Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Μετάβαση στο περιεχόμενο

Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

Ανεξάρτητος Εθνικός Οργανισμός Δικαιωμάτων του Παιδιού - Κύπρος

Ομιλία Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Λήδας Κουρσουμπά, σε εκδήλωση του Α΄ Δημοτικού Σχολείου Αραδίππου, με θέμα: “Επενδύοντας τα παιδιά για ένα καλύτερο αύριο”

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2013
Α΄ Δημοτικό Σχολείο Αραδίππου
18: 45

Είναι με ιδιαίτερη χαρά που ανταποκρίθηκα στην πρόσκληση του Συνδέσμου Γονέων του Α΄ Δημοτικού Σχολείου Αραδίππου προκειμένου να βρίσκομαι απόψε μαζί σας σε αυτή την όμορφη συνάντηση.

Φίλες και φίλοι,

Βρισκόμαστε σήμερα ως Κράτος και ως κοινωνία, αντιμέτωποι με τη μεγαλύτερη πρόκληση που είχαμε να αντιμετωπίσουμε εδώ και σαράντα χρόνια. Η τραγική κατάσταση στην οποία έχουμε περιέλθει επεκτείνεται πολύ πέραν από το χώρο της οικονομίας δημιουργώντας τεράστια και ευρύτερα προβλήματα και προκλήσεις που απειλούν με ρήξη τον κοινωνικό ιστό της χώρας.

Τα παιδιά είναι μια από τις πλέον ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού όσον αφορά τις επιπτώσεις της τραγικής οικονομικής κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η χώρα. Η σύγχυση και η ανασφάλεια που χαρακτηρίζει ένα σημαντικό ποσοστό των ενηλίκων, ως αποτέλεσμα των συνθηκών που έχουν δημιουργηθεί, μεταφέρονται άμεσα ή έμμεσα, στα παιδιά. Δεδομένου του εύπλαστου που χαρακτηρίζει τον παιδικό ψυχισμό αυτό δυνατόν να έχει δυσχερείς συνέπειες, σε ένα πρώτο επίπεδο, σε διάφορες πτυχές της καθημερινότητάς των παιδιών – και ιδιαίτερα στις διαπροσωπικές τους σχέσεις κα την ακαδημαϊκή τους συμπεριφορά και επίδοση –ενώ σε ένα δεύτερο επίπεδο, δυνατόν να αφήσει σημάδια και τραυματικές εμπειρίες που θα συνοδεύουν τα παιδιά στην ενήλική τους ζωή. Είναι αυτός ένα επιπρόσθετος λόγος που η κυπριακή πολιτεία έχει υποχρέωση σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, να στρέψει την προσοχή της στα παιδιά και να επενδύσει σε αυτά διασφαλίζοντας το σεβασμό των δικαιωμάτων του σήμερα αλλά και μια καλύτερη προοπτική για αυτά, στο αύριο.
Φίλες και φίλοι,

Το Μάιο του 2002 πραγματοποιήθηκε στη Νέα Υόρκη, μια ιστορικής σημασία Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών. Ήταν η πρώτη Γενική Συνέλευση η οποία αφιερώθηκε αποκλειστικά στα παιδιά στην οποία τα παιδιά συμμετείχαν ως ενεργά μέλη των επίσημων εθνικών αποστολών των χωρών τους. Στα πλαίσια της ειδικής αυτής συνεδρίας, η παγκόσμια ηγεσία δεσμεύτηκε να επιδιώξει “ένα κόσμο προσαρμοσμένο στα παιδιά” (a world to fit children).

Η δημιουργία ενός κόσμου προσαρμοσμένου στα παιδιά θεμελιώνεται στην αναγνώριση ότι κάθε παιδί έχει, από τη στιγμή της γέννησής του αξιοπρέπεια και ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία κατοχυρώνονται από τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Σύμφωνα με το άρθρο 4 της Σύμβασης, τα Κράτη που έχουν δεσμευτεί να εφαρμόζουν τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού - η Κύπρος περιλαμβάνεται σε αυτά - έχουν νομική υποχρέωση να εφαρμόζουν αυτά τα δικαιώματα “στο μέγιστο δυνατό βαθμό που επιτρέπουν οι πόροι που διαθέτουν και, όπου είναι αναγκαίο, μέσα στα πλαίσια της διεθνούς συνεργασίας”. Με άλλα λόγια, για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του παιδιού, τα Κράτη υποχρεούνται να επενδύσουν οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους μέσα από την προώθηση και εφαρμογή παιδοκεντρικών πολιτικών. Πολιτικών συνδεδεμένων με τις πραγματικές συνθήκες που βιώνουν τα παιδιά και οι οποίες να απαντούν στις ανάγκες τους.

