Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Μετάβαση στο περιεχόμενο

Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

Ανεξάρτητος Εθνικός Οργανισμός Δικαιωμάτων του Παιδιού - Κύπρος


Το 1989 αποτελεί σταθμό για την εξέλιξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε οικουμενικό επίπεδο. Με τη Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Παιδιού που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, για πρώτη φορά τα παιδιά αντιμετωπίζονται ως οντότητες μοναδικές και ξεχωριστές με βούληση και άποψη, με πρωτοβουλία και βαθμούς αυτονομίας, με δικαίωμα στην κοινωνική πρόνοια και προστασία. Τα παιδιά δεν είναι πλέον περιουσία κανενός αλλά πρόσωπα με δικαιώματα. Η κοινωνική θεώρηση της παιδικής ηλικίας και της εφηβείας σταδιακά αλλάζει και καλείται να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα.

Με τη Σύμβαση του ΟΗΕ αναγνωρίζεται επίσημα και θεσμικά, σε διεθνές επίπεδο ότι τα παιδιά αποτελούν ενεργό μέρος του κοινωνικού συνόλου και ότι συμβάλλουν με τις απόψεις, τις εμπειρίες και τις ανάγκες τους με καθοριστικό τρόπο στη διαμόρφωση της κοινωνικής πραγματικότητας, σε αντίθεση με την προγενέστερη θεώρηση η οποία έβλεπε τα παιδιά ως εν δυνάμει ενηλίκους οι οποίοι θα αποτελούσαν μελλοντικά τους αυριανούς πολίτες. Τα παιδιά δεν αποτελούν, πλέον, μόνο το μέλλον αλλά, κυρίως, το παρόν. Ένα παρόν το οποίο η κοινωνία κάθε κράτους οφείλει να διαμορφώνει και να οικοδομεί έχοντας ως βάση τις αρχές, τις αξίες και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού.

Το 1991, η Κυπριακή Δημοκρατία, επικύρωσε τη Σύμβαση του ΟΗΕ θέτοντας έτσι τις βάσεις για ουσιαστική αλλαγή στους κανονισμούς και τις διαδικασίες πουαφορούν άμεσα ή έμμεσα στα δικαιώματα των παιδιών. Η Σύμβαση υποχρεώνει τα κράτη που την υιοθέτησαν να αναπροσαρμόσουν το νομοθετικό τους πλαίσιο έτσι ώστε να επιτευχθεί το κύριο ζητούμενο που δεν είναι άλλο από την προστασία και διασφάλιση των δικαιωμάτων των παιδιών σε όλα τα επίπεδα.

Τα άρθρα που συνθέτουν τη Σύμβαση δεν αποτελούν απλή παράθεση προνοιών και αρχών ανεξάρτητων μεταξύ τους. Αντιθέτως, παρουσιάζουν μεγάλη αλληλεξάρτηση και, ως εκ τούτου, η πλήρης κατανόησή τους προϋποθέτει την ανάγνωση της Σύμβασης ως ένα κείμενο ενιαίο τόσο υφολογικά όσο και δομικά, το οποίο επιχειρεί από τη μια να διατηρήσει την ισορροπία ανάμεσα στο δικαίωμα αυτενέργειας και αυτορρύθμισης του παιδιού και από την άλλη στην υποχρέωση των Συμβαλλομένων Κρατών και όλων των εμπλεκομένων για παροχή φροντίδας και προστασίας στο παιδί. Επομένως, η αποσπασματική προσέγγιση των άρθρων της Σύμβασης αντενδείκνυται αφού δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα του παιδιού.

Η Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού διέπεται από τέσσερις βασικές αρχές . Αυτές είναι: Η αρχή της μη διάκρισης (άρθρο 2), η αρχή ότι το συμφέρον του παιδιού πρέπει να αποτελεί τον πρωταρχικό στόχο σε όλες τις αποφάσεις και δράσεις που αφορούν το παιδί (άρθρο 3), η αρχή ότι κάθε παιδί έχει εγγενές δικαίωμα στη ζωή και στην καλύτερη δυνατή ανάπτυξή του (άρθρο 6) και η αρχή σεβασμού των απόψεων του παιδιού σε όλα τα θέματα που το αφορούν (άρθρο 12).

