Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Μετάβαση στο περιεχόμενο

Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

Ανεξάρτητος Εθνικός Οργανισμός Δικαιωμάτων του Παιδιού - Κύπρος


Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ιδιότητα της μητέρας, είναι ο ωραιότερος και πιο πολύτιμος ρόλος που μπορεί να αποκτήσει μια γυναίκα. Η μητέρα, αποτελεί μια φιγούρα που, ανά τους αιώνες, σε κάθε εποχή και σε κάθε πλαίσιο, υπήρξε, υπάρχει και θα υπάρχει ως βάση αναφοράς για κάθε παιδί, αφού όταν είναι σε θέση να προσφέρει σταθερή παρουσία, στήριξη και αγάπη, λειτουργεί ως βάλσαμο στην ψυχή όλων μας. Γι’ αυτό, η προστασία της μητρότητας, η οποία σχετίζεται άμεσα με την προστασία του παιδιού και της οικογένειας, έχει διασφαλιστεί με πολυάριθμες διεθνείς και ευρωπαϊκές συνθήκες στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών, της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ενδεικτικό της σημασίας που προσδίδεται στη μητρότητα και στην οικογένεια, ως τη θεμελιώδη μονάδα και πυρηνικό συστατικό κάθε κοινωνίας, είναι η σαφής αναφορά της στην πρώτη διεθνή πράξη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δηλαδή την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (10-12-1948), όπου υπογραμμίζεται ότι «η οικογένεια είναι το φυσικό και θεμελιώδες συστατικό στοιχείο της κοινωνίας και δικαιούται προστασία από την κοινωνία και το κράτος» [άρθρο 16] και ότι: «Η μητρότητα και η παιδική ηλικία δικαιούνται ειδικής μέριμνας και αρωγής. Όλα τα παιδιά, που γεννήθηκαν από νόμιμο γάμο ή εκτός γάμου, απολαμβάνουν την ίδια κοινωνική προστασία» [άρθρο 25.2].

Ειδική μνεία στη μητρότητα και την οικογένεια γίνεται και στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα (16-12-1966) με το οποίο επιβάλλεται η υποχρέωση στα συμβαλλόμενα κράτη να εξασφαλίσουν το δικαίωμα της μεγαλύτερης δυνατής προστασίας και βοήθειας στην οικογένεια, η οποία αποτελεί το φυσικό και βασικό κύτταρο της κοινωνίας [Άρθρο 10(1)] καθώς και το δικαίωμα παροχής στη μητέρα ειδικής προστασίας για εύλογο διάστημα πριν και μετά τη γέννηση των παιδιών, συμπεριλαμβανομένης και άδειας με αποδοχές για τις εργαζόμενες μητέρες [Άρθρο 10(2)].

Εκτενέστερες ρήτρες για την προστασία της μητρότητας και τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των γυναικών, περιέχει η Σύμβαση του ΟΗΕ για την Εξάλειψη Όλων των Μορφών Διάκρισης κατά των Γυναικών (18-12-1979), γνωστής ως «CEDAW». H CEDAW απαγορεύει τις διακρίσεις κατά των γυναικών λόγω του γάμου τους ή της μητρότητας για να εξασφαλιστεί το πραγματικό τους δικαίωμα στην εργασία. Ειδικότερα, α) απαγορεύεται η απόλυση για λόγους εγκυμοσύνης και η διάκριση στις απολύσεις λόγω οικογενειακής κατάστασης, β) καθιερώνεται η παροχή αδειών με αποδοχές ή αδειών εγκυμοσύνης που δίνουν το δικαίωμα σε παρόμοιες παροχές με την εγγύηση της διατήρησης της προηγούμενης εργασίας, των δικαιωμάτων της αρχαιότητας και των κοινωνικών προνομίων, γ) ενθαρρύνεται η παροχή των αναγκαίων κοινωνικών υπηρεσιών στήριξης για να επιτρέψουν στους γονείς να συνδυάζουν οικογενειακές υποχρεώσεις με τις επαγγελματικές ευθύνες και τη συμμετοχή στη δημόσια ζωή, ευνοώντας ιδιαίτερα την εγκατάσταση και την ανάπτυξη δικτύου παιδικών σταθμών και δ) εξασφαλίζουν ειδική προστασία στις εγκύους από επιβλαβείς παράγοντες στο χώρο εργασίας [Άρθρο 11].

H Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (ΔΟΕ), έχει εκδώσει πολυάριθμες συμβάσεις και συστάσεις εργασίας. Η Σύμβαση 103/1952 και η προϊσχύουσα 3/1919, είναι θεμελιώδεις για την προστασία της μητρότητας αφού και οι δύο επιδιώκουν να προωθήσουν τις ελάχιστες δυνατές παροχές για στήριξη του μητρικού ρόλου, όπως επιδόματα κυοφορίας και λοχείας, παροχή διευκολύνσεων π.χ. άδεια μετά τον τοκετό με αμοιβή, άδεια θηλασμού με αμοιβή (η γυναίκα όταν θηλάζει το παιδί της έχει δικαίωμα να διακόπτει την εργασία της μία ή περισσότερες φορές την ημέρα, προκειμένου να επιτελέσει τον σκοπό αυτό) καθώς και εγγύηση για τη μη απόλυσή της εξαιτίας της απουσίας της με άδεια μητρότητας.

Στο χώρο του Συμβουλίου της Ευρώπης, έχουν υιοθετηθεί Συστάσεις, οι οποίες προωθούν τη δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών που να ενθαρρύνουν την ανάπτυξη ειδικών προληπτικών μέτρων στον τομέα της υγείας, όπως ιατρικές εξετάσεις κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, (οι οποίες πρέπει να ενταθούν για να βελτιωθεί η ιατρική και κοινωνική βοήθεια στις υποψήφιες μητέρες και γενικότερα στις μητέρες). Ως προς την οικογένεια, μεταξύ άλλων, προβλέπετε: Πρώτον, «να δοθεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις ειδικές ανάγκες ορισμένων κατηγοριών, όπως είναι οι μεγάλες οικογένειες, καθώς και οι μονογονεϊκές, αυξάνοντας, όπου είναι αναγκαίο, τις χορηγούμενες παροχές ή δημιουργώντας ειδικές υπηρεσίες. Δεύτερο, να εξεταστούν οι δυνατότητες καθιέρωσης ελαστικού ωραρίου εργασίας, για τα πρόσωπα που έχουν άμεσες οικογενειακές ευθύνες, χωρίς όμως αυτό να επηρεάζει αρνητικά τις παροχές κοινωνική ασφάλειας. Τρίτον, να εξεταστεί η δυνατότητα αναγνώρισης άμεσων δικαιωμάτων κοινωνικής ασφάλειας στα πρόσωπα που φροντίζουν παιδιά στο σπίτι. Τέταρτο, να βελτιωθούν οι κοινωνικές υπηρεσίες με σκοπό να βοηθηθούν οι οικογένειες (βοήθεια στην οικογένεια, κέντρα φροντίδας για παιδιά κ.τ.λ.) και πέμπτο, σε περίπτωση αφερεγγυότητας των υπόχρεων, να εξεταστεί η δυνατότητα όπως οι φορείς κοινωνικής ασφάλειας να υποκαθιστούν τους υπόχρεους στα δικαιώματά τους που απορρέουν από τους κανονισμούς αυτών των φορέων» [Σύσταση No R(84)24 για τη συνεισφορά των φορέων κοινωνικής ασφάλειας στην αποτελεσματική πρόληψη, η οποία υιοθετήθηκε από την Επιτροπή Υπουργών του Σ.Ε.].

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με σειρά πράξεων που είναι δεσμευτικές με τα Κράτη Μέλη, επιβάλλει ειδικές ρυθμίσεις για την προστασία της μητρότητας. Ειδικότερα:

· H Οδηγία 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19 Οκτωβρίου του 1992 σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων συνέβαλε με την εναρμόνιση της σχετικής νομοθεσίας στην αύξηση της άδειας μητρότητας, που σήμερα ανέρχεται στις 18 εβδομάδες, ενώ, παράλληλα, έχουν ψηφιστεί σχετικοί Κανονισμοί για την ασφάλεια και υγεία στην εργασία τόσο των εγκύων όσο και των γαλουχουσών γυναικών.

