English
Λογότυπο Επιτροπής Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

 

Αρχική Σελίδα | Συνήθεις Ερωτήσεις | Χάρτης Πλοήγησης | Συνδέσεις | Επικοινωνία

Αναζήτηση:

Αναζήτηση

Ειδική Αναζήτηση    

Επίσημες Θέσεις / Εκθέσεις της Επιτρόπου - Παιδεία English
Πίσω
ΕκτύπωσηΕκτύπωση

Παιδεία
Έκθεση της Επιτρόπου αναφορικά με τις διαδικασίες και διοικητικές πρακτικές που διέπουν τη λήψη απόφασης για ένταξη παιδιών με αναπηρίες σε συγκεκριμένο πλαίσιο φοίτησης, Μάιος 2017



Περιεκτική Περίληψη

1. Εισαγωγή

Η παρούσα Έκθεση συντάχθηκε στη βάση διερεύνησης παραπόνων που υποβλήθηκαν στην Επίτροπο από γονείς παιδιών που λαμβάνουν Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση. Μεγάλο μέρος των παραπόνων αφορούσαν τη διάσταση απόψεων ανάμεσα σε γονείς και τους εμπειρογνώμονες που συγκροτούν την Επαρχιακή Επιτροπή, σε σχέση με το πλαίσιο φοίτησης παιδιών, είτε εξ’ ολοκλήρου σε Ειδική Μονάδα/ Ειδικό Σχολείο, είτε με καθεστώς σταδιακής ένταξης. Μέρος των παραπόνων αναφέρονται σε γενικότερες πολιτικές αποφάσεις του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού (ΥΠΠ), οι οποίες επηρεάζουν πτυχές της ένταξης παιδιών.

Σκοπός της παρούσας Έκθεσης είναι να εντοπίσει, μέσα από τη διερεύνηση και παρουσίαση των περιπτώσεων που μου υποβλήθηκαν, κενά και παραλείψεις σε επίπεδο διαδικασιών και διοικητικών πρακτικών, και να υποβάλει εισηγήσεις, βασισμένες στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού (Σύμβαση) και στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες (Σύμβαση για ΑμεΑ), ώστε να διασφαλίζεται το συμφέρον του παιδιού σε κάθε απόφαση που σχετίζεται με το πλαίσιο φοίτησής του.

2. Νομικό Πλαίσιο


2.1 Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού (Σύμβαση)

Η Σύμβαση αποτελεί τη θεμελιώδη διεθνή νομική πράξη κατοχύρωσης των δικαιωμάτων του παιδιού. Τα άρθρα της Σύμβασης διασφαλίζουν μια ισορροπία ανάμεσα στην αυτονομία και αυτοτέλεια του παιδιού και, παράλληλα, στην προστασία και φροντίδα του.


2.1.1 Αρχή της Μη Διάκρισης

Με βάση την Aρχή της Μη Διάκρισης, η οποία ορίζεται στο Άρθρο 2 της Σύμβασης, τα Συμβαλλόμενα Κράτη υποχρεούνται να σέβονται τα δικαιώματα που αναφέρονται στη Σύμβαση «και να τα εξασφαλίζουν σε κάθε παιδί που υπάγεται στη δικαιοδοσία τους, χωρίς καμία διάκριση». Η Αρχή της Μη Διάκρισης δεν σημαίνει και ίδια μεταχείριση. «Τα πρόσωπα που βρίσκονται σε διαφορετικές καταστάσεις πρέπει να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης στον βαθμό που αυτό απαιτείται προκειμένου να τους επιτρέπεται η αξιοποίηση συγκεκριμένων πρακτικών σε ισότιμη βάση με άλλα άτομα». Ως εκ τούτου, κατά την εφαρμογή συγκεκριμένων πρακτικών ή τη θέσπιση συγκεκριμένων κανόνων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα ίδια ακριβώς προστατευόμενα χαρακτηριστικά». Σημειώνεται ότι, η αναπηρία είναι ένα από τα ‘προστατευόμενα’ χαρακτηριστικά που αναγνωρίζονται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία κατά των διακρίσεων. Ως εκ τούτου, διακρίσεις μπορούν να προκύψουν, όχι μόνο λόγω της διαφορετικής μεταχείρισης προσώπων που βρίσκονται σε όμοιες καταστάσεις, αλλά και λόγω της ίδιας μεταχείρισης προσώπων που βρίσκονται σε διαφορετικές καταστάσεις.