Η Σύμβαση είναι το πρώτο διεθνές νομικά δεσμευτικό κείμενο το οποίο αναγνωρίζει ρητά το δικαίωμα του παιδιού στη συμμετοχή. Το άρθρο 12 καθορίζει την υποχρέωση των Συμβαλλομένων Κρατών να διασφαλίσουν ότι τα παιδιά έχουν τις ευκαιρίες να εκφράσουν τις απόψεις τους σε όλα τα ζητήματα που τα αφορούν και οι απόψεις αυτές να ληφθούν υπόψη ανάλογα με το βαθμό ωριμότητάς τους. Πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 12 της Σύμβασης:

«1. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη οφείλουν να διασφαλίζουν στο παιδί που είναι ικανό να σχηματίσει τις δικές του απόψεις το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης των απόψεών του σχετικά με οποιοδήποτε θέμα που το αφορά, δίνοντας στις απόψεις του παιδιού το απαιτούμενο βάρος σύμφωνα με την ηλικία του και με το βαθμό ωριμότητας του.

2. Για τον σκοπό αυτό θα πρέπει ιδίως να δίνεται στο παιδί η δυνατότητα να ακούγεται από οποιαδήποτε διοικητική ή δικαστική διαδικασία που το αφορά, είτε άμεσα είτε μέσω ενός εκπροσώπου ή ενός αρμόδιου οργανισμού, κατά τρόπο συμβατό με τους διαδικαστικούς κανόνες της εθνικής νομοθεσίας.»

Είναι σαφές ότι η Σύμβαση δίνει μεγάλη βαρύτητα στην αξία της συμμετοχής. Οι λόγοι για τους οποίους κρίνεται σημαντική από τα κράτη η συμμετοχή και η ανάμειξη των παιδιών στις διαδικασίες που τα αφορούν είναι πολυδιάστατοι. Περιληπτικά μπορούν να κωδικοποιηθούν ως εξής:

      (1) Για υποστήριξη και ενίσχυση των δικαιωμάτων των παιδιών, αφού τα παιδιά είναι πολίτες και χρήστες των υπηρεσιών και επομένως μοιράζονται τα ίδια θεμελιώδη δικαιώματα συμμετοχής όπως οι ενήλικοι,

      (2) για εκπλήρωση νομικών υποχρεώσεων των κρατών, όπως αυτές προκύπτουν από τη Σύμβαση του ΟΗΕ,

      (3) για βελτίωση παρεχόμενων υπηρεσιών, αφού οι συμβουλές και οι προτάσεις των παιδιών επιτρέπουν την αναδιοργάνωση και τον εκσυγχρονισμό των υπηρεσιών λόγω του ότι η συμμετοχή δίνει στα παιδιά το δικαίωμα επιρροής ως προς το είδος πρόνοιας και φροντίδας που τους παρέχεται,

      (4) για βελτίωση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, αφού η συμμετοχή οδηγεί σε πιο ακριβείς και σχετικές αποφάσεις οι οποίες είναι πιο πιθανό να εφαρμοστούν,

      (5) για εμπλουτισμό των δημοκρατικών διαδικασιών,

      (6) για προώθηση της προστασίας των παιδιών, αφού μέσα από τη συμμετοχή αναδύονται στην επιφάνεια πολλά προβλήματα όπως η κακοποίηση,

      (7) για ενδυνάμωση των δεξιοτήτων των παιδιών, αφού η συμμετοχή βοηθά την ανάπτυξη χρήσιμων δεξιοτήτων όπως είναι ο διάλογος, η επικοινωνία, η διαπραγμάτευση και η ικανότητα λήψης αποφάσεων και

      (8) για ενδυνάμωση και ενίσχυση της αυτοεκτίμησής τους, αφού η αποτελεσματική συμμετοχή προσφέρει στα παιδιά την αίσθηση της πληρότητας και της αυτοπεποίθησης.