Πέραν από νομική υποχρέωση των Κρατών, η επένδυση στα παιδιά είναι μια οικονομική αλλά και κοινωνική αναγκαιότητα. Σύμφωνα με την UNICEF, η επένδυση στα παιδιά “είναι σημαντική (και) από πρακτικής άποψης. Αποφέρει θετικά οφέλη στις οικονομίες και τις κοινωνίες” […] Οι επενδύσεις στα παιδιά αντιμετωπίζονται όλο και πιο έντονα, ως μια από τις καλύτερες και πλέον πολύτιμες μακροχρόνιες επενδύσεις που είναι δυνατόν να κάνουμε”.

Από οικονομικής άποψης, η επένδυση στα παιδιά διασυνδέεται άμεσα με την ανάγκη μιας χώρας να αναπτύξει το ανθρώπινό της δυναμικό, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Επενδύοντας στα παιδιά, μια κοινωνία δημιουργεί καλύτερους ενήλικες. Ικανούς να ανταποδώσουν στην κοινωνία αυτά που πήραν ενώ ήταν παιδιά στο πολλαπλάσιο, μέσα από την πνευματική, καλλιτεχνική, τεχνική και επαγγελματική τους δημιουργία και προσφορά.

Από κοινωνικής και πολιτικής άποψης, η επένδυση στα παιδιά έχει ουσιαστικό και καίριο ρόλο να διαδραματίσει σε ότι αφορά την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια κοινωνία η οποία δεν αφήνει κανένα στο περιθώριο. Όπως επισημαίνει η UNICEF, κατά την παιδική ηλικία μπαίνουν οι βάσεις για την υγεία και την ευημερία ενός παιδιού. Κατά συνέπεια, προσθέτει, η UNICEF, η επένδυση στην παιδική ηλικία είναι η πιο αποτελεσματική επένδυση που μπορεί να κάνει το Κράτος, για να σπάσει τον κύκλο της φτώχειας ή για να τον προλάβει, πριν ακόμη ανοίξει Όπως προηγούμενη αναφορά . Επενδύοντας στα παιδιά μπορούμε να ενισχύσουμε την κοινωνική συνοχή. Είναι αυτό, ακριβώς, το λόγο που η συζήτηση για την ανάγκη να επενδύσουμε στα παιδιά, είναι σήμερα, στο μέσο της χειρότερης οικονομικής - και συνάμα κοινωνικής - κρίσης την οποία έχει γνωρίσει η χώρα μας μετά το 1974, πάνω απ’ όλα επίκαιρη. Σε αυτή ακριβώς τη λογική θεμελιώνεται η Σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 20ής Φεβρουαρίου 2013 με τον εύλογο τίτλο “Επένδυση στα παιδιά: Σπάζοντας τον κύκλο της μειονεξίας”.

Η απόφαση ενός κράτους ως προς το κατά πόσο και σε ποια έκταση θα επενδύσει στα παιδιά, είναι μια καθαρά πολιτική απόφαση. Η απόφαση αυτή, σχετίζεται μεν με τις οικονομικές δυνατότητες του κράτους, δεν εξαρτάται όμως αποκλειστικά από αυτές.

Όπως έχω και στο παρελθόν επισημάνει Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Ετήσια Έκθεση 2009, Εκδόσεις ΓΕΠ, η κυπριακή κοινωνία αντιμετωπίζει το παιδί και τα δικαιώματά του με μια αμφιθυμία. Τι εννοώ με τον όρο αμφιθυμία; Από τη μια, η κυπριακή κοινωνία φαίνεται ότι διαθέτει ένα μάλλον παιδοκεντρικό χαρακτήρα. Το παιδί και τα θέματα που το αφορούν βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και της προσοχής της κοινωνίας. Η καθημερινότητα μιας κυπριακής οικογένειας όσο και ο προγραμματισμός της, βραχυπρόθεσμος και μακροπρόθεσμος, γίνεται, σε μεγάλο βαθμό, με σημείο αναφοράς το παιδί.

