Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Μετάβαση στο περιεχόμενο

Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

Ανεξάρτητος Εθνικός Οργανισμός Δικαιωμάτων του Παιδιού - Κύπρος


«Και τι γίνεται με τα δικά μας δικαιώματα;». Αυτή είναι μια ερώτηση που δέχομαι συχνά από εκπαιδευτικούς όταν επιχειρώ να αναπτύξω το θέμα των Δικαιωμάτων του Παιδιού, στα πλαίσια των επισκέψεων μου σε σχολεία. Οι συγκεκριμένοι εκπαιδευτικοί, πολύ λανθασμένα, έχουν συνδέσει τα Δικαιώματα του Παιδιού με αυτό που οι ίδιοι ονομάζουν παιδική ανυπακοή, με υπερβολικές ή ακόμη παράλογες παιδικές απαιτήσεις, με εγωισμούς και πείσματα «κακομαθημένων», στην Κύπρο λέμε «αππομένων», παιδιών, ή, ακόμη χειρότερα, ταυτίζουν τη διασφάλιση των Δικαιωμάτων του Παιδιού με το παραχαΐδευμα.

Η αντίληψη αυτή δεν αποτελεί αποκλειστικότητα των εκπαιδευτικών μας. Πολλοί ενήλικες, παρά το γεγονός ότι νοιάζονται πραγματικά για τα παιδιά και διακατέχονται από συναισθήματα αγάπης, φροντίδας και τρυφερότητας για αυτά, κάτι που είμαι σίγουρη ότι ισχύει για τη συντριπτική πλειοψηφία των εκπαιδευτικών μας, αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερο σκεπτικισμό κάθε συζήτηση που στρέφεται γύρω από τα Δικαιώματα του Παιδιού. Επικαλούμενοι την πνευματική του ανωριμότητα, θεωρούν ότι το παιδί δεν είναι σε θέση να λειτουργήσει υπεύθυνα. Ως εκ τούτου, αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα την ικανότητα και την ετοιμότητά του να διαχειριστεί τα οποιαδήποτε δικαιώματα κατά τρόπο ισορροπημένο που να μην οδηγεί σε αταξία, χάος και αναρχία. Στη δική τους αντίληψη, τα Δικαιώματα του Παιδιού αμφισβητούν την εμπεδωμένη κοινωνική τάξη, υποσκάπτουν το δικό τους ρόλο και συγκρούονται με τα δικά τους δικαιώματα.

Η αυθόρμητη απάντησή μου, στην πιο πάνω πρόκληση, είναι η επισήμανση ότι δε νοούνται δικαιώματα χωρίς υποχρεώσεις - και αυτό φυσικά ισχύει για όλους, όχι μόνο για τα παιδιά! Βεβαίως, είναι πολύ δύσκολο να ανατρέψει κανείς, στα πλαίσια μιας επικοινωνίας ιδιαίτερα πιεστικής από πλευράς χρόνου, όπως είναι οι συναντήσεις μου με τους εκπαιδευτικούς στα σχολεία, μια τέτοια αντίληψη, βαθιά ριζωμένη σε κοινωνικές πρακτικές, κυρίαρχες νόρμες και νοοτροπίες. Θεωρώ λοιπόν πολύτιμη κάθε ευκαιρία που μου δίνεται να αναπτύσσω, ως η πρώτη Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, στην Κύπρο, θέματα σχετικά με τα Δικαιώματα του Παιδιού μπροστά σε ακροατήριο εκπαιδευτικών. Για τούτο, νιώθω ιδιαίτερα ευτυχής που μετέχω σήμερα στο συνέδριο των στελεχών της Δημόσιας Προδημοτικής Εκπαίδευσης. Και, ακριβώς, για το λόγο αυτό ευχαριστώ ιδιαίτερα τους διοργανωτές για την πρόσκλησή τους.

Στα πλαίσια της εισήγησής μου θα επιχειρήσω να καταδείξω ότι η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού συνιστά το νομικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο οικοδομείται η αναγνώριση στα σημερινά παιδιά της ιδιότητας του πολίτη. Για το σκοπό αυτό θα παρουσιάσω, συνοπτικά, τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, με ιδιαίτερη αναφορά στη νέα θεώρηση της παιδικής ηλικίας, που αυτή εγκαθιδρύει. Ιδιαίτερη έμφαση θα δώσω στα Δικαιώματα Συμμετοχής και πώς αυτά διασυνδέονται με την πολιτότητα στην παιδική ηλικία. Στη συνέχεια, θα επικεντρωθώ στο πώς η Σύμβαση εφαρμόζεται στα παιδιά προσχολικής ηλικίας ανατρέχοντας στο Έβδομο Γενικό Σχόλιο της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Κλείνοντας, θα κάνω μια ιδιαίτερη αναφορά στο ρόλο της εκπαίδευσης στον τομέα προώθησης των Δικαιωμάτων του Παιδιού.

