Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Μετάβαση στο περιεχόμενο

Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

Ανεξάρτητος Εθνικός Οργανισμός Δικαιωμάτων του Παιδιού - Κύπρος

Υπόμνημα της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, Λήδας Κουρσουμπά, προς την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Ίσων Ευκαιριών μεταξύ Ανδρών και Γυναικών, σε σχέση με συζήτηση του θέματος «Προβλήματα χωρισμένων συζύγων και τρόποι αντιμετώπισής τους: Η ανάθεση της γονικής μέριμνας των παιδιών σε περιπτώσεις διαζυγίου και τα προβλήματα άνισης μεταχείρισης που τυχόν να δημιουργούνται ανάμεσα στους γονείς με τις αποφάσεις δικαστηρίων και η αντιμετώπιση της γονικής αποξένωσης»,
που έγινε τη Δευτέρα 29 Ιουνίου 2015


Το Νομικό Πλαίσιο

1. Η Αρχή της Διασφάλισης του Συμφέροντος του Παιδιού είναι μια από τις τέσσερις βασικές αρχές της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού οι οποίες λειτουργούν καθοδηγητικά ως προς την εφαρμογή όλων των υπολοίπων άρθρων της Σύμβασης ξεχωριστά.
2. Η Αρχή της Διασφάλισης του Συμφέροντος του Παιδιού ορίζεται στο άρθρο 3 (1), της Σύμβασης και δεσμεύει τα Συμβαλλόμενα Κράτη ώστε να διασφαλίζουν ότι, σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν παιδί, είτε αυτές λαμβάνονται στη σφαίρα της δημόσιας είτε της ιδιωτικής ζωής, το παιδί έχει δικαίωμα, κατά πρώτο, να αξιολογείται το συμφέρον του και, κατά δεύτερο, η διασφάλισή του να έχει πρωταρχική σημασία.
3. Το συμφέρον του παιδιού είναι μια δυναμική έννοια η οποία συναρτάται από την κατάσταση που βρίσκεται το παιδί, τις συγκριμένες του ανάγκες, και το συγκείμενο εντός του οποίου, κάθε φορά λειτουργεί.
4. Η διασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού συνεπάγεται ότι το παιδί θα είναι σε θέση να απολαμβάνει όλα τα δικαιώματα που του αναγνωρίζει η Σύμβαση έχοντας τη δυνατότητα και τις ευκαιρίες για να αναπτυχθεί ως υγιής και ολοκληρωμένη προσωπικότητα.
5. Η αξιολόγηση του συμφέροντος του παιδιού είναι μια διαδικασία εξαιρετικά εξατομικευμένη και προϋποθέτει συστηματική, σύνθετη και πολυεπίπεδη προσπάθεια η οποία, κάθε φορά:
○ Έχει ολιστικό χαρακτήρα και λαμβάνει υπόψη το σύνολο των παραμέτρων που έχουν να κάνουν με την παρούσα αλλά και τη μελλοντική ευημερία και την υγιή ανάπτυξη του παιδιού.
○ Λαμβάνει υπόψη την άποψη του παιδιού σε συνάρτηση με την ηλικία και το βαθμό ωριμότητάς το.
○ Λαμβάνει υπόψη την άποψη των γονέων ή/ και των νόμιμων κηδεμόνων του και όσων βρίσκονται πιο κοντά στο παιδί.
6. Το άρθρο 9 (3) της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού αναγνωρίζει «το δικαίωμα του παιδιού που ζει χωριστά από τους δύο γονείς του ή από τον έναν από αυτούς να διατηρεί κανονικά προσωπικές σχέσεις και να έχει άμεση επαφή με τους δύο γονείς του, εκτός εάν αυτό είναι αντίθετο με το συμφέρον του παιδιού».
7. Το δικαίωμα αυτό συνδέεται με την επιταγή του άρθρου 18 (1) της Σύμβασης, ότι «και οι δύο γονείς είναι από κοινού υπεύθυνοι για την ανατροφή του παιδιού και την ανάπτυξή του». Σύμφωνα, επιπλέον, με το άρθρο 18 (2) που αναφέρει ότι «[…] τα Συμβαλλόμενα Κράτη παρέχουν την κατάλληλη βοήθεια στους γονείς και στους νόμιμους εκπροσώπους του παιδιού, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους για την ανατροφή του παιδιού […]», τα Κράτη θα πρέπει να παρέχουν μέτρα που να υποστηρίζουν και να προωθούν τη βιωσιμότητα της από κοινού άσκησης γονικών καθηκόντων.
8. Η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού έχει εκφράσει την άποψη ότι το δικαίωμα χωρισμένου γονιού ή/ και παιδιού να παραμένουν σε επαφή ο ένας με τον άλλο, λαμβάνοντας υπόψη τη διασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού, θα πρέπει να προστατεύεται με εθνική νομοθεσία Antigua and Barbuda CRC/C/15/Add.247, παράγρ.39 and 40, όπως αναφέρεται στο Hodgkin R & Newell P. (2007). Implementation Handbook for the Convention on the Rights of the Child, 3rd edition, σελ.130. με στόχο οι δύο γονείς να συμμετέχουν ενεργά, τόσο δια της φυσικής τους παρουσίας όσο και οικονομικά, στην ανατροφή των παιδιών τους Hodgkin R & Newell P. (2007). Implementation Handbook for the Convention on the Rights of the Child, 3rd edition, σελ.235..