2.1.2 Αρχή της Διασφάλισης του Συμφέροντος του Παιδιού

Η Αρχή της Διασφάλισης του Συμφέροντος του Παιδιού ως διακριτής προσωπικότητας ορίζεται στο Άρθρο 3 (1) της Σύμβασης και καθορίζει ότι, σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν παιδί, είτε αυτές λαμβάνονται στη σφαίρα της δημόσιας είτε της ιδιωτικής ζωής, το παιδί έχει δικαίωμα, κατά πρώτο, να αξιολογείται το συμφέρον του και, κατά δεύτερο, η διασφάλιση του συμφέροντος του να έχει πρωταρχική σημασία. Σε κάθε απόφαση πρέπει να λαμβάνεται υπόψη «πρωτίστως το συμφέρον του παιδιού», με τρόπο, δηλαδή, που να του προσδίδεται προτεραιότητα έναντι άλλων παραγόντων που πιθανόν να εμπλέκονται σε μια απόφαση/δράση.


2.1.3 Προσανατολισμός της Εκπαίδευσης με βάση τη Σύμβαση

Στα πλαίσια του πνεύματος που εισάγει η Σύμβαση και, ειδικότερα, στη βάση του Άρθρου 23 (3), η παρεχόμενη στα παιδιά με μαθησιακές ή άλλες δυσκολίες εκπαίδευση θα πρέπει να δίνεται με τρόπο που αυτή να εξασφαλίζει την πληρέστερη, κατά το δυνατόν, κοινωνική τους ενσωμάτωση και τον πλήρη σεβασμό στην εγγενή αξιοπρέπεια κάθε παιδιού. Επιπλέον, αναγνωρίζεται το δικαίωμα των παιδιών με αναπηρίες να τυγχάνουν εξειδικευμένης φροντίδας και βοήθειας, η οποία να είναι προσαρμοσμένη στην κατάσταση του κάθε παιδιού και στις περιστάσεις αυτών που αναλαμβάνουν τη φροντίδα τους.

2.2 Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες (Σύμβαση για ΑμεΑ)

(http://www.mlsi.gov.cy/mlsi/dsid/dsid.nsf/dsipd08_gr/dsipd08_gr?OpenDocument)

Για την κατοχύρωση του δικαιώματος των Ατόμων με Αναπηρίες (ΑμεΑ) στην εκπαίδευση, χωρίς διάκριση και βάσει των ίσων ευκαιριών, στο Άρθρο 24 της Σύμβασης για ΑμεΑ τονίζεται ότι, πρέπει να διασφαλίζονται τα εξής:

(α) τα ΑμεΑ δεν αποκλείονται από το γενικό εκπαιδευτικό σύστημα λόγω της αναπηρίας

(β) τα ΑμεΑ μπορούν να έχουν πρόσβαση σε μια ενταξιακή, ποιοτική και δωρεάν πρωτοβάθμια εκπαίδευση και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σε ίση βάση με τους άλλους, στις κοινότητες στις οποίες ζουν,

(γ) παρέχεται εύλογη προσαρμογή των αναγκών του ατόμου,

(δ) τα ΑμεΑ θα λαμβάνουν την υποστήριξη που απαιτείται, εντός του γενικού εκπαιδευτικού συστήματος, για να διευκολύνουν την αποτελεσματική τους εκπαίδευση,

(ε) αποτελεσματικά εξατομικευμένα μέτρα υποστήριξης παρέχονται σε περιβάλλοντα που μεγιστοποιούν την ακαδημαϊκή και κοινωνική ανάπτυξη, σύμφωνα με το σκοπό της πλήρους ένταξης».

2.3 Εθνική Νομοθεσία

Σύμφωνα με τον περί Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες Νόμο (Ν.113(I)/1999, όπως τροποποιήθηκε), προσδιορίζεται η φοίτηση παιδιών που λαμβάνουν Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση, η αξιολόγηση των αναγκών κάθε παιδιού από την Επαρχιακή Επιτροπή Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης (Επαρχιακή Επιτροπή) και η διαδικασία υποβολής ενστάσεων από γονείς σε σχέση με σημεία της έκθεσης της Επαρχιακής Επιτροπής με τα οποία διαφωνούν.