Βεβαίως, είναι αποδεκτό ότι το δικαίωμα του παιδιού να είναι μέρος στη λήψη αποφάσεων έχει συγκεκριμένες παραμέτρους και όρια. Όρια όμως που συμβαδίζουν με τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα της ψυχολογίας και των συναφών επιστημονικών κλάδων για την προαγωγή της ολόπλευρης και ολοκληρωμένης ανάπτυξής του, και τα οποία καθορίζονται με μοναδικό γνώμονα το συμφέρον του παιδιού.

Θέλω εδώ να τονίσω ότι, ενώ το δικαίωμα συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων οριοθετείται με βάση το βαθμό ωριμότητας του παιδιού και το αναπτυξιακό στάδιο στο οποίο βρίσκεται, αυτό που δεν υπακούει σε τέτοιους περιορισμούς και όρια είναι το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, το οποίο διασφαλίζεται μέσα από τις πρόνοιες του άρθρου 13. Σύμφωνα με το άρθρο 13 της Σύμβασης:

«1. Το παιδί έχει το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία αναζήτησης, λήψης και διάδοσης πληροφοριών και ιδεών οποιουδήποτε είδους, ανεξαρτήτως συνόρων, υπό μορφή προφορική, γραπτή ή τυπωμένη, ή καλλιτεχνική ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο της επιλογής του παιδιού.

2. Η άσκηση του δικαιώματος αυτού δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο των περιορισμών παρά μόνο αυτών που ορίζονται από το νόμο και που είναι αναγκαίοι:

(α) Για το σεβασμό των δικαιωμάτων και της υπόληψης των άλλων ή

      (β) Για τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας υγείας και των δημόσιων ηθών.»
Τα δύο αυτά άρθρα (12 και 13) αποτελούν κρίσιμη καμπή στη θεώρηση της παιδικής ηλικίας αφού αναγνωρίζουν την αυτονομία του παιδιού, την ικανότητά του να διαμορφώνει άποψη και το δικαίωμά του να την εκφράζει χωρίς φίμωση ή περιορισμούς, τόσο στη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής (δηλαδή μέσα στα πλαίσια της οικογένειας) όσο και στη δημόσια σφαίρα.

Το άρθρο 12 μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητό αν αναλυθεί μέσα από τις τρεις βασικές του διαστάσεις. Η πρώτη διάσταση αφορά στο δικαίωμα έκφρασης γνώμης πράγμα που προϋποθέτει ότι το παιδί είναι ικανό να διαμορφώσει τις δικές του απόψεις. Η δεύτερη διάσταση αφορά στην ηλικία και το βαθμό ωριμότητάς του, παράγοντες οι οποίοι καθορίζουν το βάρος της σημασίας που δίνεται από τους ενήλικους στις απόψεις του παιδιού όσον αφορά το βαθμό συμμετοχής του στη λήψη αποφάσεων. Τέλος η τρίτη διάσταση αφορά στη σημασία που δίνεται στην ικανότητα άσκησης του δικαιώματος αυτού το οποίο διασφαλίζεται με μεθόδους που επιτρέπουν την εκπροσώπηση του παιδιού σε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες.

H Σύμβαση ξεκάθαρα παρέχει την ευθύνη της προστασίας των παιδιών στους γονείς ή στους νόμιμους κηδεμόνες του αλλά, σε ένα βαθμό αμφισβητεί και τις παραδοσιακές θεωρήσεις εξουσίας των ενηλίκων, προωθώντας την ιδέα ότι τα παιδιά έχουν τουλάχιστον λόγο σε ό, τι τα αφορά . Παρόλο που η Σύμβαση σε αρκετά κράτη έχει αυξημένη ισχύ έναντι των εθνικών νομοθεσιών, όπως την περίπτωση της Κύπρου, έχει κριθεί από μια μερίδα θεωρητικών ότι βασική της αδυναμία είναι η έλλειψη δυνατών μηχανισμών οι οποίοι να διασφαλίζουν ότι το δικαίωμα συμμετοχής προασπίζεται και εφαρμόζεται από τις κυβερνήσεις (Nixon, 2005). Ωστόσο αυτό που δεν αμφισβητείται είναι η αλλαγή που έφερε η Σύμβαση ως προς τη θεώρηση της παιδικής και εφηβικής ηλικίας αφού στηρίχθηκε σε ερευνητικά δεδομένα από πολλά επιστημονικά πεδία.