9. Το άρθρο 5 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για την Εξάλειψη όλων των Μορφών Διακρίσεων ενάντια στις Γυναίκες, δεσμεύει τα Συμβαλλόμενα Κράτη, να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε:
      «α. να τροποποιήσουν τα σχέδια και τα πρότυπα κοινωνικοπολιτιστικής συμπεριφοράς του άνδρα και της γυναίκας με σκοπό να φθάσουν στην εξάλειψη των προκαταλήψεων και των εθιμικών ή κάθε άλλου τύπου συνηθειών που βασίζονται στην ιδέα της κατωτερότητας ή της ανωτερότητας του ενός ή του άλλου φύλου ή στην ιδέα ενός στερεότυπου ρόλου των ανδρών και των γυναικών, β. να ενεργήσουν κατά τρόπο ώστε η οικογενειακή αγωγή να συμβάλλει στην καλή κατανόηση ότι η μητρότητα είναι κοινωνική λειτουργία και στην αναγνώριση της κοινής ευθύνης του άνδρα και της γυ­ναίκας στη φροντίδα για την ανατροφή των παιδιών και για την εξασφάλιση της αναπτύξεώς τους, εξυπα­κουομένου ότι το συμφέρον των παιδιών είναι ο πρωταρχικός ρόλος σε όλες τις περιπτώσεις».
10. Το άρθρο 16 της ίδιας Σύμβασης δεσμεύει τα Συμβαλλόμενα Κράτη «να λάβουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για την εξάλειψη των διακρίσεων κατά των γυναικών σε όλα τα ζητήματα που αφορούν τον γάμο και τις οικογενειακές σχέσεις και ειδικότερα θα διασφαλίζουν, με βάση την ισότητα ανδρών και γυναικών: [...] δ. τα ίδια δικαιώματα και καθήκοντά των ως γονέων, ανεξάρτητα από τη συζυγική τους κατάσταση, σε θέματα που αφορούν τα παιδιά τους. Σε όλες τις περιπτώσεις θα προέχουν τα συμφέροντα των παιδιών τους, [...] ζ. τα ίδια δικαιώματα και καθήκοντα τα σχετικά με το δικαίωμα κηδεμονίας, επιτροπείας και υιοθεσίας ανηλίκων ή με παρόμοιους θεσμούς όταν οι αρχές αυτές υπάρχουν στην εθνική νομοθεσία. Σε όλες τις περιπτώσεις θα πρυτανεύουν τα συμφέροντα των παιδιών».
11. Σε ότι αφορά την εθνική νομοθεσία, οι σχέσεις των παιδιών με τους διαζευγμένους γονείς ρυθμίζονται από τα άρθρα 6, 14 και 18 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (όπως τροποποιήθηκε).
12. Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 6 του εν λόγω Νόμου καθορίζει ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε σχέση με τα θέματα αυτά, πρέπει να αποβλέπουν στο συμφέρον του παιδιού. Ειδικότερα σημειώνει: «Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του Δικαστηρίου όταν, κατά τις διατάξεις του νόμου, το Δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο της άσκησης της. Η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις με βάση το φύλο, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πεποιθήσεις, την ιθαγένεια, την εθνική ή κοινωνική προέλευση ή την περιουσία. Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντά του».
13. Σύμφωνα με το άρθρο 17 του ως ίδιου Νόμου, «Ο γονέας με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό. Σε περίπτωση διαφωνίας όσο αφορά την άσκηση του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας, αποφασίζει το Δικαστήριο. Στην απόφαση του το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εφαρμόζει κατ' αναλογία τις πρόνοιες του άρθρου 6».
14. Τέλος, το άρθρο 18 καθορίζει ότι: «Αν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημα τους για την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου ή τη διοίκηση της περιουσίας του, ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σ' αυτό, το Δικαστήριο, εφόσο το ζητήσει ο άλλος γονέας ή ο Διευθυντής (Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας), μπορεί να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο. Το Δικαστήριο μπορεί να αφαιρέσει από τον ένα γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας, εν όλω ή εν μέρει, ή να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο ή αν συντρέχουν και στο πρόσωπο αυτού οι προϋποθέσεις του εδαφίου (1), να αναθέσει την επιμέλεια του τέκνου εν όλω ή εν μέρει σε Επίτροπο. Η αφαίρεση εν όλω ή εν μέρει της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου και από τους δυο γονείς και η ανάθεση της σε επίτροπο διατάσσονται από το Δικαστήριο μόνο όταν άλλα μέτρα δεν έφεραν αποτέλεσμα ή όταν κρίνεται ότι δεν επαρκούν για να αποτρέψουν κίνδυνο της σωματικής, πνευματικής ή ψυχικής υγείας του τέκνου».

