Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Μετάβαση στο περιεχόμενο

Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

Ανεξάρτητος Εθνικός Οργανισμός Δικαιωμάτων του Παιδιού - Κύπρος

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΙΣΩΝ ΕΥΚΑΙΡΙΩΝ ΜΕ ΘΕΜΑ:
ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΣΤΗΡΙΞΗΣ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΘΕΤΑΙ ΝΑ ΛΑΒΕΙ Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ, ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΥΠΑΘΩΝ ΟΜΑΔΩΝ ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ, ΕΝΟΨΕΙ ΤΗΣ ΔΕΙΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΧΕΙ ΠΕΡΙΕΛΘΕΙ Η ΧΩΡΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤ’ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΟΙ ΚΥΠΡΙΑΚΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ, ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ EUROGROUP, ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ
ΔΕΥΤΕΡΑ, 15/ 04 /2013, 09:00
ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ
ΛΗΔΑΣ ΚΟΥΡΣΟΥΜΠΑ


1. Κοινωνικές πολιτικές βασισμένες στα ανθρώπινα δικαιώματα

1.1. Βρισκόμαστε σήμερα ως Κράτος και ως κοινωνία, αντιμέτωποι με τη μεγαλύτερη πρόκληση που είχαμε να αντιμετωπίσουμε εδώ και σαράντα χρόνια. Αυτό που αρχικά εμφανίστηκε ή ξεκίνησε ως πρόβλημα στο χρηματοπιστωτικό ή/ και δημοσιονομικό τομέα της χώρας δεν μπορεί πλέον να εννοηθεί αποκλειστικά και μόνο ως οικονομικό πρόβλημα. Η τραγική κατάσταση στην οποία έχουμε περιέλθει επεκτείνεται πολύ πέραν από το χώρο της οικονομίας δημιουργώντας τεράστια και ευρύτερα προβλήματα και προκλήσεις που απειλούν με ρήξη τον κοινωνικό ιστό της χώρας.

1.2. Η αντιμετώπιση της κατάστασης και των προβλημάτων δεν μπορεί να περιοριστεί αποκλειστικά και μόνο στη λήψη μέτρων οικονομικής φύσης ή μέτρων τα οποία να έχουν ένα καθαρά οικονομικό προσανατολισμό και λογική. Καλούμαστε σήμερα, αφενός, να σχεδιάσουμε και να εφαρμόσουμε ολοκληρωμένες πολιτικές που να προωθούν και να οδηγούν σε μεσοπρόθεσμο στάδιο στο ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και των δομών που τη διέπουν και, αφετέρου, να εγκύψουμε στα άμεσα και ουσιαστικά προβλήματα και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η κοινωνία μας σήμερα.

1.3. Πάνω και πέραν από την οικονομική ανάκαμψη της χώρας στόχος μας θα πρέπει να είναι η ενίσχυση του ανθρωποκεντρικού προσανατολισμού της κοινωνίας, η εμβάθυνση των δημοκρατικών θεσμών και των συμμετοχικών διαδικασιών της πολιτείας και η ενίσχυση των κοινωνικών της πολιτικών.

1.4. Σε αυτές ακριβώς τις συνθήκες αναδεικνύεται περισσότερο επιτακτική από ποτέ, η ανάγκη υιοθέτησης και εφαρμογής κοινωνικών πολιτικών βασισμένων στα ανθρώπινα δικαιώματα. Πολιτικών που να θεμελιώνονται στις νόρμες και τις αξίες που διέπουν τις Διεθνείς Πράξεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

1.5. Κοινωνικές πολιτικές που βασίζονται στα ανθρώπινα δικαιώματα, επικεντρώνονται στην ενδυνάμωση των ίδιων των ανθρώπων – σε ατομικό και ομαδικό επίπεδο. Από τη στιγμή που η έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εισάγεται στο πλαίσιο της διαμόρφωσης πολιτικής, η καταπολέμηση των κοινωνικών προβλημάτων όπως η φτωχοποίηση και ο κοινωνικός αποκλεισμός παύει να είναι απλά μια αγαθοεργός απάντηση σε μια ανθρώπινη ανάγκη και μετατρέπεται σε μια νομική υποχρέωση της πολιτείας να διασφαλίσει σε κάθε πολίτη το δικαίωμα να διαβιώνει σε συνθήκες απαλλαγμένες από τη φτώχια και πλήρως ενταγμένος στην κοινότητα όπου ανήκει.