3. Διαπιστώσεις Επιτρόπου

Στις αποφάσεις που λαμβάνονται σε σχέση με τον καθορισμό του πλαισίου φοίτησης παιδιών με αναπηρίες, η Επίτροπος διαπιστώνει τα ακόλουθα:

· Απουσία συναντίληψης στην ερμηνεία του συμφέροντος, της επιθυμίας, του βαθμού ανταπόκρισης και της αποτύπωσης των πραγματικών αναγκών του παιδιού, ανάμεσα στους γονείς και στην Επιτροπή που αξιολογεί τα παιδιά και, ως αποτέλεσμα, διάσταση απόψεων σε σχέση με τον καθορισμό του πλαισίου φοίτησης των παιδιών.

· Στις πλείστες περιπτώσεις, οι γονείς διεκδικούν τη φοίτηση του παιδιού τους σε συνηθισμένες τάξεις σχολείων γενικής εκπαίδευσης και, ως εκ τούτου, αντιδρούν αρνητικά σε αποφάσεις των Επιτροπών που προτείνουν διαφορετικές λύσεις.

· Οι γονείς λαμβάνουν ελλιπή πληροφόρηση σε σχέση με την περίπτωση του παιδιού τους, αφού δεν τους κοινοποιούνται επαρκή στοιχεία που να τεκμηριώνουν τις αποφάσεις της Επαρχιακής Επιτροπής. Επομένως, παρατηρείται μια βασική απόκλιση από τις πρόνοιες του Νόμου, η οποία καθιστά προβληματική την όλη διαδικασία.

· Η απουσία ικανοποιητικής τεκμηρίωσης για υποστήριξη των αποφάσεων των Επιτροπών, δημιουργεί αντιδράσεις και δυσκολία στους γονείς να αποδεχτούν τι είναι προς το συμφέρον του παιδιού τους.

· Σε κάποιες περιπτώσεις οι αποφάσεις των Επιτροπών διαφοροποιήθηκαν, κατόπιν έντονων πιέσεων και αντιδράσεων των γονέων, ή εφαρμόστηκε δοκιμαστικά μια ενδιάμεση συμβιβαστική λύση.

· Η Επίτροπος υπέδειξε και στο παρελθόν, με σχετική Θέση«Θέση Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού για την Αγωγή και Εκπαίδευση Παιδιών με Αναπηρίες» (Δεκέμβριος 2011), η οποία είναι αναρτημένη στην ιστοσελίδα της Επιτρόπου (www.childcom.org.cy) στο σύνδεσμο Επίσημες Θέσεις, Εκθέσεις και Πορίσματα της Επιτρόπου. που δημοσιοποίησε, ότι «οι αποφάσεις των Επαρχιακών Επιτροπών στις πλείστες των περιπτώσεων παρουσιάζουν μια τυποποιημένη, μάλλον ανελαστική ομοιομορφία, η οποία δημιουργεί ερωτήματα ως προς την προσαρμογή τους στις ιδιαιτερότητες της κάθε περίπτωσης ξεχωριστά.» (σ.11). Η συγκεκριμένη δυσλειτουργία συνεχίζει να υφίσταται, παρά τις επανειλημμένες αντιδράσεις των γονέων.

· Το γεγονός ότι οι αποφάσεις των Επαρχιακών Επιτροπών εμφανίζονται να είναι συνοπτικές και πανομοιότυπες στη γραπτή αναφορά που αποστέλλεται στους γονείς, δημιουργεί αισθήματα αγανάκτησης στους γονείς, οι οποίοι θεωρούν ότι οι αποφάσεις των ειδικών είναι επιφανειακές, χωρίς επιστημονική βάση, ενδεχομένως, κατευθυνόμενες από μια γενικότερη πολιτική εφαρμογής μέτρων λιτότητας στην εκπαίδευση, επιλέγοντας την πιο εύκολη και οικονομική λύση για το παιδί τους, η οποία όμως δεν είναι κατ’ ανάγκην η καταλληλότερη. Ως εκ τούτου, οι γονείς προσφεύγουν σε καταγγελίες, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να δικαιωθούν.

· Προκαλεί προβληματισμό το γεγονός ότι, σε μια περίπτωση ομαδικού παραπόνου, οι γονείς εξέφρασαν την άποψη ότι τα παιδιά τους ωφελούνται περισσότερο από την ένταξη στην Ειδική Μονάδα, παρά από την «επίσκεψη στο κανονικό τους τμήμα». Επίσης, το γεγονός ότι το ΥΠΠ αναφέρεται σε «ένταξη», ενώ οι γονείς αναφέρονται σε «επίσκεψη», υποδηλώνει την απουσία συναντίληψης σε σχέση με τον πραγματικό στόχο και τη φιλοσοφία της ενιαίας εκπαίδευσης.

