσφέρει μόνο σε ορισμένους τομείς, όπως η υγεία, η δημόσια διοίκηση, η εκπαίδευση, και μάλιστα εκπαίδευση στη χαμηλότερη βαθμίδα, (προδημοτική και δημοτική) και όχι σε κλάδους τεχνικών και τεχνολογικών θεμάτων, ή με διευθυντικές ευθύνες. Σύμφωνα με στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας (2004) 42% των εργαζομένων γυναικών αμείβονται με μισθούς κάτω των 600 λιρών μηνιαίως, ενώ μόνο 15.3% των εργαζομένων ανδρών ανήκουν σ΄ αυτή τη μισθολογική κατηγορία. Σήμερα στην Κύπρο η αμοιβή των γυναικών είναι κατά 25% χαμηλότερη από των ανδρών για την ίδια ή για ίσης αξίας εργασία (ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση η απόκλιση είναι 15%).

Αναντίλεκτα σήμερα στην Κύπρο η ισότητα και η απαγόρευση διάκρισης για οποιοδήποτε λόγο, είναι νομικά κατοχυρωμένη. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι έχει επιτευχθεί η πραγματική ισότητα και παρέχονται ίσες ευκαιρίες σε όλους. Το ερώτημα που γεννάται είναι γιατί η αλλαγή είναι τόσο αργή.

Είναι παραδεκτό, και τούτο δεν ισχύει μόνο για την Κύπρο αλλά και διεθνώς, ότι η βασική αιτία για την αναχαίτιση της προόδου στην ουσιαστική ισότητα, αλλά και στην παροχή ίσων ευκαιριών σε όλους, είναι οι βαθιά ριζωμένες αρνητικές στάσεις, νοοτροπίες και στερεότυπα που είναι εμπεδωμένα στην κοινωνία.
Ας αναλογιστεί ο καθένας από εσάς τι στερεότυπα έχουμε μέσα μας, για τα άτομα άλλης φυλής, άλλης εθνοτικής καταγωγής, άλλων θρησκευτικών πεποιθήσεων, άλλης κουλτούρας, άλλου γενετήσιου προσανατολισμού, για άτομα με αναπηρίες αλλά και για τους ρόλους των φύλων, για τις ικανότητες των ανδρών και των γυναικών. Η νομοθεσία από μόνη της δεν είναι αρκετή για να καταπολεμήσει αποτελεσματικά στάσεις, προκαταλήψεις, και νοοτροπίες.

Πιστεύω ότι:
Για να καταπολεμηθεί, το φαινόμενο της διάκρισης και των μειονεκτημάτων που αντιμετωπίζουν πάνω σε καθημερινή βάση τόσο οι γυναίκες αλλά και άτομα άλλης φυλής και άλλης εθνοτικής καταγωγής, άλλης θρησκείας, άλλης κουλτούρας, άτομα ευάλωτα, στη χώρα μας, απαιτείται να αντιμετωπιστούν βαθιά ριζωμένες αξίες, στάσεις, στερεότυπα και νοοτροπίες, που εργάζονται ενάντια στην παροχή ίσων ευκαιριών σε αυτές τις ομάδες. Ιδεολογίες περί “ανδρισμού” και για “ανδρικά” καθήκοντα και επαγγέλματα, αλλά και θεωρίες περί ανωτερότητας επειδή κάποιος είναι λευκός, είναι Έλληνας, είναι Κύπριος, είναι χριστιανός, όχι μόνο εμποδίζουν την πρόοδο αλλά οδηγούν και σε άλλες καταστάσεις όπως, η βία στην οικογένεια στο σχολείο και στον εργασιακό χώρο.