Από την άλλη όμως, εντός της κυπριακής κοινωνίας, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο έντονα, ως ενήλικες αμφισβητούμε ή/ και αρνούμαστε ακόμη την υποχρέωσή μας, να ακούμε και να λαμβάνουμε υπόψη τις απόψεις των παιδιών, για θέματα που τα αφορούν. Ως ενήλικες, δεν κατανοούμε ή προσποιούμαστε ότι δεν κατανοούμε, την υποχρέωσή μας να δημιουργούμε, σε κάθε περίσταση, τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν στο παιδί να διαχειρίζεται, σε συνάρτηση με την ηλικία και την ωριμότητά του, θέματα που το αφορούν. Να έχει, δηλαδή, ουσιαστική συμμετοχή στη διαμόρφωσή των αποφάσεων.

Η αμφιθυμία αυτή της κυπριακής κοινωνίας, εκφράζεται με ένα ιδιαίτερα, θα έλεγα, χαρακτηριστικό τρόπο, σε πολλές αποφάσεις πολιτικής, σε νομοθετικές ρυθμίσεις και ακολουθούμενες πρακτικές και διαδικασίες. Η κυπριακή κοινωνία, διαχρονικά, επενδύει σημαντικούς πόρους σε θέματα που αφορούν για παράδειγμα, την προστασία και την υγιή ανάπτυξη των παιδιών. Αναφέρω ενδεικτικά εδώ, την παροχή δωρεάν εκπαίδευσης σε όλα τα παιδιά προδημοτικής, δημοτικής, μέσης και τεχνικής εκπαίδευσης, τη δυνατότητα όλων των παιδιών να έχουν άμεση πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, με τα παιδιά από τις πλέον ευάλωτες κοινωνικά ομάδες να δικαιούνται δωρεάν ή με χαμηλό κόστος ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τη στοχευμένη κοινωνικά επιδοματική πολιτική, την ανάπτυξη της ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης, την ανάπτυξη προγραμμάτων στήριξης παιδιών με αντικοινωνική συμπεριφορά, τη λειτουργία των Ζωνών Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας.

Θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να αναφερθώ αναλυτικά στο σύνολο των πολιτικών και των κοινωνικών μέτρων μέσα από τις οποίες η κυπριακή πολιτεία επενδύει στα παιδιά. Για τούτο θα αρκεστώ σε δύο μόνο, θεσμικές πρωτίστως, επενδύσεις που η κυπριακή πολιτεία έχει κάνει για τα παιδιά τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια.

Αναφέρομαι από τη μια, στην κύρωση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, το 1991, και, από την άλλη, στην εγκαθίδρυση και λειτουργία του Θεσμού της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού.

Η κύρωση της Σύμβασης, δείχνει την απόφαση της κυπριακής πολιτείας να εργαστεί για την αναγνώριση, την κατοχύρωση και την προώθηση των δικαιωμάτων του παιδιού στην Κύπρο. Η λειτουργία του Θεσμού της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού είναι ενδεικτική της προσπάθειας αυτής της πολιτείας. Η Επίτροπος, λειτουργώντας ως Εθνικός Οργανισμός Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει αποστολή να προασπίζεται και να προάγει τα δικαιώματα του Παιδιού στην Κύπρο. Ανάμεσα σε άλλα, η Επίτροπος εκπροσωπεί τα παιδιά και το συμφέρον τους σε όλα τα επίπεδα, διαφωτίζει και ευαισθητοποιεί την κοινωνία ώστε να διασφαλιστούν πρακτικά τα δικαιώματα του παιδιού στην οικογένεια, το σχολείο, την κοινότητα, εντοπίζει και προωθεί τις απόψεις των παιδιών εκεί όπου δεν μπορούν να ακουστούν, παρακολουθεί τις νομοθεσίες, τις πολιτικές, τις διαδικασίες και τις πρακτικές που έχουν σχέση με το παιδί και υποβάλλει προτάσεις για εναρμόνιση τους με τη Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Παιδιού.