· Η Οδηγία 96/94/ΕΚ του Συμβουλίου της 3ης Ιουνίου του 1996 σχετικά με τη συμφωνία - πλαίσιο για τη γονική άδεια, που συνήφθη από την UNICE, την CEEP και την CES, έχει ενσωματωθεί στα πλαίσια του περί Γονικής Άδειας και Άδειας για Λόγους Ανωτέρας Βίας, ώστε να καθίσταται δυνατή η παροχή γονικής άδειας ή άδειας για λόγους ανωτέρας βίας σε εργοδοτούμενους, τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα. Η γονική άδεια μπορεί να φθάσει ως 13 εβδομάδες λόγω γέννησης ή υιοθεσίας παιδιού. Υπάρχει δυνατότητα μεταβίβασης της άδειας του πατέρα προς την μητέρα. Σημαντικό είναι ότι, με τροποποίηση του 2010, οι δύο γονείς μπορούν να κάνουν χρήση του δικαιώματος αυτού συγχρόνως. Η άδεια μπορεί να ληφθεί μέχρι τη συμπληρώσει του 8ου έτους της ηλικίας του παιδιού ή, στην περίπτωση υιοθεσίας, μέχρι τη συμπλήρωση 8 ετών από την ημερομηνία υιοθεσίας (νοουμένου ότι το παιδί δεν θα έχει υπερβεί το 12 έτος της ηλικίας του). Καθόσον αφορά παιδιά με αναπηρία μέχρι το 18ο έτος της ηλικίας του παιδιού. Υπάρχει πρόνοια για άδεια για λόγους ανωτέρας βίας που συνδέονται με επείγοντες οικογενειακούς λόγους, μέχρι 7 ημέρες το χρόνο. Δυστυχώς, τόσο η γονική άδεια όσο και η άδεια για λόγους ανωτέρας βίας είναι ακόμη χωρίς αποδοχές.

Νομίζω ότι με όσα έχω αναπτύξει μέχρι τώρα φαίνεται σαφώς πως η προστασία της μητρότητας και της οικογένειας αποτελεί βασική προτεραιότητα της παγκόσμιας κοινωνίας. Και τούτο γιατί, όπως έχω τονίσει, η οικογένεια συνιστά την μικροκοινωνία μέσα στην οποία αναπτύσσεται ένα παιδί και μέσα από την οποία δημιουργεί υγιείς, σταθερές σχέσεις εμπιστοσύνης μαθαίνοντας, παράλληλα, να διαχειρίζεται τον εαυτό του και τους γύρω του. Πολυάριθμες μελέτες έχουν αποδείξει ότι, οι πρόωρες, οδυνηρές και αρνητικές εμπειρίες στην παιδική ηλικία συσχετίζονται με την ανάπτυξη προβληματικής συμπεριφοράς και ανεπαρκειών στην πορεία.

Γι’ αυτό, ακριβώς, το λόγο, η Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού, υπογραμμίζει τον κεντρικό ρόλο της οικογένειας στο πλαίσιο της κοινωνίας. Αποδίδει στην οικογένεια πρωταρχικό ρόλο στα πλαίσια της ανατροφής του παιδιού αναγνωρίζοντας ότι «η οικογένεια είναι η θεμελιώδης μονάδα της κοινωνίας και το φυσικό περιβάλλον για την ανάπτυξη και την ευημερία όλων των μελών της, και ιδιαίτερα των παιδιών» (Προοίμιο).

Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού ως πράξη διεθνούς δικαίου, την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία επικύρωσε το 1991, είναι δεσμευτική και δημιουργεί νομική υποχρέωση για τα Συμβαλλόμενα Κράτη να σέβονται και να εξασφαλίζουν σε κάθε παιδί που υπάγεται στη δικαιοδοσία τους, σειρά δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από αυτή. «Αναγνωρίζοντας ότι το παιδί, για την αρμονική ανάπτυξη της προσωπικότητας του, πρέπει να μεγαλώνει μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, σ΄ ένα κλίμα ευτυχίας, αγάπης και κατανόησης» εναποθέτει την κύρια ευθύνη, αναφορικά με τη φροντίδα, την ανατροφή και την ανάπτυξη του παιδιού στην οικογένεια προνοώντας ότι: «Η ευθύνη για την ανατροφή του παιδιού και για την ανάπτυξή του ανήκει κατά κύριο λόγο στους γονείς ή, ανάλογα με την περίπτωση στους νόμιμους κηδεμόνες του» Άρθρο 18.1. Ταυτόχρονα αναγνωρίζει στο παιδί «το δικαίωμα να γνωρίζει τους γονείς του και να ανατραφεί από αυτούς» Άρθρο 7.1. Για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο παιδί από τη Σύμβαση, τα Κράτη υποχρεούνται «να παρέχουν την κατάλληλη βοήθεια στους γονείς…. κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους για την ανατροφή του παιδιού» Άρθρο 18.2, αλλά και να παρεμβαίνουν για την προστασία του παιδιού όταν οι γονείς αποτυγχάνουν στην άσκηση του γονικού τους ρόλου.