2. Το νομικό πλαίσιο για την ανάπτυξη παιδοκεντρικών κοινωνικών πολιτικών

2.1. Μια από τις πλέον ευπαθείς και ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού στις παρούσες συνθήκες είναι τα παιδιά.

2.2. Είναι για τούτο που ως Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού ένιωσα τη θεσμική υποχρέωση να απευθυνθώ με δημόσιο μήνυμά μου στις 29 Μαρτίου 2013 στα παιδιά (το οποίο επισυνάπτεται), επιχειρώντας να τα ενδυναμώσω σε αυτές τις δύσκολες για όλους περιστάσεις.

2.3. Η σύγχυση αλλά και η αβεβαιότητα που νιώθουν πολλοί ενήλικες λόγω της κατάστασης στη χώρα μεταφέρεται στα παιδιά. Από την άλλη, καθώς η ύφεση θα βαθαίνει και η ανεργία ανάμεσα στους ενήλικες θα αυξάνεται, ένας ολοένα μεγαλύτερος αριθμός παιδιών θα βρεθούν αντιμέτωπα με την ανασφάλεια, τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό.

2.4. Δεν εννοούνται κοινωνικές πολιτικές βασισμένες στα ανθρώπινα δικαιώματα οι οποίες να μην είναι παιδοκεντρικές. Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού παρέχει ένα ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο για την ανάπτυξη τέτοιων πολιτικών. Ενσωματώνει αποτελεσματικά τα δικαιώματα προστασίας του παιδιού – είτε με άμεση στήριξη και παροχές είτε μέσω των μέτρων στήριξης της οικογένειάς του - χωρίς όμως να αμφισβητεί ότι, το παιδί, ως υποκείμενο δικαιωμάτων με διακριτή προσωπικότητα και εγγενή αξιοπρέπεια, έχει δικαίωμα να έχει άποψη για κάθε θέμα που το αφορά και δικαίωμα να την εκφράζει.

2.5. Η Σύμβαση, καλύπτει διεξοδικά το δικαίωμα του παιδιού στην προστασία. Στο Προοίμιό της, γίνεται γενικότερη αναφορά στην ανάγκη για παροχή στο παιδί ειδικής προστασίας καθώς και ρητή αναφορά στην υπόδειξη της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Παιδιού ότι «το παιδί, λόγω της σωματικής και διανοητικής του ανωριμότητας, χρειάζεται ειδική προστασία και φροντίδα, συμπεριλαμβανομένης και της κατάλληλης νομικής προστασίας, τόσο πριν όσο και μετά τη γέννησή του».

2.6. Περαιτέρω, σειρά διατάξεων της Σύμβασης δεσμεύουν τα Συμβαλλόμενα Κράτη να λαμβάνουν τα κατάλληλα νομοθετικά, διοικητικά, κοινωνικά και εκπαιδευτικά μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν την προστασία του παιδιού από οποιαδήποτε διάκριση (Άρθρο 2) και κάθε μορφή πνευματικής, ψυχολογικής ή σωματικής κακοποίησης ή/ και εκμετάλλευσης, τόσο όταν βρίσκεται στο οικογενειακό περιβάλλον (Άρθρο 19) όσο και στο πλαίσιο οποιουδήποτε οργανισμού, υπηρεσίας ή ιδρύματος έχει αναλάβει τη φύλαξή του (Άρθρο 3).

2.7 Σειρά άλλων διατάξεων ενισχύουν περαιτέρω τα δικαιώματα του παιδιού στην προστασία, προβλέποντας τη λήψη ειδικών μέτρων προστασίας για παιδιά που ζουν κάτω από ιδιάζουσες συνθήκες και/ή αντιμετωπίζουν αντιξοότητες.