Θα ήθελα, όμως, πρώτα να αναφερθώ λίγο στο θεσμό τον οποίο έχω τη μεγάλη τιμή, αλλά συνάμα, και την τεράστια ευθύνη να εκπροσωπώ.

Ο Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού είναι ένας ανεξάρτητος θεσμός ο οποίος εγκαθιδρύθηκε στην Κύπρο δυνάμει του περί Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Νόμου του 2007. Ο εκάστοτε Επίτροπος διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο αφού ακούσει τις απόψεις των οργανωμένων συνόλων των παιδιών. Βασική αποστολή του είναι η προάσπιση και προαγωγή των Δικαιωμάτων του Παιδιού (άρθρο 3). Ο Νόμος παρέχει στον Επίτροπο, για την επίτευξη της αποστολής του, ένα εξαιρετικά διευρυμένο πλαίσιο αρμοδιοτήτων (άρθρο 4) οι οποίες του επιτρέπουν να προωθεί και να προασπίζεται τα Δικαιώματα του Παιδιού στην Κύπρο και ταυτόχρονα να ασκεί εποπτικό έλεγχο στον τομέα της εφαρμογής τους ελέγχοντας θεσμούς, νομοθεσίες, πρακτικές και διαδικασίες.

Πιο συγκεκριμένα, απαριθμεί, όχι εξαντλητικά, 24 συγκεκριμένες αρμοδιότητες και δραστηριότητες όπως
§ η εκπροσώπηση των παιδιών και των συμφερόντων τους σε όλα τα επίπεδα
§ η διαφώτιση και ευαισθητοποίηση της κοινωνίας έτσι ώστε αυτή να κινητοποιηθεί και να διασφαλίσει πρακτικά τα δικαιώματα των παιδιών στην οικογένεια, στο σχολείο, στην κοινότητα και στην κοινωνία γενικά
§ ο εντοπισμός και η προώθηση των απόψεων των παιδιών εκεί όπου τα ίδια δεν μπορούν να ακουστούν
§ εποπτεία και ο έλεγχος της υλοποίησης των προνοιών της Σύμβασης του ΟΗΕ και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την άσκηση των Δικαιωμάτων του Παιδιού
§ ο έλεγχος και η παρακολούθηση νομοθεσιών και πρακτικών και η υποβολή προτάσεων με στόχο την εναρμόνιση τους με σχετικές διεθνείς συμβάσεις
§ η προώθηση της κύρωσης Συμβάσεων για τα Δικαιώματα του Παιδιού από τη Δημοκρατία
§ η διεξαγωγή εκστρατειών διαφώτισης και αλλαγής νοοτροπίας σχετικά με τη θέση των παιδιών στο κοινωνικό σύνολο
§ η υποβολή εκ μέρους οποιουδήποτε παιδιού αίτησης για διορισμό ειδικού αντιπροσώπου σε δικαστικές διαδικασίες που το επηρεάζουν
§ η εκπροσώπηση των παιδιών και των συμφερόντων τους σε διαδικασίες που τα επηρεάζουν και, γενικά
§ η λήψη οποιασδήποτε ενέργειας την οποία κρίνει ο ίδιος αναγκαία προς εκπλήρωση της αποστολής του

Ειδικότερα, ο Επίτροπος μπορεί να
§ διοργανώνει εκπαιδευτικά, επιμορφωτικά προγράμματα αναφορικά με τα δικαιώματα του παιδιού
§ διεξαγάγει μελέτες για την κατάσταση των παιδιών στην Κύπρο
§ προωθεί τις αναγκαίες νομοθετικές ρυθμίσεις για την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού
§ απευθύνει συστάσεις προς όλους τους αρμόδιους φορείς που ασχολούνται με τα παιδιά και δίνει κατά την κρίση του δημοσιότητα σ’ αυτές
§ συντονίζει την ενιαία εφαρμογή των ρυθμίσεων που αφορούν στην προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού
§ υποβάλλει στις αρμόδιες αρχές, για διερεύνηση, παράπονα για παραβιάσεις των δικαιωμάτων του παιδιού, παρακολουθεί την πορεία της διερεύνησης και αξιολογεί το αποτέλεσμά της
§ συνεργάζεται με αντίστοιχα όργανα και αρχές άλλων κρατών, καθώς και διεθνείς οργανισμούς
§ εκφέρει απόψεις αναφορικά με νομοσχέδια ή προτάσεις νόμων που αφορούν τα παιδιά
§ εξασφαλίζει τις απόψεις των παιδιών και προωθεί την ενημέρωσή τους σχετικά με τα δικαιώματά τους