Φίλες και φίλοι,

Για να μπορέσουμε να προωθήσουμε και να υλοποιήσουμε παιδοκεντρικές πολιτικές, χρειάζεται να έχουμε ένα παιδοκεντρικό και πλήρως εναρμονισμένο με τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού θεσμικό πλαισίου. Πρέπει δηλαδή οι νομοθεσίες που εφαρμόζουμε να είναι σύμφωνες με τη Σύμβαση.

Για την υλοποίηση αυτού του στόχου απαιτείται η εισαγωγή και ο εκσυγχρονισμός αριθμού νομοθεσιών. Περιορίζομαι εδώ να αναφερθώ στην ανάγκη να κυρωθεί σύντομα και να υλοποιηθεί πλήρως η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Προστασία των Παιδιών ενάντια στη Σεξουαλική Εκμετάλλευση και τη Σεξουαλική Κακοποίηση - Σύμβαση Λανζαρότε.

Η ύπαρξη αυτών των θεσμικών προϋποθέσεων αλλά και ενός γενικότερου ολοκληρωμένου θεσμικού πλαισίου - το οποίο διαθέτει η Κύπρος - δεν είναι αρκετά, ωστόσο, για να διασφαλιστεί η πλήρης εφαρμογή των δικαιωμάτων του παιδιού. Σταθερή επιδίωξη της πολιτείας θα πρέπει να είναι να μικραίνει την απόσταση που χωρίζει τη νομοθετική ρύθμιση από την ουσιαστική απόλαυση από τα παιδιά του πλήρους εύρους των δικαιωμάτων τους. Είναι σημαντικό να έχουμε σωστούς νόμους είναι όμως ακόμη πιο σημαντικό να έχουμε πρακτικές και διαδικασίες που να μας επιτρέπουν να τους εφαρμόζουμε σωστά.

Το Κράτος θα πρέπει να αναπτύξει ένα Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τα Παιδιά, με σαφή χρονοδιαγράμματα εφαρμογής. Στα πλαίσια της εφαρμογής του Σχεδίου πρέπει να είναι δυνατή η αξιολόγηση και, εκεί που χρειάζεται, η αναθεώρηση, πολιτικών, πρακτικών και διαδικασιών που επηρεάζουν τα παιδιά. Στόχος, αυτές να είναι σύμφωνες με τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Η ετοιμασία ενός τέτοιου Σχεδίου θα επιτρέψει τον καλύτερο συντονισμό των αρμόδιων φορέων που υπάγονται σε διαφορετικές Υπηρεσίες ή/ και Υπουργεία και θα δώσει τη δυνατότητα για την ανάπτυξη ολοκληρωμένων και διαθεματικών παρεμβάσεων και δράσεων. Παράλληλα είναι απαραίτητη η δημιουργία ενός κεντρικού μητρώου και ολοκληρωμένου συστήματος για τη συλλογή και επεξεργασία μεμονωμένων στοιχείων, που αφορούν τους τομείς που καλύπτει η Σύμβαση. Η ανάπτυξη δεικτών για τα δικαιώματα του παιδιού - κλίμακες που να σημειώνουν σε ποιο βαθμό επιτυγχάνουμε την εφαρμογή κάθε δικαιώματος - θα βοηθήσει το Κράτος να σχεδιάσει καλύτερα τις πολιτικές του. Οι δείχτες θα πρέπει να καλύπτουν τόσο το συνολικό πληθυσμό των παιδιών, κατά ηλικία, περιοχή, κοινωνικοοικονομικό επίπεδο και φύλο, αλλά και ξεχωριστά, ευάλωτες ομάδες παιδιών, όπως είναι παιδιά με αναπηρίες, τα παιδιά που προέρχονται από χαμηλό κοινωνικοοικονομικά στρώματα, τα παιδιά μετανάστες, τα παιδιά πρόσφυγες κλπ.