· Από τις αντιδράσεις των γονέων, προκύπτει συχνά ο προβληματισμός, κατά πόσο οι γονείς έχουν ορθές ενδείξεις σε σχέση με τις πραγματικές απόψεις των εκπαιδευτικών που παρακολουθούν σε καθημερινή βάση το παιδί τους. Οι γονείς συχνά επικαλούνται προφορικές απόψεις των εκπαιδευτικών, οι οποίες, όμως, δεν γνωρίζουμε αν αντικατοπτρίζουν την πραγματική εικόνα.

· Σε κάποιες περιπτώσεις, οι γονείς επιλέγουν, ως μοχλό πίεσης, κατά την κρίση τους, να παραμένει το παιδί τους στο σπίτι, εκτός πλαισίου εκπαίδευσης, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, μέχρι να αναγκαστούν οι αρμόδιοι να «υποκύψουν» στην άποψη των γονέων.

· Η διευκόλυνση της μετάβασης των παιδιών σε καθορισμένα σχολεία, φαίνεται να αποτελεί κριτήριο έγκρισης ή απόρριψης για τους γονείς σε κάποιες περιπτώσεις, ειδικότερα αν είναι αναγκασμένοι να μεταφέρουν το παιδί σε μεγάλη απόσταση ή αν το παιδί εξυπηρετείται συστηματικά από άτομα του ευρύτερου οικογενειακού κύκλου.

· Ένα άλλο ζήτημα που προκαλεί προβληματισμό, είναι οι αντιλήψεις που εμπεδώθηκαν διαχρονικά σε επίπεδο κοινωνίας, σε σχέση με το «κανονικό μάθημα» που γίνεται στην «κανονική τάξη», ώστε να εξασφαλιστεί σε βάθος χρόνου «κανονικό απολυτήριο», που να επιβεβαιώνει την «κανονική φοίτηση» συγκεκριμένου παιδιού.

4. Εισηγήσεις Επιτρόπου

· Υποχρέωση του Κράτους να μεριμνά για την παροχή, στο μέγιστο δυνατό βαθμό, εξειδικευμένης βοήθειας, σε κάθε παιδί που την χρειάζεται, εντός της γενικής τάξης.

· Η ανάγκη συμμόρφωσης της Επαρχιακής Επιτροπής με τις πρόνοιες της Νομοθεσίας, ώστε να επιδίδονται στους γονείς εκθέσεις που να περιλαμβάνουν αναλυτικά και τεκμηριωμένα τα πορίσματα των αξιολογήσεων του παιδιού τους. Επομένως, επιβάλλεται να γίνει αναπροσαρμογή της διοικητικής πρακτικής που εφαρμόζεται.

· Το ιδανικό θα ήταν να γνωστοποιούνται στους γονείς οι απόψεις όλων των ειδικών που αξιολογούν το παιδί τους, με βάση το επιστημονικό υπόβαθρο της επαγγελματικής θέσης που κατέχει ο κάθε εμπειρογνώμονας. Με αυτό τον τρόπο, διασφαλίζονται τέτοιες συνθήκες, ώστε οι γονείς να καθίστανται πιο ικανοί να θέτουν ρεαλιστικούς στόχους για τη μαθησιακή πορεία του παιδιού τους.

· Οι αποφάσεις των Επιτροπών πρέπει απαραιτήτως να τεκμηριώνονται στη βάση του συμφέροντος του παιδιού, να περιλαμβάνουν, δηλαδή, επαρκή αιτιολόγηση σε σχέση με τις ανάγκες του παιδιού, συνυπολογίζοντας τις επιπτώσεις που, ενδεχομένως, να επιφέρει η οποιαδήποτε απόφαση στο παιδί.

· Το γεγονός ότι κάποια παιδιά φαίνεται να εξαντλούνται στην προσπάθεια να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της γενικής εκπαίδευσης, προκαλεί έντονο προβληματισμό. Είναι, λοιπόν, αναγκαίο να διερευνηθούν οι λόγοι για τους οποίους το πλαίσιο της συνηθισμένης τάξης φαίνεται να προκαλεί ψυχολογική και συναισθηματική καταπόνηση στα συγκεκριμένα παιδιά.