Β. Το Πρόβλημα

15. Στα πλαίσια άσκησης των αρμοδιοτήτων που ορίζει ο Νόμος στο θεσμό της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού και ιδιαίτερα, μέσα από τη διερεύνηση παραπόνων που υποβάλλονται στο Γραφείου μου, έχω καταλήξει στη διαπίστωση ότι το συμφέρον του παιδιού αποτελεί, σε αρκετές περιπτώσεις, σημαντική παράπλευρη απώλεια ενός διαζυγίου το οποίο εξελίσσεται κατ’ αντιδικία των γονέων του. Το θέμα της γονικής μέριμνας, καταρχήν, και, στη συνέχεια, το θέμα της διατήρησης σταθερής και υγιούς σχέσης με το παιδί αποτελεί, σε αρκετές περιπτώσεις, σημείο οξείας αντιπαράθεσης ανάμεσα στους γονείς.
16. Η έκθεση του παιδιού στις σοβαρές συγκρούσεις των γονέων του, στα πλαίσια διαρκούς ανταγωνισμού μετά το διαζύγιο, προκαλεί σοβαρό κίνδυνο για την ψυχική του υγεία και ανάπτυξη. Σύμφωνα με επιστημονικές έρευνες, η σύγκρουση μεταξύ των γονέων και όχι ο χωρισμός, έχει την πλέον επιβλαβή επίδραση στα παιδιά.
17. Ορισμένες φορές, στο περιθώριο της σύγκρουσης των δύο γονέων εξελίσσεται διάρρηξη της σχέσης ή/ και διακοπή της επικοινωνίας του παιδιού με έναν εκ των δύο γονέων. Η κατηγορηματική άρνηση ενός παιδιού να επικοινωνήσει με τον ένα γονέα του είναι δυνατόν να συνδέεται με υπαρκτούς/ σοβαρούς λόγους (για παράδειγμα παραμέληση ή άσκηση βίας) ή να απορρέει/ σχετίζεται με την κατάσταση η οποία διαμορφώθηκε από τις (εχθρικές/αρνητικές) σχέσεις μεταξύ των γονέων και τα αισθήματα που τρέφει ο ένας για τον άλλον. Στην δεύτερη αυτή περίπτωση καθίσταται σαφές ότι η διαρραγή της σχέσης μεταξύ των δύο γονέων λειτουργεί σε βάρος της σχέσης του παιδιού με τον ένα εκ των δύο γονέων και, ως εκ τούτου, σε βάρος του συμφέροντος του ιδίου του παιδιού.
18. Όταν και εφόσον η ρήξη της σχέσης του παιδιού με τον ένα εκ των δύο γονέων του, αποδοθεί σε συνειδητή προσπάθεια του άλλου γονέα γίνεται λόγος για γονική αποξένωση.
19. Γύρω από το θέμα της γονικής αποξένωσης υπάρχει μια τεράστια βιβλιογραφία. Ο Αμερικάνος ψυχίατρος Richard Gardner, εισηγήθηκε ότι η αρνητική στάση του παιδιού απέναντι στον έναν του γονέα, σε ορισμένες περιπτώσεις απορρέει από το «Σύνδρομο Γονικής Αποξένωσης». Σύμφωνα με τον Gardner, ο γονέας που έχει την επιμέλεια του παιδιού, εκμεταλλευόμενος τη σχέση συναισθηματικής εξάρτησης του παιδιού με τον ίδιο, κάνει ενός είδους πλύση εγκεφάλου στο παιδί, ελέγχοντας και υπονομεύοντας τη σχέση του με τον άλλον γονέα, σε σημείο που το παιδί να μην επιθυμεί πλέον να έχει την παραμικρή επαφή μαζί του.
20. Ο Gardner περιγράφει το Σύνδρομο Γονικής Αποξένωσης (Parental Alienation Syndrome) ως διαταραχή κατά την οποία το παιδί υιοθετεί την υποτίμηση και την αρνητική κριτική για τον αποξενωμένο του γονέα, η οποία είναι αδικαιολόγητη ή/ και υπερβολική και η οποία προέρχεται από τον αποξενωτικό γονέα.