Είναι αλήθεια ότι το Κράτος επενδύει σημαντικό ποσοστό των εθνικών πόρων στην εφαρμογή των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων των παιδιών. Ωστόσο η εφαρμογή της Εθνικής Στρατηγικής για την Κοινωνική Ενσωμάτωση είναι αποτέλεσμα των υποχρεώσεων του Κράτους που απορρέουν από τη συμμετοχή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση και όχι από τη δέσμευσή του να εφαρμόζει τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Δεν υπάρχουν καθόλου στοιχεία για τα ποσά που επενδύει το κράτος για την εφαρμογή των δικαιωμάτων του παιδιού. Για τούτο, δεν είναι δυνατή καμιά αξιολόγηση ως προς το κατά πόσο τα ποσά που δαπανώνται είναι επαρκή. Το Κράτος θα πρέπει να αναπτύξει τον κατάλληλο μηχανισμό ώστε να υπολογίζει πόσα δαπανά για τα παιδιά συνολικά, και σε τι ποσοστό του κρατικού προϋπολογισμού αυτό αντιστοιχεί.

Σημαντικό ρόλο για την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γενικά και των δικαιωμάτων των παιδιών ειδικά, έχει να διαδραματίσει η κοινωνία των πολιτών. Το Κράτος, καλείται να αναγνωρίσει το ρόλο αυτό, να ενισχύσει τη συνεργασία του με τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και να τις στηρίξει οικονομικά προκειμένου να τις καταστήσει πιο αποτελεσματικές.

Την ίδια στιγμή, καλείται να επενδύσει στην εκπαίδευση των επαγγελματιών που ασχολούνται με παιδιά, τόσο σε ότι αφορά την επαγγελματική τους κατάρτιση αλλά και όσον αφορά την ενημέρωση και ευαισθητοποίησή τους σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, υπογραμμίζει τον κεντρικό ρόλο της οικογένειας στο πλαίσιο της κοινωνίας. Θεωρεί ότι η οικογένεια έχει πρωταρχικό ρόλο στα πλαίσια της ανατροφής του παιδιού αναγνωρίζοντας ότι «η οικογένεια είναι η θεμελιώδης μονάδα της κοινωνίας και το φυσικό περιβάλλον για την ανάπτυξη και την ευημερία όλων των μελών της, και ιδιαίτερα των παιδιών». Παράλληλα, η Σύμβαση, αναγνωρίζει ότι, «το παιδί για την αρμονική ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, πρέπει να μεγαλώνει μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, σ' ένα κλίμα ευτυχίας, αγάπης και κατανόησης» (Προοίμιο).

Η στήριξη της οικογένειας, σε κάθε της μορφή ή/ και των γονιών, είναι επίσης επένδυση στα παιδιά. Μια ολοκληρωμένη πολιτική για την οικογένεια και τους γονείς θα πρέπει να περιλαμβάνει, πέραν από τα προγράμματα παροχών - εκεί και όπου χρειάζεται - προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης ενηλίκων με στόχο τον επαγγελματικό αναπροσανατολισμό σύμφωνα με τις ανάγκες που δημιουργούν οι νέες οικονομικές συνθήκες, δημιουργίας ευκαιριών για επαγγελματική απασχόληση, προγράμματα φύλαξης και απασχόλησης των παιδιών, οικιστικά προγράμματα, για να αναφέρω μερικά - και προγράμματα ενδυνάμωσης και στήριξης των γονιών προκειμένου να είναι σε θέση να ασκήσουν αποτελεσματικά και θετικά το γονικό τους ρόλο. Τέτοια προγράμματα, θα μπορούσαν να αναπτυχθούν απευθείας από το Κράτος ή σε συνεργασία με ΜΚΟ και με την οικονομική ενίσχυση του Κράτους.

Θα μπορούσα να συνεχίσω για πολύ. Θα αρκεστώ όμως σε μια τελευταία εισήγηση. Όπως έχω ήδη επισημάνει, στην Κύπρο εντοπίζεται μια αντίσταση σε ότι αφορά τα δικαιώματα συμμετοχής του παιδιού.