2.8. Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, υπογραμμίζει τον κεντρικό ρόλο της οικογένειας στο πλαίσιο της κοινωνίας. Αποδίδει στην οικογένεια πρωταρχικό ρόλο στα πλαίσια της ανατροφής του παιδιού αναγνωρίζοντας ότι «η οικογένεια είναι η θεμελιώδης μονάδα της κοινωνίας και το φυσικό περιβάλλον για την ανάπτυξη και την ευημερία όλων των μελών της, και ιδιαίτερα των παιδιών». Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι, «το παιδί για την αρμονική ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, πρέπει να μεγαλώνει μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, σ' ένα κλίμα ευτυχίας, αγάπης και κατανόησης» (Προοίμιο).

2.9. Η Σύμβαση, θεμελιώνει μια τριαδική σχέση ανάμεσα στο κράτος, την οικογένεια και το παιδί, ως φορέα εγγενούς αξιοπρέπειας και αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων. Στη βάση της τριαδικής αυτής σχέσης, το κράτος αναλαμβάνει την ευθύνη να στηρίξει και να προωθήσει τα δικαιώματα του παιδιού είτε άμεσα, μέσα από την ανάπτυξη πολιτικών που αφορούν το παιδί και τα δικαιώματά του, είτε έμμεσα, μέσω νομοθετικών και διοικητικών μέτρων που αποσκοπούν στην ενίσχυση και την ενδυνάμωση της οικογένειάς. Η Σύμβαση υποχρεώνει τα Συμβαλλόμενα Κράτη «να εξασφαλίζουν στο παιδί την αναγκαία για την ευημερία του προστασία και φροντίδα, λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των γονέων του, και παίρνουν για το σκοπό αυτόν όλα τα κατάλληλα νομοθετικά και διοικητικά μέτρα» (Άρθρο 3).

2.10. Ταυτόχρονα, αναγνωρίζει ότι στους γονείς «ανήκει πρωτίστως η ευθύνη της εξασφάλισης, μέσα στα όρια των δυνατοτήτων τους και των οικονομικών μέσων τους, των απαραίτητων για την ανάπτυξη του παιδιού συνθηκών ζωής» (Άρθρο 27). Υποχρεώνει, όμως, τα Συμβαλλόμενα Κράτη «να παίρνουν τα κατάλληλα μέτρα, για να βοηθήσουν τους γονείς και τα άλλα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για το παιδί, να εφαρμόσουν το δικαίωμα αυτό και να προσφέρουν, σε περίπτωση ανάγκης, υλική βοήθεια και προγράμματα στήριξης, κυρίως σε σχέση με τη διατροφή, το ρουχισμό και την κατοικία» Άρθρο 27 (2).

2.11. Η Σύμβαση, χωρίς να εγκαταλείπει πλήρως την προσέγγιση που θέλει το παιδί να έχει ανάγκη φροντίδας και προστασίας, το αναγνωρίζει ως πρόσωπο: ως ολοκληρωμένη δηλαδή ανθρώπινη ύπαρξη η οποία ενθαρρύνεται να συμμετέχει στην κοινωνική ζωή των ομάδων όπου είναι ενταγμένο, στο βαθμό που μπορεί, κατά τρόπο ενεργητικό, αναλαμβάνοντας ευθύνες και συμμετέχοντας στη λήψη αποφάσεων.

3. Επισημάνσεις – Προτάσεις

3.1. Η οικονομική ανέχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός διεισδύουν σε κάθε πτυχή της ζωής των παιδιών. Επηρεάζουν την ευημερία τους στο χώρο της οικογένειας, του σχολείου, της γειτονιάς και της ευρύτερης κοινότητας. Αφορούν ολόπλευρα την ψυχοσωματική κατάσταση των παιδιών - τόσο σε ατομικό όσο και στο κοινωνικό επίπεδο - και επεκτείνονται από την παρούσα παιδικότητά τους μέχρι και τη μελλοντική πορεία τους ως ενήλικες.

3.2. Τα παιδιά είναι μια από τις κυριότερες ομάδες αποδέχτες των κοινωνικών υπηρεσιών του κράτους – είτε άμεσα είτε έμμεσα, μέσω της οικογένειάς τους. Οι περικοπές στους τομείς της υγείας, της εκπαίδευσης και κοινωνικής στήριξης αναμένεται να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στα παιδιά. Οι διάφορες Υπηρεσίες του κράτους θα πρέπει να προχωρήσουν σε μια επανεξέταση των προτεραιοτήτων προκειμένου να μπορούν να ανταποκριθούν στο μέγιστο δυνατό βαθμό στις νέες πραγματικότητες που δημιουργούνται.