21. Η θεωρία του Gardner υιοθετήθηκε, αλλά και αμφισβητήθηκε εξίσου πολύ, τόσο από επιστήμονες και ερευνητές του χώρου της ψυχικής υγείας όσο και από πολλούς επίσημους φορείς. Σημειώνεται ότι μέχρι στιγμής δεν έχει περιληφθεί ως διαταραχή ούτε στο ICD (International Classification of Diseases) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ούτε στο DSM (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders) του Αμερικανικού Συνδέσμου Ψυχιάτρων. Από την άλλη, αυτή έχει ληφθεί σοβαρά υπόψη σε δικαστικές αποφάσεις, περιλαμβανομένης μιας κυπριακού δικαστηρίου (Πρωτόδικη απόφαση στην Αίτηση 390/07 Νεόφυτου Ξάνθου και Δέσποινα Ξάνθου εναντίον Μαρίας Ξιναρή του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 15/7/2010).
22. Ανεξάρτητα από την επιστημονική εγκυρότητα της θεωρίας του Gardner και πέραν από τη σχετική συζήτηση, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η διατάραξη/ διακοπή της σχέσης/ επικοινωνίας του παιδιού με ένα από τους γονείς του, στο πλαίσιο ενός συγκρουσιακού χωρισμού των γονιών του, είναι ένα πραγματικό κοινωνικό πρόβλημα το οποίο οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε. Ως Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, έχω επισημάνει εδώ και καιρό το πρόβλημα, μέσα από τη διερεύνηση μεγάλου αριθμού παραπόνων τα οποία καταλήγουν το Γραφείο μου.
    Γ. Θέση της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Αναφορικά με το ρόλο των Κρατικών Υπηρεσιών σε περιπτώσεις προβλημάτων επικοινωνίας παιδιού γονέα του οποίου οι γονείς είναι σε διάσταση ή διαζευγμένοι- Ιούλιος 2012
      23. Τον Ιούλιο του 2012 δημοσιοποίησα τη «Θέση της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού αναφορικά με το ρόλο των Κρατικών Υπηρεσιών σε περιπτώσεις προβλημάτων επικοινωνίας παιδιού - γονέα του οποίου οι γονείς είναι σε διάσταση ή διαζευγμένοι».
      24. Στην Θέση υπογραμμίζω τη σοβαρότητα των χρόνιων και των ακραίων προβλημάτων που δημιουργούνται λόγω της έντονης δυσλειτουργικότητας της σχέσης μεταξύ των γονέων μετά το χωρισμό, σε βάρος του συμφέροντος του παιδιού, επικεντρώνοντας στις προβληματικές καταστάσεις που δημιουργούνται με τη χρόνια παρακοή διαταγμάτων επικοινωνίας (και της με όρους επιβλεπόμενης επικοινωνίας) μεταξύ παιδιού- γονέα και τον ρόλο που καλούνται να διαδραματίσουν οι Υπηρεσίες του Κράτους.
      25. Στη Θέση εντοπίζω αριθμό κενών και αδυναμιών στο επίπεδο των Κρατικών Υπηρεσιών κατά το χειρισμό τέτοιων καταστάσεων και προχωρώ στις παρακάτω εισηγήσεις, τις οποίες θεωρώ σημαντικές όσον αφορά την αντιμετώπιση των προβλημάτων που δημιουργούνται με τη χρόνια παρακοή διαταγμάτων επικοινωνίας:

