Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Μετάβαση στο περιεχόμενο

Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

Ανεξάρτητος Εθνικός Οργανισμός Δικαιωμάτων του Παιδιού - Κύπρος


Η οικογένεια, ως κοινωνικός θεσμός, έχει ένα αξιοσημείωτο οικουμενικό χαρακτήρα. Διαχρονικά, είναι το θεμελιώδες δομικό συστατικό κάθε γνωστής κοινωνίας πέραν από πολιτισμικούς, γεωγραφικούς ή όποιους άλλους προσδιορισμούς. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, με το οποίο καθιερώθηκε η 15η Μαΐου ως η Διεθνής Ημέρα για την Οικογένεια, η οικογένεια είναι βασική μονάδα της κοινωνικής ζωής με σημαντική και ουσιαστική συμμετοχή και ρόλο στα πλαίσια μιας σταθερής και βιώσιμης ανάπτυξης. Στην οικογένεια, ως «το φυσικό και το βασικό στοιχείο της κοινωνίας», το οποίο έχει δικαίωμα προστασίας από την κοινωνία και το κράτος, κάνει αναφορά τόσο η Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα [άρθρο 16 (3)] όσο και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα.

Θέλω να τονίσω ότι, ακριβώς, λόγω της οικουμενικότητάς του, ο θεσμός της οικογένειας παρουσιάζει μια πολυμορφία ως προς τη δομή και την οργάνωση - σε διαφορετικά πολιτισμικά και/ή κοινωνικά πλαίσια συναντούμε διαφορετικά είδη οικογένειας. Είναι για αυτό, που όλα τα διεθνή κείμενα, συμπεριλαμβανομένης και της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, προσεγγίζουν με μια διευρυμένη αντίληψη τον όρο οικογένεια, ούτως ώστε αυτός να καλύπτει κάθε είδους, κοινωνικά αποδεκτή, οικογενειακή δομή.

Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, υπογραμμίζει τον κεντρικό ρόλο της οικογένειας στο πλαίσιο της κοινωνίας. Αποδίδει στην οικογένεια πρωταρχικό ρόλο στα πλαίσια της ανατροφής του παιδιού αναγνωρίζοντας ότι «η οικογένεια είναι η θεμελιώδης μονάδα της κοινωνίας και το φυσικό περιβάλλον για την ανάπτυξη και την ευημερία όλων των μελών της, και ιδιαίτερα των παιδιών». Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι, «το παιδί για την αρμονική ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, πρέπει να μεγαλώνει μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, σ' ένα κλίμα ευτυχίας, αγάπης και κατανόησης» (Προοίμιο).

Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, ως πράξη διεθνούς δικαίου, είναι δεσμευτική και δημιουργεί νομική υποχρέωση για τα Συμβαλλόμενα Κράτη να σέβονται και να εξασφαλίζουν σε κάθε παιδί που υπάγεται στη δικαιοδοσία τους, τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται από αυτή (Άρθρο 2). Παράλληλα, εναποθέτει την κύρια ευθύνη, αναφορικά με τη φροντίδα, την ανατροφή και την ανάπτυξη του παιδιού στην οικογένεια προνοώντας ότι «Η ευθύνη για την ανατροφή του παιδιού και για την ανάπτυξή του ανήκει κατά κύριο λόγο στους γονείς ή, ανάλογα με την περίπτωση, στους νόμιμους κηδεμόνες του» (Άρθρο 18(1).