Στις περισσότερες περιπτώσεις οι πολιτικές αποφάσεις, ακόμη και για θέματα που αφορούν άμεσα και κατ’ αποκλειστικότητα τα παιδιά, λαμβάνονται από ενήλικες χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων των παιδιών και χωρίς η άποψή τους να έχει έστω εκφραστεί. Τα παιδιά παραμένουν σταθερά εκτός των διαδικασιών διαμόρφωσης και λήψης αποφάσεων είτε αρκούνται σε ένα διακοσμητικό και μόνο ρόλο ή ακόμη χειραγωγούνται προκειμένου να λειτουργούν ως φερέφωνα των ενηλίκων.

Η επιλογή αυτή δεν είναι άσχετη με τη λαθεμένη – νομικά και πραγματιστικά – αντίληψη ότι οι ενήλικες «γνωρίζουν καλύτερα» και «είναι σε θέση να καθορίσουν από μόνοι τους τι είναι προς το συμφέρον του παιδιού» ή ότι «τα προγράμματα τα οποία έχουν σχεδιαστεί για ενήλικες είναι δυνατόν να είναι εξίσου αποτελεσματικά και για τα παιδιά» . Πέραν τούτου, η διαβούλευση με τα παιδιά θεωρείται, πολύ συχνά, από όσους/ όσες λαμβάνουν πολιτικές αποφάσεις, ως χάσιμο χρόνου ή ακόμη ως μια περιττή πολυτέλεια.

Κι όμως η συμμετοχή των παιδιών είναι αναφαίρετο δικαίωμά τους. Παράλληλα, μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στην προώθηση της εφαρμογής ενός ευρύτερου φάσματος των δικαιωμάτων τους. Η συμμετοχή συνεισφέρει στην προσωπική ανάπτυξη των παιδιών, εμπλουτίζει τη δημοκρατία, ενδυναμώνει τα παιδιά και συμβάλλει στην βελτίωση των υπηρεσιών που παρέχονται στα παιδιά. Τα παιδιά, έχουν μια διαφοροποιημένη εμπειρία της κατάστασής τους σε σχέση με αυτή που έχουν οι ενήλικες που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με αυτά. Την ίδια στιγμή, τα παιδιά παραμένουν πιο ευάλωτα σε σχέση με τους ενήλικες ενώ παράλληλα έχουν να αντιμετωπίσουν διαφορετικές προκλήσεις και δυσκολίες. Αυτά ακριβώς τα δεδομένα οφείλει να τα λαμβάνει υπόψη κάθε πολιτική η οποία στοχεύει να εξυπηρετήσει τα παιδιά. Ο καλύτερος δε τρόπο να έχει πρόσβαση σε αυτά δεν είναι άλλος από τη συμμετοχή των παιδιών. Ως εκ τούτου μπορεί να ειπωθεί ότι μια από τις πιο αποτελεσματικές επενδύσεις που είναι δυνατόν να κάνει η πολιτεία, είναι ανάπτυξη προγραμμάτων και η προώθηση διαδικασιών που να ενδυναμώνουν τα παιδιά και να προωθούν την ενεργό και αποτελεσματική συμμετοχή τους.

Φίλες και φίλοι,

Επιτρέψετε μου να κλείσω την ομιλία μου, με τα λόγια της Εκτελεστικής Διευθύντριας της UNICEF - Carol Bellami, καθώς προανήγγειλε την έναρξη της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών του 2002 που έγινε με τη συμμετοχή παιδιών : “Η επένδυση στα παιδιά είναι συνώνυμη με την επένδυση σε ένα κόσμο με περισσότερη σταθερότητα και ευημερία. Οι ηγέτες του κόσμου επικεντρώνονται στην ειρήνη και την ασφάλεια και στο τι πρέπει να κάνουμε για να το πετύχουμε. Η δική μας άποψη είναι ότι θα πρέπει να επενδύσουν στα παιδιά. Τα παιδιά είναι η δύναμη κλειδί που καθοδηγεί την ανθρώπινη ανάπτυξη και την παγκόσμια σταθερότητα”.

Ευχαριστώ







Κατεβάστε το αρχείο Word Omilia A Dim Aradippou.doc


Πίσω στην προηγούμενη σελίδα





Back To Top