      ○ Τροποποίηση του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 εώς 1998 και εκσυγχρονισμό των τηρούμενων διαδικασιών και πρακτικών των ΥΚΕ σε ότι αφορά τα θέματα Γονικής Μέριμνας, με τρόπο ώστε να διασφαλίζεται:
      i. η ταχεία εκδίκαση υποθέσεων,
      ii. η υποχρεωτική συμμόρφωση των γονέων για την εφαρμογή των διαταγμάτων με το διορισμό Λειτουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών υπεύθυνου για την τήρηση και παρακολούθηση της εφαρμογής σχετικών διαταγμάτων με αρμοδιότητα ενημέρωσης του Δικαστηρίου για την πρόοδο ή όχι της κάθε περίπτωσης,
      iii. η υποχρεωτική συμμετοχή των μελών της οικογένειας σε θεραπευτικά ή/ και εκπαιδευτικά προγράμματα, και
      iv. η διατμηματική συνεργασία, ειδικότερα μεταξύ των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, τόσο στη φάση αξιολόγησης όσο και στον χειρισμό των περιπτώσεων.
        ○ Οι ΥΚΕ θα πρέπει να εξετάσουν τους τρόπους με τους οποίους διασφαλίζεται η παροχή και διαθεσιμότητα προγραμμάτων στήριξης, εκμάθησης και ανάπτυξης γονεϊκών δεξιοτήτων και προληπτικών προγραμμάτων για νεαρά ζευγάρια. Μέσα από την εκπόνηση εκπαιδευτικών σεμιναρίων και διαλέξεων θα πρέπει να διασφαλιστεί ο έγκαιρος εντοπισμός, από τους αρμόδιους λειτουργούς, των οικογενειών που αντιμετωπίζουν το φαινόμενο της Γονικής Αποξένωσης, ώστε να γίνει έγκαιρη πρόληψη.
        ○ Οι Λειτουργοί Κοινωνικών Υπηρεσιών που ασχολούνται με περιπτώσεις Γονικής Μέριμνας θα πρέπει να τυγχάνουν συνεχούς ενδοϋπηρεσιακής επιμόρφωσης και εκπαίδευσης για τα θέματα τα οποία χειρίζονται ώστε, από τη μια, να επιδεικνύουν επάρκεια στο ρόλο τους και να μην αμφισβητείται ο επαγγελματισμός τους και, από την άλλη, να είναι επαρκώς ενημερωμένοι για τις σύγχρονες εξελίξεις στο θέμα και τις διαδικασίες υποβολής εισηγήσεων προς το Δικαστήριο.
        ○ Οι Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας και, ειδικότερα, οι Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων καλούνται να εξετάσουν, στα πλαίσια της απαραίτητης διατμηματικής συνεργασίας, τους τρόπους με τους οποίους διασφαλίζεται η ενεργός εμπλοκή τους τόσο στο στάδιο της αξιολόγησης όσο και της θεραπευτικής παρέμβασης προς την οικογένεια γενικά και το παιδί πιο ειδικά. Σε δικαστικές διαδικασίες υποθέσεων Γονικής Μέριμνας, κατά τις οποίες ο αρμόδιος Λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών διαπιστώνει σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στο παιδί και τους γονείς του ή τα πρόσωπα που έχουν τη γονική του ευθύνη, θα πρέπει να προβαίνει σε εισήγηση προς το Δικαστήριο για χρήση του άρθρου 4 (1), εδάφια (ζ) και (η) του περί Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Νόμου του 2007 [Ν.74(Ι)/2007].
        ○ Προώθηση για ψήφιση του νομοσχεδίου αναφορικά με τη Διαμεσολάβηση σε Οικογενειακές Υποθέσεις που εκκρεμεί για αρκετά χρόνια ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών.
        (ίδετε σελίδες 16-19 της Θέσης)
          Δ. Διαμεσολάβηση σε Οικογενειακές Υποθέσεις
          26. Η διαμεσολάβηση είναι ένας εναλλακτικός τρόπος επίλυσης διαφορών, ο οποίος διεξάγεται με τη συνδρομή ενός τρίτου ανεξάρτητου και αντικειμενικού προσώπου (χωρίς δικαστικές αρμοδιότητες), του διαμεσολαβητή. Ο διαμεσολαβητής, ο οποίος αναμένεται να είναι ανεξάρτητος και αντικειμενικός, διευκολύνει συστηματικά την επικοινωνία μεταξύ των μερών, με στόχο τα ίδια τα μέρη να μπορέσουν να αναλάβουν την ευθύνη για την επίλυση της διαφοράς τους.
          27. Ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών βρίσκεται για συζήτηση Νομοσχέδιο με τίτλο «ο περί Διαμεσολάβησης σε Οικογενειακές Υποθέσεις Νόμος του 2014». Σκοπός του συγκεκριμένου Νόμου είναι η εισαγωγή στην Κύπρο και ρύθμιση του θεσμού της διαμεσολάβησης σε οικογενειακές υποθέσεις ως «διαδικασία κατά την οποία τα μέρη με τη βοήθεια τρίτου ανεξάρτητου και αντικειμενικού προσώπου, του διαμεσολαβητή, χωρίς αντιπαλότητα και κακή προδιάθεση, βοηθούνται να λάβουν υπόψη του και να διερευνήσουν τις διαθέσιμες σε αυτά επιλογές και να επικοινωνήσουν καλύτερα μεταξύ τους, με σκοπό να φθάσουν σε κοινές αποφάσεις πάνω στις διευθετήσεις σε σχέση με τις οικογενειακές τους υποθέσεις τόσο για το παρόν όσο και για το μέλλον».