Η έρευνα, αποδεικνύει ότι ακόμα και από τη γέννησή του το κάθε παιδί δεν είναι άγραφος χάρτης αλλά «κουβαλά» μαζί του αποσκευές οι οποίες το καθιστούν μοναδικό και ανεπανάληπτο ον, διαμορφούμενο τόσο από βιολογικούς όσο και από περιβαλλοντικούς παράγοντες. Η Σύμβαση, επιδιώκοντας να δώσει έμφαση στη σημασία και τη συνεισφορά των περιβαλλοντικών παραγόντων που σχετίζονται με την υγιή συναισθηματική, σωματική, κοινωνική και γνωστική ανάπτυξη του παιδιού, περιλαμβάνει πρόνοιες οι οποίες μέσα από συγκεκριμένα άρθρα αναγνωρίζουν την υποχρέωση όλων των εμπλεκομένων, το παιδί να καθίσταται υποκείμενο προστασίας. Μιας όμως προστασίας η οποία παρέχεται στο παιδί με τρόπο ενεργητικό και όχι παθητικό αλλά και με μεθόδους οι οποίες εξοπλίζουν το παιδί με μια εργαλειοθήκη που εμπεριέχει αξίες, γνώσεις, δεξιότητες και στάσεις αναγκαίες για τη σταδιακή χειραφέτησή του και όχι με στόχο τη χειραγώγησή του. Αν το ζητούμενο είναι η δημιουργία προσωπικοτήτων ελεύθερων, με κριτική και αυτόνομη σκέψη τότε η εκπαίδευση, η φροντίδα και η προστασία που οι ενήλικες προσφέρουν στα παιδιά θα πρέπει να έχει ως κύρια επιδίωξη την αυτενέργεια και την αυτορρύθμιση του παιδιού σε όλες τις πτυχές της ζωής του.

Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 3 (2) καθορίζει ότι: «Τα Συμβαλλόμενα Κράτη υποχρεούνται να εξασφαλίζουν στο παιδί την αναγκαία για την ευημερία του προστασία και φροντίδα λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των γονέων του, των νόμιμων κηδεμόνων του ή των άλλων προσώπων που είναι νομικά υπεύθυνοι γι’ αυτό, και παίρνουν για το σκοπό αυτό όλα τα κατάλληλα νομοθετικά και διοικητικά μέτρα».

Ευλόγως μπορεί να διερωτηθεί κανείς πώς τα δικαιώματα παροχής φροντίδας και προστασίας τα οποία διασφαλίζονται μέσα από τις πρόνοιες του άρθρου 3 αλλά και τα δικαιώματα για πρόσβαση στην εκπαίδευση και τους στόχους της που διασφαλίζονται μέσα από τα άρθρα 28 και 29, συνδέονται με το δικαίωμα συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων και την ελευθερία έκφρασης γνώμης. Με μια πρώτη ανάγνωση, οι πρόνοιες των άρθρων αυτών τοποθετούνται στα δύο άκρα της ζυγαριάς αφού η Σύμβαση αναγνωρίζει από τη μία ότι τα παιδιά χρειάζονται ειδική φροντίδα και προστασία ενώ από την άλλη τους παρέχει βαθμούς ελευθερίας αντιμετωπίζοντάς τα ως δικαιούχους δικαιωμάτων τα οποία προϋποθέτουν συγκεκριμένες δυνατότητες εκ μέρους των παιδιών. Η κλασική διαμάχη ανάμεσα στις ανάγκες των παιδιών και τα δικαιώματα των παιδιών αποτελεί ψευδοδίλημμα αφού η ανάγκη για προστασία δεν αντιπαλεύει το δικαίωμα συμμετοχής . Η ανάγκη του παιδιού για προστασία, δεν ταυτίζεται με την πατερναλιστική και ξεπερασμένη πλέον άποψη ότι τα παιδιά είναι αφελή και ευάλωτα υποκείμενα, τα οποία αποτελούν περιουσία των γονέων τους ή της πολιτείας.