3.3. Η έκτακτη κατάσταση σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπει την παραμικρή έκπτωση σε ότι αφορά τη διασφάλιση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων των παιδιών, ιδιαίτερα σε ότι αφορά την προστασία τους από κάθε μορφή κακοποίησης και εκμετάλλευσης.

3.4. Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας αναμένεται ότι θα αναπτύξουν νέα ή θα προσαρμόσουν στις νέες συνθήκες που δημιουργούνται τα σημερινά προγράμματα στήριξης της οικογένειας με ιδιαίτερη έμφαση,

(α) στην ποιότητα των υπηρεσιών και με αναφορά στη εντατικοποίηση και τη διάρκεια της συνεργασίας με τις οικογένειες σε βάθος χρόνου καθώς και στη δυνατότητά τους να διατρέχουν εγκάρσια όλο το φάσμα των τομέων που αφορούν την οικογένεια (επιδοματική πολιτική, εκπαιδευτικά προγράμματα άσκησης θετικού γονεϊκού ρόλου, επαγγελματικής κατάρτισης) και τη δυνατότητα για ανάπτυξη διϋπηρεσιακών συνεργασιών (π.χ. με τις Υπηρεσίες ψυχικής υγείας και τις σχολικές αρχές).
(β) στην προσβασιμότητα των υπηρεσιών – λαμβάνοντας μέτρα προκειμένου να διαχέεται εύκολα και άμεσα η πληροφόρηση για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και, παράλληλα, η προσφορά των υπηρεσιών να γίνεται χωρίς προκατάληψη και με τρόπο που να αποφεύγεται ο στιγματισμός των συνεργαζόμενων οικογενειών.
(γ) στην οργάνωση των παρεχόμενων υπηρεσιών κατά τρόπο που να καλύπτονται στο μέγιστο δυνατό βαθμό οι ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού (μονογονεϊκές και πολυμελείς οικογένειες, οικογένειες με προβλήματα ψυχικής υγείας, οικογένειες από χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα, οικογένειες μεταναστών).

3.5. Αυξημένες αναμένεται να είναι οι υποχρεώσεις των Υπηρεσιών Υγείας – δεδομένου ότι πολλές οικογένειες οι οποίες αποτείνονταν στο ιδιωτικό τομέα, λόγω των οικονομικών δυσπραγιών θα υποχρεωθούν να αποταθούν στο δημόσιο τομέα. Είναι για τούτο σημαντικό να γίνουν όλες οι δυνατές, υπό τις περιστάσεις ενέργειες, οι οποίες θα μας επιτρέψουν να προλάβουμε ώστε η βαθιά οικονομική κρίση να μην μετατραπεί σε μια βαθιά κοινωνική κρίση ή/ και βαθιά κρίση στον τομέα της υγείας. Δεδομένων των οικονομικών περιορισμών, η μόνη διέξοδος που απομένει είναι η καλύτερη οργάνωση και πιο αποτελεσματικός συντονισμός. Η αξιοποίηση πρωτοβουλιών προερχόμενων από το χώρο της κοινωνίας των πολιτών μπορεί να βοηθήσει προς την κατεύθυνση αυτή. Θα πρέπει να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να υπάρχει το δυνατόν πιο άμεση και καθολική ανταπόκριση σε κάθε αίτημα ιατρικής βοήθειας και υποστήριξης. Να μην επιτρέψουμε έστω και ένα παιδί να παραμείνει χωρίς ιατρική φροντίδα.

3.6. Θέλω να υπογραμμίσω ιδιαίτερα το ρόλο που θα κληθούν να παίξουν οι Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του κράτους. Οι περίοδοι οικονομικής κρίσης συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο σε ότι αφορά τη ψυχική υγεία των επηρεαζόμενων ανθρώπων και των μελών των οικογενειών τους.

3.7. Τα παιδιά έχουν μια διαφοροποιημένη εμπειρία της κατάστασής τους σε σχέση με αυτή που έχουν οι ενήλικες που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με αυτά. Την ίδια στιγμή, τα παιδιά παραμένουν πιο ευάλωτα σε σχέση με τους ενήλικες ενώ παράλληλα έχουν να αντιμετωπίσουν διαφορετικές προκλήσεις και δυσκολίες.