Με τον τρόπο αυτό, η Σύμβαση, θεμελιώνει μια τριαδική σχέση ανάμεσα στο κράτος, την οικογένεια και το παιδί, ως φορέα εγγενούς αξιοπρέπειας και αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων. Στη βάση της τριαδικής αυτής σχέσης, το κράτος αναλαμβάνει την ευθύνη να στηρίξει και να προωθήσει τα δικαιώματα του παιδιού είτε άμεσα, μέσα από την ανάπτυξη πολιτικών που αφορούν το παιδί και τα δικαιώματά του, είτε έμμεσα, μέσω νομοθετικών και διοικητικών μέτρων που αποσκοπούν στην ενίσχυση και την ενδυνάμωση της οικογένειάς. Η Σύμβαση υποχρεώνει τα Συμβαλλόμενα Κράτη «να εξασφαλίζουν στο παιδί την αναγκαία για την ευημερία του προστασία και φροντίδα, λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των γονέων του, και παίρνουν για το σκοπό αυτόν όλα τα κατάλληλα νομοθετικά και διοικητικά μέτρα» (Άρθρο 3). Ταυτόχρονα, αναγνωρίζει ότι στους γονείς «ανήκει πρωτίστως η ευθύνη της εξασφάλισης, μέσα στα όρια των δυνατοτήτων τους και των οικονομικών μέσων τους, των απαραίτητων για την ανάπτυξη του παιδιού συνθηκών ζωής» (Άρθρο 27). Υποχρεώνει, όμως, τα Συμβαλλόμενα Κράτη «να παίρνουν τα κατάλληλα μέτρα, για να βοηθήσουν τους γονείς και τα άλλα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για το παιδί, να εφαρμόσουν το δικαίωμα αυτό και να προσφέρουν, σε περίπτωση ανάγκης, υλική βοήθεια και προγράμματα στήριξης, κυρίως σε σχέση με τη διατροφή, το ρουχισμό και την κατοικία» Άρθρο 27 (2).

Δυνάμει της Σύμβαση, κάθε παιδί έχει δικαίωμα να μεγαλώσει στο πλαίσιο της οικογένειάς του και, ως εκ τούτου, στα πλαίσια της τριαδικής σχέσης που έχω αναφέρει, το κράτος, υποχρεούται να του το διασφαλίζει. Ωστόσο, ακόμη και στο πλαίσιο της οικογένειας το κράτος διατηρεί την ευθύνη που έχει σε ότι αφορά στη διασφάλιση των δικαιωμάτων του παιδιού. Για τούτο, όταν οι αρμόδιες αρχές κρίνουν ότι ο χωρισμός του παιδιού από τους γονείς του είναι αναγκαίος για το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού, μπορούν να προχωρήσουν ακόμη και στην απομάκρυνση του παιδιού από την οικογένεια ή τον ένα γονέα. Η απόφαση αυτή βέβαια υπόκειται σε δικαστική αναθεώρηση σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους και διαδικασίες. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη Σύμβαση «Μια τέτοια απόφαση μπορεί να είναι αναγκαία σε ειδικές περιπτώσεις, για παράδειγμα όταν οι γονείς κακομεταχειρίζονται ή παραμελούν το παιδί, ή όταν ζουν χωριστά και πρέπει να ληφθεί απόφαση σχετικά με το τόπο διαμονής τους παιδιού» (Άρθρο 9).

Είναι γενικότερη πεποίθηση ότι, προκειμένου το παιδί να αναπτύξει μια ολοκληρωμένη και αυτόνομη προσωπικότητα, πάνω απ’ όλα, χρειάζεται ένα ασφαλές, σταθερό και υγιές οικογενειακό περιβάλλον. Χρειάζεται ένα οικογενειακό περιβάλλον απαλλαγμένο από κάθε μορφής βία και κακοποίηση. Ένα οικογενειακό περιβάλλον που να επιτρέπει στο παιδί, να νιώθει ασφάλεια και να του εξασφαλίζει, τα απαραίτητα, ψυχικά, νοητικά και υλικά εφόδια, για την πλήρη και ολόπλευρη ανάπτυξή του.

Ακριβώς για το λόγο αυτό, με βάση το πνεύμα αλλά και το γράμμα της Σύμβασης, η ανατροφή των παιδιών είναι μεν δικαίωμα αλλά, ταυτόχρονα, ευθύνη και καθήκον της οικογένειας, το οποίο πρέπει να επιτελείται με πλήρη σεβασμό στα δικαιώματα του παιδιού.