Αντιθέτως, τα παιδιά είναι προσωπικότητες με δικά τους δικαιώματα και πολίτες με δικές τους επιλογές οι οποίες πρέπει να γίνονται σεβαστές. Η επίτευξη της ισορροπίας ανάμεσα σε αυτή τη διπολική σχέση προστασίας και συμμετοχής αποτελεί πρόκληση. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τις δυσκολίες που προκύπτουν από την πρακτική εφαρμογή των όσων απορρέουν από το άρθρο 12, ιδιαιτέρως στα πλαίσια της οικογένειας, αφού τα κλασικά μοντέλα γονεϊκής συμπεριφοράς παραμερίζονται και στη θέση τους αναδύονται πιο σύγχρονα και δημοκρατικά μοντέλα οικογενειακής δομής, με στόχο το καλύτερο δυνατό συμφέρον του παιδιού. Το ερώτημα ωστόσο παραμένει: ποιο είναι τελικά το συμφέρον του παιδιού; Γνωρίζουν οπωσδήποτε οι γονείς και οι ενήλικες που παρέχουν φροντίδα, εκπαίδευση και προστασία στο παιδί ποιο είναι το καλό του παιδιού ειδικά όταν οι ενήλικοι αυτοί δεν είναι οι αποδέκτες των αποφάσεων που λαμβάνονται;

Η απάντηση δεν είναι εύκολη και σίγουρα δεν μπορεί να είναι μονολεκτική και απόλυτη. Η οικογένεια, αδιαμφισβήτητα αποτελεί πυρηνικό στοιχείο της κοινωνίας μας και ως θεσμός πρέπει να προστατεύεται και να στηρίζεται από το κράτος. Τα παιδιά από τη βρεφική ηλικία μέχρι την ενηλικίωσή τους έχουν ανάγκη να αλληλεπιδρούν με τους ενηλίκους για να οικοδομήσουν την δική τους προσωπική ταυτότητα ως ανθρώπινα όντα αν και ο τρόπος με τον οποίο αυτή η ανάγκη ικανοποιείται ποικίλει ανάλογα με τις ικανότητες, το ρυθμό ανάπτυξης του κάθε παιδιού ξεχωριστά και το πολιτισμικό πλαίσιο. Αυτό που δεν διαφοροποιείται και δεν τίθεται υπό διαπραγμάτευση είναι η ύπαρξη αυτών των αναγκών ή το δικαίωμα του κάθε παιδιού να ικανοποιηθούν αυτές οι ανάγκες. Η Σύμβαση του ΟΗΕ εμπεριέχει πρόνοιες (μέσα από τα άρθρα 5, 18 και 27) που αναφέρονται ξεκάθαρα στο ρόλο των γονέων και τις ευθύνες που έχουν. Όπως καθορίζεται από το άρθρο 18, η κύρια ευθύνη για την ανατροφή και την ανάπτυξη του παιδιού ανήκει στους γονείς του οι οποίοι υποχρεούνται να δρουν με βάση το καλύτερο συμφέρον του παιδιού. Επιπλέον, τα κράτη θα πρέπει να αναπτύξουν δράσεις οι οποίες ενισχύσουν το έργο των γονέων και να τους παρέχουν συνεχή στήριξη με θετικό τρόπο και εποικοδομητικό τρόπο. Από τη Σύμβαση απορρέει η υποχρέωση των κρατών να λάβουν νομοθετικά ή άλλα μέτρα τα οποία να ενθαρρύνουν και να διευκολύνουν τους γονείς ώστε να ενεργούν με βάση το συμφέρον του παιδιού. Επιπρόσθετα, (σύμφωνα με το άρθρο 5), οι γονείς έχουν καθήκον να παρέχουν στα παιδιά τους, κατά τρόπο που ανταποκρίνεται στις αναπτυσσόμενες ικανότητές του, την κατάλληλη καθοδήγηση και συμβουλές για να ασκεί τα δικαιώματά που του αναγνωρίζει η Σύμβαση. Αυτό εξυπακούει την κατανόηση από την πλευρά των γονέων ότι, ανάλογα με τη διαδικασία ωρίμανσης του κάθε παιδιού, πρέπει να καλλιεργείται στο παιδί από μικρή ηλικία η αυτονομία, η υπευθυνότητα και η αυτενέργεια αφού αυτές οι έννοιες αποτελούν τα θεμέλια για την άσκηση του δικαιώματος συμμετοχής και για την ικανότητα διεκδίκησης των δικαιωμάτων του.