          Από την Εισηγητική Έκθεση του Νομοσχεδίου
              Το Νομοσχέδιο μου αυτό έχω ετοιμάσει υπό την ιδιότητα μου τόσο ως Επίτροπος Νομοθεσίας αλλά και ως Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, αφού έλαβα υπόψη μου όλα τα διεθνή πρότυπα και το διαβίβασα στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, το οποίο το έχει προωθήσει στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
          28. Η διαδικασία της διαμεσολάβησης σε οικογενειακές υποθέσεις επιτρέπει την επίλυση των διαφορών σε ένα δομημένο πλαίσιο διαλόγου και ελεγχόμενης αντιπαλότητας, μέσα από την αναζήτηση αμοιβαία αποδεχτών λύσεων, συχνά δε σε μικρότερο χρονικό διάστημα σε σχέση με τις δικαστικές διαδικασίες, ως εκ τούτου μπορεί να θεωρηθεί ότι εξυπηρετεί καλύτερα το συμφέρον των επηρεαζόμενων παιδιών και λειτουργεί εναντίον της εκδήλωσης φαινομένων γονικής αποξένωσης.

          Ε. Θέση της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Λήδας Κουρσουμπά αναφορικά με την ανάγκη διορισμού ψυχολόγων κατά την εξέταση υποθέσεων γονικής μέριμνας στο δικαστήριο- Δεκέμβριος 2014.
            29. Τον Δεκέμβριο του 2014 δημοσιοποίησα τη «Θέση της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Λήδας Κουρσουμπά αναφορικά με την ανάγκη διορισμού ψυχολόγων κατά την εξέταση υποθέσεων γονικής μέριμνας στο δικαστήριο». Στη συγκεκριμένη θέση επισημαίνω τον ουσιαστικό ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει ο διορισμός ενός ψυχολόγου κατά την εξέταση υποθέσεων γονικής μέριμνας από το δικαστήριο, με ευνοϊκές προεκτάσεις σε ότι αφορά, αφενός τη διευθέτηση θεμάτων που αφορούν τη φύλαξη των παιδιών και την επικοινωνία τους με τους δύο γονείς.
            30. Ο Ψυχολόγος, λόγω εξειδίκευσης, είναι σε θέση να αξιολογήσει την προσωπικότητα των εμπλεκόμενων μελών της οικογένειας, τις αναπτυξιακές ανάγκες του/των παιδιών, τη φύση και την ποιότητα της σχέσης παιδιού-γονέα και ενδείξεις ψυχολογικού τραύματος (πχ. σε περιπτώσεις ισχυρισμών/ενδείξεων για κακοποιητική συμπεριφορά γονέα προς το παιδί).
            31. Ο/ η ψυχολόγος μπορεί να συνδράμει, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, με την εξειδικευμένη γνώση του/ της, σε υποθέσεις γονικής μέριμνας, όπου οι δύο διάδικοι έρχονται σε ισχυρή αντιπαράθεση (high-conflict court cases) για τον εντοπισμό γονικής αποξένωσης.