Κάθε οικογένεια, δικαιούται, με βάση τη Σύμβαση, κάθε δυνατή στήριξη, από το κράτος, για να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή της να βοηθήσει το παιδί να μεγαλώσει σε συνθήκες που θα του επιτρέπουν να απολαμβάνει όλο το φάσμα των δικαιωμάτων του. Παράλληλα, οι γονείς [ή, ανάλογα με την περίπτωση, τα μέλη της διευρυμένης οικογένειας ή της κοινότητας, όπως προβλέπεται από τα τοπικά έθιμα, οι νόμιμοι κηδεμόνες ή άλλα πρόσωπα που έχουν νόμιμα την ευθύνη για το παιδί,] έχουν την ευθύνη, το δικαίωμα και το καθήκον να παρέχουν στο παιδί, κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στην ανάπτυξη των ικανοτήτων του, την κατάλληλη καθοδήγηση και συμβουλές κατά την άσκηση των δικαιωμάτων που του αναγνωρίζει η Σύμβαση (Άρθρο 5).

Ο τρόπος ανατροφής των παιδιών στα πλαίσια της οικογένειας είναι φυσικό να διαφοροποιείται ανάλογα με την κουλτούρα, το εκάστοτε κοινωνικό πλαίσιο, τα ήθη και τις παραδόσεις της κοινωνίας. Η Σύμβαση, σε καμιά περίπτωση, δεν καθορίζει ποιος είναι ο σωστός τρόπος ανατροφής των παιδιών. Η Σύμβαση δεν αμφισβητεί, επίσης, το δικαίωμα των γονιών να μεγαλώσουν το παιδί τους με βάση τις δικές τους παραδόσεις και πεποιθήσεις, στο βαθμό που αυτές δεν είναι επιβλαβείς για το παιδί. Ωστόσο, παρέχει το υπόβαθρο πάνω στο οποίο είναι δυνατόν να στηριχτούν οι γονείς προκειμένου να οικοδομήσουν θετικές γονικές συμπεριφορές και στάσεις ικανές να διαμορφώσουν ένα οικογενειακό περιβάλλον εμποτισμένο με το σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα γενικά και τα δικαιώματα του παιδιού πιο ειδικά.

Στο πλαίσιο μιας ιδιαίτερα παιδοκεντρικής κοινωνίας, όπως είναι η Κυπριακή, τόσο το δικαίωμα του παιδιού να είναι και να νιώθει ασφαλισμένο, όσο και το δικαίωμά του να απολαμβάνει, με μέριμνα των γονιών του, μια σειρά από αγαθά (υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευση, ψυχαγωγία κλπ), θεωρούνται, κατά το μάλλον ή ήττον, αυτονόητα. Ακόμη κι εκεί όπου η οικογένεια αδυνατεί να εξασφαλίσει πλήρως τα δικαιώματα προστασίας και ευημερίας του παιδιού, δεν αμφισβητείται η αρχή ότι τα δικαιώματα αυτά είναι απαραίτητα για κάθε παιδί καθώς απαντούν σε βασικές ανάγκες που έχει από τη στιγμή της γέννησής του.

Δυστυχώς όμως δεν ισχύει το ίδιο για κάποια άλλα, εξίσου βασικά, δικαιώματα τα οποία η Σύμβαση κατατάσσει ως μια από τις τέσσερεις βασικές αρχές που την διέπουν. Και τούτα είναι τα δικαιώματα συμμετοχής. Τούτο δεν είναι άσχετο με την αντίληψη, το φόβο θα έλεγα, ότι εφαρμογή των δικαιωμάτων συμμετοχής των παιδιών συνιστά αμφισβήτηση των δικαιωμάτων των γονιών, θέτοντας σε κίνδυνο την οικογενειακή γαλήνη. Πρόκειται, βέβαια, για μια λανθασμένη αντίληψη, η οποία παραγνωρίζει τη βασική θεώρηση που διέπει τη Σύμβαση, ότι ένα παιδί, ένα ανθρώπινο ον από τη γέννηση του συνιστά μια αυτόνομη προσωπικότητα με δικά του δικαιώματα και δεν είναι ιδιοκτησία των γονιών του. Κατ΄ επέκταση, η αντίληψη αυτή δεν αναγνωρίζει τη βασική ανάγκη του παιδιού, ενός ανεξάρτητου όντος το οποίο διαπλάθεται, να οικοδομήσει μια θετική αυτοαντίληψη και, παράλληλα, κριτική σκέψη και δεξιότητες συνεργασίας μέσα από την ισότιμη επικοινωνία με τους γονείς του και γενικότερα με όλους τους ενήλικες με τους οποίους έρχεται σε επαφή.