3.8. Στις παρούσες συνθήκες απαιτείται ακόμη καλύτερος συντονισμός μεταξύ των Υπηρεσιών του κράτους τόσο σε επίπεδο Υπουργείων όσο και σε διυπουργικό επίπεδο.

3.9. Δε δέχονται όλα τα παιδιά τις επιπτώσεις της κρίσης με τον ίδιο τρόπο. Τα παιδιά που προέρχονται από τα μη προνομιούχα στρώματα του πληθυσμού ή άλλες ευπαθείς ομάδες (παιδιά που χρειάζονται προστασία, παιδιά υπό τη νομική φροντίδα του κράτους, παιδιά με μεταναστευτικό βιογραφικό, τα παιδιά των ανέργων, τα παιδιά με χρόνια προβλήματα υγείας και αναπηρίες) έχουν να αντιμετωπίσουν τις μεγαλύτερες προκλήσεις.

3.10. Η κρίση επηρεάζει τόσο το παρόν των παιδιών (παιδικότητα) όσο και τη μελλοντική ενήλική τους ζωή. Οι κοινωνικές πολιτικές θα πρέπει λοιπόν να απευθύνονται και να στοχεύουν τόσο το είναι των παιδιών – την παρούσα κατάστασή τους – όσο και το αύριο τους τόσο σε ότι αφορά την ψυχοσωματική τους εξέλιξη όσο και σε ότι αφορά την εκπαίδευση και τον επαγγελματικό τους προσανατολισμό.

3.11. Στα παιδιά που προέρχονται από τα χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα μεταφέρεται το άγχος και η αγωνία των γονιών που δημιουργεί η οικονομική ανεπάρκεια. Χρειαζόμαστε κοινωνικές πολιτικές που να διασφαλίζουν μια ελάχιστη έστω εισοδηματική σταθερότητα στις οικογένειες.

3.12. Όταν μια οικογένεια κλονίζεται οικονομικά ή/ και μαστίζεται από την ανεργία, πέραν από την όποια υλική υποστήριξη τα μέλη της και, ιδιαίτερα, τα παιδιά χρειάζονται και ψυχολογική στήριξη. Αναμένω ότι σε κάθε σχολική μονάδα θα επισημανθούν έγκαιρα οι περιπτώσεις των παιδιών που προέρχονται από οικογένειες τις οποίες έχει χτυπήσει περισσότερο η οικονομική κρίση προκειμένου να τους σταθεί. Το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού με τη σειρά του έχει ευθύνη για την παρακολούθηση της προσπάθειας αυτής των σχολείων. Η ετοιμασία και αποστολή κάποιων κατευθυντήριων γραμμών προς τα σχολεία θα ήταν ιδιαίτερα βοηθητική.

3.13. Τα παιδιά έχουν ανάγκη κοινωνικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες και ευκαιρίες να βρεθούν και να συναναστραφούν με τους φίλους και φίλες. Μέσα από αυτές τις δραστηριότητες τα παιδιά έχουν τη δυνατότητα να αντλήσουν ψυχολογικές αντιστάσεις και να αλληλοϋποστηριχτούν – στοιχεία ιδιαίτερα απαραίτητα υπό τις παρούσες συνθήκες. Για τις περισσότερες από αυτές τις δραστηριότητες οι οικογένειες στο παρελθόν κατέβαλλαν ένα σημαντικό μέρος του προϋπολογισμού τους. Η μείωση του οικογενειακού προϋπολογισμού θα επηρεάσει σημαντικά τη δυνατότητα των οικογενειών να προσφέρουν αυτές τις ευκαιρίες στα παιδιά τους. Το κράτος καλείται να αναπτύξει κοινωνικά προγράμματα χαμηλού κόστους με τον πιο πάνω προσανατολισμό.

3.14. Δεδομένης της οικονομικής δυσπραγίας του κράτους και των αυξημένων αναγκών που δημιουργούνται στις παρούσες συνθήκες είναι απαραίτητη η κινητοποίηση και εμπλοκή της κοινωνίας των πολιτών. Το κράτος καλείται να ενθαρρύνει την ανάπτυξη και, να παρακολουθεί και να συνεργάζεται, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό, με τις όποιες πρωτοβουλίες αναπτύσσονται.