Με τον τρόπο αυτό, η Σύμβαση, θεμελιώνει μια τριαδική σχέση ανάμεσα στο κράτος, την οικογένεια και το παιδί, ως φορέα εγγενούς αξιοπρέπειας και αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων. Στη βάση της τριαδικής αυτής σχέσης, το κράτος αναλαμβάνει την ευθύνη να στηρίξει και να προωθήσει τα δικαιώματα του παιδιού είτε άμεσα, μέσα από την ανάπτυξη πολιτικών που αφορούν το παιδί και τα δικαιώματά του, είτε έμμεσα, μέσω νομοθετικών και διοικητικών μέτρων που αποσκοπούν στην ενίσχυση και την ενδυνάμωση της οικογένειάς. Η Σύμβαση υποχρεώνει τα Συμβαλλόμενα Κράτη «να εξασφαλίζουν στο παιδί την αναγκαία για την ευημερία του προστασία και φροντίδα, λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των γονέων του, των νόμιμων κηδεμόνων του ή των άλλων προσώπων που είναι νόμιμα υπεύθυνοι γι' αυτό, και παίρνουν για το σκοπό αυτόν όλα τα κατάλληλα νομοθετικά και διοικητικά μέτρα» (Άρθρο 3). Ταυτόχρονα, αναγνωρίζει ότι στους γονείς «ανήκει πρωτίστως η ευθύνη της εξασφάλισης, μέσα στα όρια των δυνατοτήτων τους και των οικονομικών μέσων τους, των απαραίτητων για την ανάπτυξη του παιδιού συνθηκών ζωής» (Άρθρο 27). Υποχρεώνει, όμως, τα Συμβαλλόμενα Κράτη «να παίρνουν τα κατάλληλα μέτρα, (λαμβάνοντας υπόψη τις εθνικές τους συνθήκες και στο μέτρο των δυνατοτήτων τους), για να βοηθήσουν τους γονείς και τα άλλα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για το παιδί, να εφαρμόσουν το δικαίωμα αυτό και να προσφέρουν, σε περίπτωση ανάγκης, υλική βοήθεια και προγράμματα στήριξης, κυρίως σε σχέση με τη διατροφή, το ρουχισμό και την κατοικία» Άρθρο 27 (2).

Η Σύμβαση υποχρεώνει, επίσης, τα κράτη να εξασφαλίσουν στις μητέρες την κατάλληλη περίθαλψη πριν και μετά από τον τοκετό αλλά και να εξασφαλίσουν ότι όλες οι ομάδες της κοινωνίας, ιδιαίτερα οι γονείς και τα παιδιά, ενημερώνονται, έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση και υποστηρίζονται στη χρήση βασικών γνώσεων σε θέματα υγείας και διατροφής του παιδιού, στα πλεονεκτήματα του φυσικού θηλασμού κ.τ.λ. [Άρθρο 24 (δ) (ε)].

Είναι εμφανές, ότι η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, εγκαθιδρύοντας την τριαδική σχέση παιδιού-οικογένειας-κράτους με στόχο πάντα τη διασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού, συνδέει τα δικαιώματα των παιδιών με τα δικαιώματα των γονέων. Κι αυτό γιατί, η ευημερία του παιδιού, είναι άμεσα εξαρτώμενη από την επάρκεια και ικανότητα των γονέων να του παρέχουν ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο γίνονται σεβαστά τα δικαιώματά του και εντός του οποίου περιφρουρείται η αξιοπρέπειά του αφού οι αδυναμίες ή οι ελλείψεις της οικογένειας επιβαρύνουν, πάντα, με αρνητικό τρόπο, το παιδί. Ως εκ τούτου, η προστασία της οικογένειας και, ειδικότερα, της μητρότητας, στην πραγματικότητα ταυτίζεται με την προαγωγή της ευημερίας και της ανάπτυξης του παιδιού.

Είναι λοιπόν ξεκάθαρο, ότι το κράτος θα πρέπει, μέσα από εξειδικευμένα προγράμματα οικογενειακής πολιτικής, με εστιασμένες δράσεις και μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς και με συντονισμένες ενέργειες που εμπλέκουν αποτελεσματικά ένα φάσμα υποστηρικτικών υπηρεσιών, να παρέχει την αναγκαία στήριξη σε κάθε μορφή και τύπο της σύγχρονης οικογένειας, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στη στήριξη της μητρότητας.