Η συμμετοχή του παιδιού στην ιδιωτική σφαίρα και, συγκεκριμένα, εντός του πυρήνα της οικογένειας, δεν αποτελεί μόνο δικαίωμα αλλά και ανάγκη. Το παιδί, από τη βρεφική ηλικία, κατά τη διάρκεια της οποίας παρατηρούνται ραγδαίες και καθοριστικές αλλαγές στη νοητική και γνωστική ανάπτυξή του, ως απόρροια της αναδιοργάνωσης που συμβαίνει σε νευροφυσιολογικό επίπεδο, έχει ανάγκη την επικοινωνία με τους γονείς του έτσι ώστε να δημιουργηθούν και να εμπλουτιστούν τα υπάρχοντα γνωστικά του σχήματα. Από τον πρώτο κιόλας χρόνο της ζωής του, το παιδί επιδιώκει ενσυνείδητη επικοινωνία με το περιβάλλον του επιχειρώντας να μιλήσει στους γονείς του μέσα από ένα γλωσσικό κώδικα που διαμορφώνεται σταδιακά και συμβαδίζει με το αναπτυξιακό του στάδιο. Είναι λοιπόν κατανοητό ότι από πολύ νωρίς, το παιδί έχει ανάγκη την επαφή, την αποδοχή, την στοργή, την ασφάλεια και την αγάπη που του προσφέρουν οι ενήλικοι μέσα στα πλαίσια ενός οικογενειακού περιβάλλοντος ικανού να τα προσφέρει.

Επομένως, ακρογωνιαίος λίθος της συμμετοχής σε κάθε ηλικιακό και αναπτυξιακό στάδιο είναι η επικοινωνία. Οι στρατηγικές που προωθούν εντός της οικογένειας τη δημιουργία συνθηκών τέτοιων που να διευκολύνουν και να ανοίγουν τα κανάλια επικοινωνίας, αποτελούν τελικά το κλειδί για την εφαρμογή των δικαιωμάτων συμμετοχής. Όταν τα κανάλια επικοινωνίας παιδιού και γονέων κλείσουν, τότε η συνδιαλλαγή, ο διάλογος και η ουσιαστική αλληλεπίδραση χάνονται με άμεσο αποτέλεσμα τη συναισθηματική απομάκρυνση του παιδιού από τους γονείς του γεγονός που καταργεί και τις ευκαιρίες για συμμετοχή. Κανένα παιδί και κανένας έφηβος δεν θα μοιραστεί τους φόβους, τις ανασφάλειες, τις επιθυμίες και τα θέλω του αν αισθάνεται ότι οι αποδέκτες, δηλαδή οι γονείς του, δεν είναι ικανοί να τα ακούσουν, να τα κατανοήσουν, να τα συζητήσουν και να τα σεβαστούν.