Πιστεύω ότι η αρχή πρέπει να γίνει μέσα από την παιδεία, τα σχολεία, τη διδασκαλία και την κουλτούρα με την οποία διαπλάθονται τα παιδιά μας.
Στο σχολείο πρέπει να δεχθούμε τα παιδιά από άλλη εθνότητα, από άλλη θρησκεία, από άλλη φυλή, τα άτομα με οποιαδήποτε διαφορετικότητα, άτομα με αναπηρίες, σαν ισότιμους συμμαθητές, να τα δεχθούμε σαν φίλους, με τους οποίους μπορούμε να παίζουμε, να διαβάζουμε, να ανταλλάσουμε απόψεις σε θέματα πολιτιστικά σε θέματα πολιτικά, σε θέματα ιστορίας. Μπορούμε να διαφωνούμε μέσα στα πλαίσια της ευπρέπειας, μπορούμε να ανταλλάσουμε επιχειρήματα. Αυτό είναι θεμιτό και βοηθά και την κάθε πλευρά να αντιληφθεί τις πολιτισμικές αξίες της άλλης και, στο τέλος, να καταλάβουμε όλοι, ότι ο κόσμος ο οποίος ζούμε σήμερα είναι ένας κόσμος διαφορετικότητας, με ανθρώπινα όντα ισότιμα μεταξύ τους, παρά τη διαφορά στο φύλο, τη φυλή, την εθνότητα, τη θρησκεία, το χρώμα, τη γλώσσα, τις πολιτικές πεποιθήσεις. Τούτο δεν σημαίνει με κανένα τρόπο ότι δεν πρέπει να είμαστε περήφανοι για την δική μας κουλτούρα, την παιδεία, τη θρησκεία, την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα που απολαμβάνουμε στην χώρα μας. Αλλά μόνο εάν σεβαστούμε και το δικαίωμα οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου στη χώρα μας να απολαμβάνει σεβασμού της δικής του κουλτούρας, παιδείας, θρησκείας, ελευθερίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θα μπορούμε να έχουμε απαίτηση και οι ξένοι στην χώρα μας να κάνουν το ίδιο. Πρέπει να θυμούμαστε ότι κάποιες εθνικές μειονότητες είναι πιο ευάλωτες από άλλες. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ο σεβασμός και αναγνώριση των δικαιωμάτων των άλλων μας επιτρέπει να απαιτούμε σεβασμό και αναγνώριση των δικών μας θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Προγράμματα για εκπαίδευση και κατάρτιση της νεολαίας, όπως το δικό σας Συνέδριο, που στοχεύουν σε ενημέρωση και ευαισθητοποίηση, μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στη δημιουργία μιας άλλης νοοτροπίας, μιας άλλης κουλτούρας, που θα επιτρέψει την ανοχή στη διαφορετικότητα, εξάλειψη των διακρίσεων και την παροχή ίσων ευκαιριών σε όλους.

Η Κύπρος είναι, κράτος δικαίου με σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υψηλό οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο, πολύ υψηλό, κατά μέσο όρο, επίπεδο μόρφωσης, ιδιαίτερα στη νέα γενιά, και η παροχή ίσων ευκαιριών δεν είναι απλώς μια πράξη δικαιοσύνης, αλλά αποτέλεσμα ανάγκης, για να αντιμετωπιστούν οι απαιτήσεις της σύγχρονης ζωής.

Ας μην μας διαφεύγει το γεγονός ότι, ο αποκλεισμός αμάδων του πληθυσμού από το δικαίωμα συμμετοχής και προσφοράς με ίσες ευκαιρίες, σημαίνει αποκλεισμό ταλέντων, για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του Ευρωπαίου Επιτρόπου, σημαίνει μη εκμετάλλευση μεγάλης ομάδας του πληθυσμού της γης που μπορούν να προσφέρουν.

Τέλος ας μην ξεχνούμε ότι έλλειψη ισότητας και μη παροχή ίσων ευκαιριών σε όλους συνιστά θεμελιώδη παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Και ο σεβασμός ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθορίζει το επίπεδο της δημοκρατίας και εμπέδωσης του κράτους δικαίου μιας χώρας. Εκπτώσεις στα ανθρώπινα δικαιώματα σημαίνει έλλειμμα δημοκρατίας.







Κατεβάστε το αρχείο Word Ομιλία στο Λύκειο Λειβαδιών Λάρνακα 7-5-2008.doc


Πίσω στην προηγούμενη σελίδα





Back To Top