Βασικό εργαλείο στα χέρια του Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού στην Κύπρο, αλλά και κάθε αντίστοιχου θεσμού σε όλο τον κόσμο που εργάζεται με στόχο τη διεκδίκηση, την προάσπιση και την προώθηση των Δικαιωμάτων του Παιδιού, αποτελεί η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Η Σύμβαση, υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 20 Νοεμβρίου 1989 και κατέστη μέρος του διεθνούς δικαίου το 1990. Την έχουν επικυρώσει όλες οι χώρες μέλη των Ηνωμένων Εθνών (πλην των Η.Π.Α και της Σομαλίας). H Κύπρος την επικύρωσε το 1991. Η υιοθέτησή της, αποτελεί τη θεσμοθετημένη έκφραση μιας νέας αντίληψης για την παιδικότητα και αναγνωρίζει ένα αναβαθμισμένο καθεστώς στο παιδί στα πλαίσια μιας δημοκρατικής κοινωνίας.

Στις παραδοσιακές κοινωνίες, τα παιδιά προσλαμβάνονταν, κατά το μάλλον ή ήττον, ως ιδιοκτησία των γονιών τους και δη του πατέρα τους. Αποστερούμενα κάθε νομικής υπόστασης και, ως εκ τούτου, οποιουδήποτε νομικού δικαιώματος, και με πρόφαση την πνευματική και βιολογική τους ανωριμότητα, για αιώνες, περιορίζονταν στο ρόλο του σιωπηλού κομπάρσου, τόσο στο πλαίσιο του ιδιωτικού όσο, και πολύ περισσότερο, στο πλαίσιο του δημόσιου χώρου. Ο Άγγλος ιστορικός Stone (1977) σημειώνει χαρακτηριστικά «Τα παιδιά, αρχικά, θεωρείτο ότι ήταν κινητή περιουσία, είχαν αξία διότι συνεισέφεραν στην οικογενειακή εργασία και στήριζαν τους γονείς στα γεράματά τους… τα παιδιά συνέχιζαν να παραγνωρίζονται και να παραμένουν χωρίς ατομική ταυτότητα στο βαθμό που θεωρούνταν αντικαταστάσιμα και ανταλλάξιμα».

Μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα τα Δικαιώματα του Παιδιού κινούνταν ανάμεσα σε αυτά των σκλάβων και αυτά των ζώων (Cohen, 1990, σελ. 297). Την ίδια στιγμή τα όρια της παιδικής ηλικίας ήταν πολύ περιορισμένα. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι και διακόσια χρόνια πριν, και σε ορισμένα μέρη του κόσμου δυστυχώς μέχρι και σήμερα, παιδιά ηλικίας εφτά και οκτώ χρόνων άφηναν πίσω την παιδικότητά τους για να ενταχθούν στην αγορά εργασίας.
Στην πορεία του χρόνου, κι αναφέρομαι πάντα στο πλαίσιο αυτών που σήμερα αποκαλούμε «δυτικές κοινωνίες», η εικόνα του παιδιού άρχισε να αλλάζει. Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, ειδικότερα στον ευρωπαϊκό χώρο, άρχισαν να διαμορφώνονται νέες αντιλήψεις σχετικά με τα παιδιά. Η ευαισθητοποίηση της κοινωνίας ως προς τις ανάγκες και την ευημερία του παιδιού, που σε ορισμένες περιπτώσεις πήρε τη μορφή κοινωνικού κινήματος (Fattore, Mason, Sidoti, 2005, σελ. 17), δημιούργησε τις προϋποθέσεις διαμόρφωσης ενός ανάλογου νομικού πλαισίου και αλλαγής της στάσης του κράτους απέναντι στα παιδιά. Σταδιακά άρχισε να δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην ευάλωτη τους φύση και στην ανάγκη τους για προστασία. Έτσι, τα παιδιά κατέληξαν να θεωρούνται μια ειδική ομάδα του πληθυσμού και οι γονείς αναμενόταν, ολοένα και σε πιο αυξανόμενο βαθμό, να τα στηρίζουν, να τα μορφώνουν και να τα προστατεύουν» (Hart, 1991, σελ. 53). Το κράτος από το ρόλο, πλέον, του «πατέρα του έθνους» (parens patrıae), ανάλαβε την ευθύνη προστασίας και ευημερίας, αρχικά των ορφανών και παιδιών που είχαν υποστεί κακοποίηση είτε είχαν προβλήματα με το νόμο, και στη συνέχεια κάθε παιδιού στα όρια της επικράτειάς του (Fattore, Mason, Sidoti, 2005, σελ. 17).