Από την προσχολική κιόλας ηλικία τα παιδιά επιχειρούν ενεργά και δυναμικά να συμμετάσχουν σε αποφάσεις που αφορούν την καθημερινότητά τους. Συστηματικά, αρχίζουν να αντιτίθενται στους κανόνες που καθορίζονται από τους γονείς τους και προσπαθούν να αμφισβητήσουν την εξουσία και τον έλεγχό τους. Αυτή η διαδικασία, εκ μέρους των παιδιών, της διαρκούς αμφισβήτησης και διεκδίκησης ενός ρόλου πιο ενεργητικού και ουσιαστικού στη λήψη αποφάσεων εντός της οικογένειας, είναι απολύτως αναγκαία και απαραίτητη για την οικοδόμηση της ταυτότητας και της ηθικής τους ανάπτυξης. Μόνο μέσα από το εγχείρημα παραβίασης των κανόνων, τα παιδιά κατανοούν τις υποχρεώσεις και τη σταθερότητα που οι κανόνες και τα όρια προσφέρουν στην οικογενειακή και κοινωνική συνοχή. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι τα παιδιά πρέπει να αφήνονται χωρίς όρια και να επιβάλλουν τους δικούς τους κανόνες αφού έχουν έντονα την ανάγκη οριοθέτησης αλλά σίγουρα είναι σημαντικό να διατηρούν το δικαίωμα διαπραγμάτευσης και συμμετοχής στη διαμόρφωση των αποφάσεων που τα αφορούν. Με αυτό τον τρόπο, κατανοούν ότι το δικαίωμα συμμετοχής είναι αλληλένδετο με ευθύνες και υποχρεώσεις ενώ παράλληλα αποκτούν δεξιότητες που ενισχύουν την αυτονομία τους σε κάθε στάδιο της ζωής τους.

H ικανότητα για αυτοέλεγχο και αυτοκυριαρχία κτίζεται και υποστηρίζεται από γονείς που καθοδηγούν το παιδί με θετικό τρόπο, δημιουργούν τις κατάλληλες συνθήκες για συμμετοχή, βοηθούν τα παιδί να φτιάξει πλάνα και να θέσει στόχους, εξηγούν τους κανόνες και τις απαγορεύσεις ενώ παράλληλα δείχνουν με το παράδειγμά τους την επιθυμητή συμπεριφορά. Το αυταρχικό, υπερπροστατευτικό και ανταγωνιστικό μοντέλο γονεϊκής συμπεριφοράς δεν μπορεί να προσφέρει υγιή, ισορροπημένη και ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού και σαφώς τα μοντέλα αυτά υπονομεύουν, αντί να ενισχύουν την αυτονομία του παιδιού. Απεναντίας, το δημοκρατικό μοντέλο γονεϊκής συμπεριφοράς το οποίο στηρίζεται στις αρχές της αποδοχής, του σεβασμού και του διαλόγου, προωθεί την επικοινωνία και τη συμμετοχή.

Μέσα από ποια όμως συμμετοχικά μοντέλα ενθαρρύνεται η επικοινωνία και προωθείται η συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων; Μεγάλη επιρροή έχει ασκήσει η πρόταση του Hart για τα διάφορα επίπεδα συμμετοχής μέσα από τη σκάλα της συμμετοχής. Το μοντέλο αυτό περιλαμβάνει οκτώ ιεραρχικά επίπεδα από τα οποία τα τρία πρώτα δεν εμπερικλείουν την έννοια της συμμετοχής ενώ τα επόμενα πέντε εμπερικλείουν αυξανόμενους βαθμούς συμμετοχής.

Πιο συγκεκριμένα, η σκάλα συμμετοχής του Hart, τοποθετεί στο πρώτο και χαμηλότερο σκαλί τη χειραγώγηση του παιδιού η οποία υποτιμά και δεν συμπεριλαμβάνει καθόλου το παιδί στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και καταλήγει στο τελευταίο και επιθυμητό επίπεδο συμμετοχής στο οποίο τα παιδιά με δικής τους πρωτοβουλία προτείνουν ιδέες, αναλαμβάνουν δράσεις και λαμβάνουν αποφάσεις στις οποίες συμβάλλουν οι ενήλικοι.