3.15. Στις παρούσες συνθήκες ο ρόλος των δημοσιογράφων και των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης αναδεικνύεται ιδιαίτερα σημαντικός τόσο σε ότι αφορά τον τρόπο που προβάλλονται τα παιδιά και τα προβλήματα με τα οποία βρίσκονται αντιμέτωπα όσο και σε ότι αφορά τα μηνύματα που περνούν προς την κοινωνία και φυσικά τα ίδια τα παιδιά.
· Σε ότι αφορά τον τρόπο προβολής παιδιών και των προβληματικών καταστάσεων τις οποίες αντιμετωπίζουν, τα ρεπορτάζ πρέπει να είναι σύντομα και πειθαρχημένα, με απόλυτο σεβασμό στα προσωπικά δεδομένα των παιδιών. Επιπρόσθετα, ο σχολιασμός επιβάλλεται να είναι επιστημονικός και αναλυτικός και να μην επικεντρώνει στη μεμονωμένη περίπτωση αλλά να αναδεικνύει το ευρύτερο πρόβλημα.
· Σε ότι αφορά τα θέματα που προβάλλονται και τα μηνύματα που περνούν μέσα από τα ΜΜΕ είναι σημαντικό να δίνεται μια όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης, χωρίς εξωραϊσμούς και χωρίς υπερβολές.
· Τα παιδιά θα πρέπει να έχουν την ευκαιρία (και αυτό είναι δικαίωμά τους) να περάσουν τα δικά τους μηνύματα και τα ΜΜΕ έχουν ευθύνη και υποχρέωση να προσφέρουν σε παιδιά με διαφορετικό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο να καταθέσουν τις δικές τους απόψεις και προβληματισμούς.
· Είναι, τέλος, σημαντικό τα ΜΜΕ να αναζητήσουν και να προβάλουν θέματα και ιστορίες με αισιόδοξα και θετικά μηνύματα για τα παιδιά.

3.16. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι πολιτικές αποφάσεις, ακόμη και για θέματα που αφορούν άμεσα και κατ’ αποκλειστικότητα τα παιδιά, λαμβάνονται από ενήλικες χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων των παιδιών και χωρίς η άποψή τους να έχει έστω εκφραστεί. Η επιλογή αυτή δεν είναι άσχετη με τη λαθεμένη – νομικά και πραγματιστικά – αντίληψη ότι οι ενήλικες «γνωρίζουν καλύτερα» και «είναι σε θέση να καθορίσουν από μόνοι τους τι είναι προς το συμφέρον του παιδιού» ή ότι «τα προγράμματα τα οποία έχουν σχεδιαστεί για ενήλικες είναι δυνατόν να είναι εξίσου αποτελεσματικά και για τα παιδιά». Πέραν τούτου, η διαβούλευση με τα παιδιά θεωρείται, πολύ συχνά, από όσους/ όσες λαμβάνουν πολιτικές αποφάσεις, ως χάσιμο χρόνου ή ακόμη ως μια περιττή πολυτέλεια.

3.17. Η ουσιαστική συμμετοχή των παιδιών στην ανάπτυξη παιδοκεντρικών κοινωνικών πολιτικών είναι εκ των ων ουκ άνευ. Οι όποιες προσπάθειές μας για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης πρέπει να θεμελιωθούν στην αναγνώριση των παιδιών ως λειτουργικά ενεργών μελών της κοινωνίας και ως ατόμων που έχουν δικαίωμα και την ικανότητα συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων για θέματα που τα αφορούν.

3.18. Πάνω από όλα είναι σημαντικό να πειστούν οι ενήλικες και οι θεσμοί ενηλίκων που λαμβάνουν τις αποφάσεις ότι η συμμετοχή των παιδιών πέραν από νομική υποχρέωση είναι, ταυτόχρονα, και μια αναγκαιότητα, αν ειλικρινά επιδίωξη μας είναι η εξυπηρέτηση του συμφέροντος των παιδιών.








Κατεβάστε το αρχείο Word Σημείωμα για Κοιν.Επιτροπή Ανθρ. Δικαιωμάτων για Οικονομική Κρίση.doc


Πίσω στην προηγούμενη σελίδα





Back To Top