            32. Η διάγνωση της γονικής αποξένωσης είναι πολύπλοκη γιατί, συχνά, σε τέτοιες υποθέσεις εμπλέκονται διαφωνίες και συγκρούσεις για θέματα που αφορούν διατροφή, πρόγραμμα επικοινωνίας παιδιού-γονέα, περιουσιακά και άλλα, και οι δύο γονείς μπορεί να επιδείξουν σε διαφορετικές περιόδους αποξενωτική συμπεριφορά, ή μπορεί η γονική αποξένωση να αποτελεί επιχείρημα υπεράσπισης του γονέα-θύτη. Η συμβολή του ψυχολόγου ως ειδικού κατά τη δικαστική διαδικασία, σε συνεργασία με το Λειτουργό Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΛΚΥ), τους δικηγόρους των δύο διαδίκων και το δικαστή, ειδικότερα σε υποθέσεις γονικής αποξένωσης, μπορεί να οδηγήσει σε αποφάσεις Δικαστηρίου που να στοχεύουν στην επανόρθωση και θεραπεία της σχέσης παιδιού-γονέα.
            33. Στη Θέση καταθέτω τις πιο κάτω εισηγήσεις:
            ○ Την τροποποίηση του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (όπως τροποποιήθηκε), έτσι ώστε να δίδεται εξουσία στο Οικογενειακό Δικαστήριο, είτε αυτεπάγγελτα, είτε κατόπιν αιτήσεως του Διευθυντή των ΥΚΕ ή διαδίκων να εκδίδει διατάγματα, στα πλαίσια της διασφάλισης του συμφέροντος του παιδιού για:
            i. Υποχρεωτική συμμετοχή των παιδιών και των μελών της οικογένειας σε θεραπευτικά ή/και εκπαιδευτικά προγράμματα ή/και προγράμματα ψυχοθεραπείας και ψυχολογικής/ψυχιατρικής υποστήριξης, και
            ii. Διατμηματική συνεργασία, ειδικότερα μεταξύ των ΥΚΕ και των ΥΨΥ, τόσο στη φάση αξιολόγησης όσο και στον χειρισμό των περιπτώσεων.
            ○ Τη ρύθμιση με Κανονισμούς, δυνάμει του υφιστάμενου περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (όπως τροποποιήθηκε), της διαδικασίας αξιολόγησης που πρέπει να ακολουθείται από τις ΥΨΥ και τις ΥΚΕ.
            ○ Την κατάρτιση εξ’ υπαρχής νέου Διαδικαστικού Κανονισμού, δυνάμει του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνου Νόμου, που να ρυθμίζει, με βάση τις αρχές που κατοχυρώνουν οι Διεθνείς Συμβάσεις που έχει κυρώσει η Δημοκρατία αναφορικά με τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του παιδιού, το διορισμό λειτουργών και ταχεία και αποτελεσματική διαδικασία διερεύνησης των οικογενειακών και ψυχολογικών συνθηκών του παιδιού και της οικογένειας του, σε υποθέσεις που αφορούν γονική μέριμνα.
                (Ίδετε σελίδες 8 έως 9 της Θέσης)