Ως Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, ασκώντας τις αρμοδιότητες μου και, ιδιαίτερα, μέσα από τη διερεύνηση παραπόνων, έχω διαπιστώσει σε αρκετές περιπτώσεις, την αδυναμία του συστήματος να παρέχει ουσιαστική στήριξη στη μητέρα. Η έλλειψη ικανοποιητικών, ποιοτικών και εύκολα προσβάσιμων δομών φροντίδας παιδιών, η μη επαρκής άδεια μητρότητας και θηλασμού με αποδοχές, η μη παροχή στην πράξη ελαστικού ωραρίου στις νέες μητέρες και πολλά άλλα, δυσχεραίνουν το ρόλο της φορτώνοντάς τη με επιπρόσθετο βάρος το οποίο πολλές φορές της είναι δυσβάστακτο. Αυτό, αναπόφευκτα, επηρεάζει με αρνητικό τρόπο τα επίπεδα διασφάλισης των δικαιωμάτων των παιδιών.

Οι επιταγές της σύγχρονης κοινωνίας, οι ανταγωνιστικές εργασιακές συνθήκες και οι αγώνες για τη γυναικεία χειραφέτηση, έχουν αναβαθμίσει και επαναπροσδιορίσει τη θέση της γυναίκας, οδηγώντας σε πολυπλοκότερες και πιο απαιτητικές οικογενειακές ανάγκες. Έτσι, για να καταστεί δυνατό να καλύψει με επάρκεια και επιτυχία τους πολλαπλούς της ρόλους, το κράτος έχει υποχρέωση να αναπτύξει προγράμματα και πολιτικές τέτοιες που να είναι ικανές να καλύψουν τις επαυξημένες αυτές ανάγκες. Η συντεταγμένη πολιτεία, έχει υποχρέωση από τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού να προστατεύσει την ευημερία των παιδιών και να τα διαφυλάξει από πιθανές παραβιάσεις τω δικαιωμάτων τους, που μπορεί να βάλουν τροχοπέδη στην υγιή και ολόπλευρη ανάπτυξή τους. Ο καλύτερος τρόπος για να επιτευχθεί η προάσπιση των Δικαιωμάτων του Παιδιού δεν είναι άλλος από την παροχή στήριξης για τη διαφύλαξη του ρόλου της οικογένειας γενικά και πιο ειδικά της μητέρας.

Η οικογένεια είναι για το παιδί η πρώτη μικρο-κοινωνία στην οποία εντάσσεται, και αποτελεί το πρωταρχικό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης που έχει στη διάθεσή του. Γι’ αυτό, αν θέλουμε να ορίζουμε την κυπριακή κοινωνία ως παιδοκεντρική, με υγιείς βάσεις, είναι καθήκον και υποχρέωση του Κράτους να παρέχει στην οικογένεια και σε κάθε μητέρα, χωρίς καμία διάκριση, ένα υποστηρικτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κάθε παιδί να είναι και να νιώθει ασφαλές, και να απολαμβάνει μια σειρά από αγαθά (όπως υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευση, ψυχαγωγία, κλπ). Ακόμη, κι εκεί όπου η οικογένεια αδυνατεί να εξασφαλίσει πλήρως τα δικαιώματα προστασίας και ευημερίας του παιδιού, το κράτος θα πρέπει να δρα προληπτικά και παρεμβατικά για να διαφυλάττει τα δικαιώματα αυτά για κάθε παιδί, καθώς απαντούν σε βασικές ανάγκες που έχει από τη στιγμή της γέννησής του.

Προάγοντας, λοιπόν, τα δικαιώματα του παιδιού στο πλαίσιο της οικογένειας και παρέχοντας στήριξη σε κάθε μητέρα, βαδίζουμε όλο και πιο κοντά στην επίτευξη του τελικού στόχου: στην οικοδόμηση μιας κοινωνίας ελεύθερης, ανοικτής, δημοκρατικής και ανθρώπινης μέσα στην οποία γίνεται σεβαστό το δικαίωμα κάθε παιδιού να αισθάνεται και να είναι πραγματικά ευτυχισμένο.







Κατεβάστε το αρχείο Word Palaihwri.9.05.10.doc


Πίσω στην προηγούμενη σελίδα





Back To Top