· Είναι ευθύνη του Κράτους να δημιουργεί τις προδιαγραφές και τις συνθήκες, ώστε τα ΑμεΑ να έχουν πρόσβαση στη γενική εκπαίδευση σε ισότιμη βάση με οποιοδήποτε άλλο παιδί. Οι «εναλλακτικοί τρόποι» που κατά καιρούς προτείνονται για «διευκόλυνση» των ΑμεΑ δεν πρέπει να παραβιάζουν τις βασικές Αρχές που κατοχυρώνονται από τις Διεθνείς Συμβάσεις, ούτε να επιβαρύνουν άτομα του οικογενειακού περιβάλλοντος και σε καμία περίπτωση να μην ταλαιπωρούν με οποιοδήποτε τρόπο τα ίδια τα ΑμεΑ, στη βάση μιας λανθασμένης νοοτροπίας ότι «τους κάνουν χάρη που τους παραχωρούν τη διευκόλυνση».

· Σε σχέση με την απονομή οποιουδήποτε πιστοποιητικού φοίτησης στα παιδιά με αναπηρίες, τονίζω ότι το δίπλωμα δεν πρέπει να είναι αυτοσκοπός, ούτε πρέπει να καθορίζει τη μορφή της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Αυτό που έχει σημασία είναι, τα ΑμεΑ να αποκτήσουν δεξιότητες προσαρμογής, αυτονομίας και αυτορρύθμισης, αποκτώντας τα αναγκαία εφόδια για ένταξη στην κοινωνία σε συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης. Επομένως, θεωρώ επιβεβλημένο, το ΥΠΠ να διασφαλίσει τις προδιαγραφές και τις συνθήκες, ώστε, οι δομές, το περιεχόμενο, οι διαδικασίες και οι αλληλεπιδράσεις εντός του προτεινόμενου πλαισίου εκπαίδευσης για οποιοδήποτε παιδί, αφενός μεν, να μην ακυρώνουν τη φιλοσοφία της ενιαίας εκπαίδευσης, αφετέρου δε, να απονέμεται τέτοιο πιστοποιητικό στα ΑμεΑ, το οποίο να έχει ξεκάθαρη εξαργυρώσιμη αξία στην ενήλική τους ζωή. Το πιστοποιητικό αυτό πρέπει να αποτυπώνει ξεκάθαρα τις προτιμήσεις και τις δεξιότητες που αποκτούν, μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα, οι μαθητές που λαμβάνουν Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση, ώστε να κατοχυρώνεται η κατάλληλη επιλογή εργασιακού περιβάλλοντος για τα άτομα με αναπηρίες, δίνοντας, παράλληλα, κατεύθυνση για την παροχή των αναγκαίων προσαρμογών για την αποτελεσματική διεκπεραίωση της εργασίας τους.

· Γενικότερα, αναφορικά με τον τρόπο παροχής Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης, εισηγούμαι όπως, το ΥΠΠ προχωρήσει στη σύσταση επιτροπής ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων, η οποία να προβεί σε αξιολόγηση του υφιστάμενου συστήματος παροχής εκπαίδευσης σε παιδιά με αναπηρίες, διερευνώντας κατά πόσο το σύστημα αυτό συνάδει με τις πρόνοιες της Σύμβασης για ΑμεΑ. Πρέπει να καθοριστεί, ξεκάθαρα, η συνάφεια μεταξύ του επιδιωκόμενου αποτελέσματος της παρεχόμενης εκπαίδευσης και των βασικών Αρχών που διασφαλίζουν τα δικαιώματα των παιδιών με αναπηρίες.

· Είναι ευθύνη του Κράτους να μεριμνήσει για την ενημέρωση και ενδυνάμωση των γονιών και την καθοδήγησή τους προκειμένου να είναι σε θέση να κατανοούν και, την ίδια στιγμή, να διεκδικούν αυτό το οποίο είναι προς το συμφέρον του παιδιού τους.

· Συνιστά ευθύνη του εκπαιδευτικού συστήματος και του κοινωνικού συνόλου γενικότερα, να διασφαλίζονται τέτοιες συνθήκες, ώστε τα ΑμεΑ να μη βιώνουν αισθήματα αποτυχίας μέσα από την εκπαίδευση, αλλά αντίθετα, να είναι σε θέση να αποδίδουν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους.



Σχετικά Αρχεία:
Κατεβάστε το αρχείο τύπου Word 2017_Έκθεση Ειδική Εκπαίδευση-Πλαίσιο Φοίτησης Μάιος 2017.doc (Μέγεθος Αρχείου: 354,42Kb)



Αποστολή της σελίδας Αρχή
Οικογένεια

Δικαιώματα


© 2008 - 2018 Κυπριακή Δημοκρατία, Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

Αρχική Σελίδα | Κυβερνητική Πύλη Διαδικτύου | Αποποίηση | Υπεύθυνος Σελίδας