Τα δικαιώματα συμμετοχής εδράζονται στο Άρθρο 12 της Σύμβασης, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε παιδιού να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του σχετικά με οποιοδήποτε θέμα που το αφορά και να δίνεται στις απόψεις του παιδιού το απαιτούμενο βάρος σύμφωνα με την ηλικία του και το βαθμό της ωριμότητάς του. Τα δικαιώματα συμμετοχής διαμορφώνουν το πλαίσιο λειτουργίας μιας δημοκρατικής οικογένειας. Μιας οικογένειας την οποία χαρακτηρίζουν ο αμοιβαίος σεβασμός, η αποδοχή της διαφορετικότητας, η αλληλοκατανόηση, η συνεργασία και η ισότητα, υπό την έννοια ότι κάθε μέλος της έχει την ίδια αξία ως ανθρώπινη ύπαρξη. Στα πλαίσια μιας τέτοιας οικογένειας, το παιδί δεν παραμένει παθητικός αποδέκτης των αποφάσεων των γονιών του. Αντίθετα, έχει τη δυνατότητα να νιώσει ότι είναι ενεργητικό μέλος της οικογένειας. Σε μια τέτοια οικογένεια, οι γονείς καθοδηγούν, χωρίς να χειραγωγούν το παιδί, κατά τρόπο θετικό, δημιουργώντας τις κατάλληλες ευκαιρίες ώστε αυτό να διαμορφώνει ελεύθερα τις απόψεις του και να συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων. Στα πλαίσια μιας δημοκρατικής οικογένειας, το παιδί έχει την ευκαιρία να αναπτύξει σταδιακά την αυτονομία του, να εμπεδώσει τα δικαιώματά του και, κατά συνέπεια, να συνειδητοποιήσει τις απορρέουσες από αυτά υποχρεώσεις του. Ως αποτέλεσμα, μπορεί να λειτουργεί κατά τρόπο υπεύθυνο και παραγωγικό, τόσο στο πλαίσιο της οικογένειας όσο και στο πλαίσιο της ευρύτερης κοινωνίας.

Η οικογένεια είναι για το παιδί η πρώτη μικρο-κοινωνία στην οποία εντάσσεται, και αποτελεί το πρωταρχικό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης που έχει στη διάθεσή του. Οι γονείς, πέραν του ότι φέρουν την κύρια ευθύνη σε ότι αφορά στην προστασία και την ευημερία του, παράλληλα, λειτουργούν ως οι πρώτοι του παιδαγωγοί και δάσκαλοι. Είναι αυτοί που θα του μεταδώσουν βασικές γνώσεις για τη ζωή, θα του διδάξουν δεξιότητες επικοινωνίας και θα αποτελέσουν για αυτό τα πρώτα και, ίσως τα σημαντικότερα, πρότυπα συμπεριφοράς και νοοτροπίας. Ένα παιδί που μεγαλώνει σε ένα οικογενειακό περιβάλλον το οποίο σέβεται και προασπίζεται τα δικαιώματά του, έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα και μαθαίνει το ίδιο να σέβεται τα δικαιώματα των άλλων. Οφείλουμε λοιπόν όλοι, πολιτεία και οικογένεια, να κατανοήσουμε ότι, προάγοντας τα δικαιώματα του παιδιού στο πλαίσιο της οικογένειας, βοηθώντας και στηρίζοντας τους γονείς να ανταποκριθούν στο σύνολο των αναγκών των παιδιών τους, υιοθετώντας θετικά γονικά πρότυπα και λειτουργώντας δημοκρατικά, θέτουμε τις βάσεις για μια πιο δημοκρατική και ευημερούσα κοινωνία.







Κατεβάστε το αρχείο Word Οmilia Epitropou gia tin pagkosmia Imera Oikogeneias - fianl -15 - 5-2009.doc


Πίσω στην προηγούμενη σελίδα





Back To Top