            Στ. Διαβούλευση Επιτρόπου με Εμπλεκόμενα Υπουργεία και Αρχές
              34. Στις 10/10/2014 πραγματοποιήθηκε διαβούλευση στο Γραφείο της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού αναφορικά με τα προβλήματα που παρατηρούνται στην εφαρμογή διαταγμάτων επικοινωνίας παιδιού-γονέα από την Αστυνομία. Στη διαβούλευση συμμετείχαν εκπρόσωποι των εμπλεκομένων φορέων: ο Πρόεδρος του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εκ μέρους του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, η Μονάδα Ισότητας Ανδρών και Γυναικών του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, η Εισαγγελία του Αρχηγείου της Αστυνομίας, το Γραφείο Βίας του Αρχηγείου της Αστυνομίας και οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας.
              35. Στα πλαίσια της συνάντησης αναπτύχθηκε εποικοδομητικός και γόνιμος διάλογος και αποφασίστηκαν αριθμός συγκεκριμένων δράσεων που αναμένεται να προωθηθούν από κάθε εμπλεκόμενη Αρχή. Πιο συγκεκριμένα:
              ○ Ο Πρόεδρος του Οικογενειακού Δικαστηρίου ανέλαβε:
              i. Να προωθήσει άμεσα τροποποίηση των Κανονισμών για την επιτάχυνση δικαστικών διαδικασιών υποθέσεων Γονικής Μέριμνας
              ii. Να υποβάλει άμεσα εισήγηση στο Ανώτατο Δικαστήριο για προώθηση μνημονίου προς τους Δικαστές του Οικογενειακού Δικαστηρίου για έκδοσης διατακτικής φύσεων διατάγματα επικοινωνίας μόνο
              iii. Από κοινού με την Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού να προωθήσουν την εμπλοκή ψυχολόγου σε υποθέσεις Γονικής Μέριμνας μέσα από την προώθηση τροποποίησης του περί Κηδεμονίας Ανηλίκων και Ασώτων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1972, ώστε να θεσμοθετεί και έτσι να διασφαλίζεται η εμπλοκή Ψυχολόγου σε υποθέσεις Γονικής Μέριμνας στη φάση της αξιολόγησης και θεραπευτικής διαδικασίας.
              ○ Το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως ανέλαβε:
              i. Να επισπεύσει της διαδικασίες προώθησης ψήφισης του Νόμου για τη Διαμεσολάβηση σε Οικογενειακές Υποθέσεις
              ii. Την τροποποίηση του άρθρου 42 των περί Δικαστηρίων Νόμων του 1969 έως (Αρ. 3) του 1988 (14/1960) με τρόπο ώστε να προνοείται η δυνατότητα επιβολής κοινοτικής εργασίας σε γονείς που προβαίνουν σε παρακοή διατάγματος Οικογενειακού Δικαστηρίου.
                  Σημειώνεται ότι από προκαταρκτική μελέτη της σχετικής νομοθεσίας, διαπιστώθηκε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί Κηδεμονίας και Άλλων Τρόπων Μεταχείρισης Αδικοπραγούντων Νόμο του 1996 [46(Ι)/1996], το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος κηδεμονίας με όρους κοινοτικής εργασίας, σε περίπτωση παρακοής διατάγματος Δικαστηρίου.
                    Το άρθρο 42 των περί Δικαστηρίων Νόμων καθορίζει ποινές που το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να επιβάλει, χωρίς όμως να καθορίζει συγκεκριμένη ποινή για το αδίκημα της παρακοής διαταγμάτων του Δικαστηρίου, όπως επίσης, και ανώτατα όρια ποινής. Για σκοπούς ασφάλειας δικαίου χρειάζεται η τροποποίηση του άρθρου 42 των περί Δικαστηρίων Νόμων ώστε αυτό να παραπέμπει στον περί Κηδεμονίας και Άλλων Τρόπων Μεταχείρισης Αδικοπραγούντων Νόμο, σε ότι αφορά την ποινή.
              iii. Η Αστυνομία δεσμεύτηκε για την προώθηση νέας οδηγίας προς τα μέλη της Αστυνομίας με την οποία η Αστυνομία θα ενεργεί σύμφωνα με το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα και το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, σε περιπτώσεις παρακοής διατακτικών διαταγμάτων.

              Η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού ανέλαβε να καλέσει την επόμενη συνάντηση της Διαβούλευσης τον ερχόμενο Οκτώβριο.
              24 Ιουλίου 2015







              Κατεβάστε το αρχείο Word Υπόμνημα Επιτρόπου Ανθρ.Δικαιωμάτων-γονική αποξένωση 24.7.2015.doc


              Πίσω στην προηγούμενη σελίδα





              Back To Top