Εναλλακτικό μοντέλο συμμετοχικής διαδικασίας το οποίο δεν έχει ως στόχο την αντικατάσταση της σκάλας συμμετοχής του Hart, είναι αυτό που προτείνει ο Shier το οποίο αναφέρεται σε επίπεδα συμμετοχής και στόχο έχει να αποτελέσει εναλλακτικό και συμπληρωματικό εργαλείο για γονείς και επαγγελματικές ομάδες που ασχολούνται με τα παιδιά για να τους βοηθήσει να διερευνήσουν διαφορετικές πτυχές της συμμετοχικής διαδικασίας. Το μοντέλο που προτείνει ο Shier βασίζεται σε πέντε ιεραρχικά επίπεδα με βάση τα οποία: 1) ακούγονται οι απόψεις των παιδιών, 2) τα παιδιά υποστηρίζονται για να εκφράσουν αυτές τις απόψεις, 3) η γνώμη των παιδιών λαμβάνεται υπόψη, 4) τα παιδιά αναμειγνύονται ενεργά στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και 5) τα παιδιά μοιράζονται την εξουσία και την ευθύνη που προκύπτει από τη διαδικασία λήψης απόφασης. Τα πρώτα τρία επίπεδα αποτελούν τα ελάχιστα κριτήρια που θα πρέπει να υιοθετηθούν τόσο στην ιδιωτική όσο και στη δημόσια σφαίρα για να θεωρείται ότι εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Σύμβασης του ΟΗΕ.


Καταλήγοντας, θεωρώ σημαντικό να γίνει απολύτως κατανοητό ότι στόχος της Σύμβασης δεν είναι η αμφισβήτηση της γονεϊκής εξουσίας ή της σημασίας του θεσμού της οικογένειας αλλά ούτε και η υπονόμευση του ρόλου των γονέων ως των κατ’ εξοχήν υπεύθυνων για την ανατροφή των παιδιών τους. Αντιθέτως, η Σύμβαση αποτελεί ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο το οποίο διευκολύνει τη ζωή των παιδιών καθιστώντας την πιο υγιή, ασφαλή και ευτυχισμένη μέσα από την προώθηση της υποχρέωσης που έχουν οι γονείς να ενθαρρύνουν τη συμμετοχή των παιδιών τους, να υποστηρίξουν την αυτενέργεια και την πρωτοβουλία, να μειώσουν την εξάρτηση και τη θυματοποίηση, να αναπτύξουν δεξιότητες επικοινωνίας και να υποστηρίξουν την ελευθερία έκφρασης. Οι γονείς που επιδιώκουν να κάνουν καθημερινό τους βίωμα τα ανθρώπινα δικαιώματα των παιδιών θα πρέπει να στηριχθούν από την πολιτεία η οποία με τη σειρά της είναι υποχρεωμένη να θέσει ως προτεραιότητά της την υποστήριξη του δύσκολου έργου τους.

Το όραμα της Σύμβασης για ενσωμάτωση των βασικών αρχών της από όλη την κοινωνία και ιδιαίτερα του δικαιώματος συμμετοχής των παιδιών στη διαδικασίας λήψης αποφάσεων μπορεί και πρέπει να γίνει κοινό όραμα όλων μας. Τα παιδιά έχουν φωνή, έχουν άποψη, έχουν εγγενείς ικανότητες και μπορούν σε μεγάλο βαθμό να συνεισφέρουν ουσιαστικά και καταλυτικά στην οικοδόμηση μιας δημοκρατικότερης και ελεύθερης κοινωνίας.

Νοέμβριος 2008








Κατεβάστε το αρχείο Word Ομιλία στο Μαθητικό Συνέδριο ΕΠΕΠ Λάρνακας25.11.2008.doc


Πίσω στην προηγούμενη σελίδα





Back To Top