Η πρόοδος που σημειώθηκε ως προς την κατάσταση των παιδιών από τις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα μέχρι και τα μέσα του εικοστού ήταν αναμφισβήτητα πολύ σημαντική. Ενδεικτικό της προόδου αυτής, είναι η υιοθέτηση, από τη Γενική Συνέλευση της Κοινωνίας των Εθνών στις 26 Νοεμβρίου 1924, της Διακήρυξης της Γενεύης για τα Δικαιώματα του Παιδιού.
Σύμφωνα με την Διακήρυξη της Γενεύης του 1924,
§ Το παιδί θα πρέπει να έχει στη διάθεσή του όλα τα χρειώδη για τη φυσιολογική του ανάπτυξη, τόσο υλικά όσο και πνευματικά
§ Το παιδί που πεινά θα πρέπει να λαμβάνει τροφή, το παιδί που είναι άρρωστο θα πρέπει να περιθάλπεται, το παιδί που βρίσκεται μέσα στην ανέχεια θα πρέπει να στηρίζεται, το παιδί παραβάτης να επανεντάσσεται και το ορφανό και άστεγο παιδί να στεγάζεται και να λαμβάνει ασφάλεια
§ Το παιδί θα πρέπει να είναι το πρώτο που θα επωφελείται ανακουφιστικών μέτρων σε περίπτωση καταστροφής
§ Το παιδί θα πρέπει να τοποθετείται σε θέση που θα του επιτρέπει να κερδίζει τα προς το ζην και θα πρέπει να προστατεύεται από κάθε μορφής εκμετάλλευσης
§ Το παιδί θα πρέπει να διαμορφώνει τη συνείδηση ότι τα ταλέντα του θα πρέπει να τα αφιερώσει στην υπηρεσία των συνανθρώπων του.

Η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού, την οποία υιοθέτησε η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 20 Νοεμβρίου 1959, αναφέρεται ρητά στο κείμενο της Διακήρυξης της Γενεύης του 1924. Περιλαμβάνει δέκα αρχές οι οποίες επικαλύπτουν τις πέντε αρχές της Διακήρυξης της Γενεύης, του 1924, αλλά προχωρά και περαιτέρω προκειμένου να επεκτείνει το εύρος της προστασίας που παρέχεται στο παιδί ώστε να καλύπτεται στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό «η ανάγκη του παιδιού για ειδική φύλαξη και φροντίδα … λόγω της φυσικής και της πνευματικής του ανωριμότητας».

Το εν λόγω κείμενο, ενώ παραπέμπει άμεσα στην Οικουμενική Διακήρυξη για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και, ιδιαίτερα, στην πρόνοια ότι όλοι οι άνθρωποι χωρίς καμιά διάκριση, έχουν τα ίδια δικαιώματα, δεν ξεφεύγει από την θεώρηση του παιδιού ως ανθρώπινης ύπαρξης εν τω γίγνεσθαι: ως μικρού ενήλικα που χρειάζεται προστασία. Εγκαθιδρύει το δικαίωμα του παιδιού σε μια ξεχωριστή ταυτότητα και εθνικότητα, ωστόσο δεν αναγνωρίζει, κατά οποιονδήποτε τρόπο είτε την αυτονομία του παιδιού, είτε τη σημασία των απόψεών του αλλά ούτε και προχωρά στην όποια εκτίμηση της έννοιας της ενδυνάμωσης του παιδιού (Freeman, 1998).

Η θεώρηση του παιδιού, την οποία η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού του 1959, εγκαθιδρύει, διαφοροποιείται σαφώς τόσο από τη θεώρηση του παιδιού ως ιδιοκτησία του πατέρα όσο και από αυτή του ενήλικα μινιατούρα, του παιδιού που εντασσόταν στην αγορά εργασίας με μειονεκτικούς όρους λόγω της ατέλειάς του. Δε παύει, ωστόσο, να παραμένει επικεντρωμένη στην πνευματική και βιολογική ανωριμότητα του παιδιού. Πρόκειται για την ίδια πνευματική και βιολογική ανωριμότητα στην οποία συχνά πυκνά καταφεύγουμε, ακόμη και σήμερα, προκειμένου να αμφισβητήσουμε τη δυνατότητα των παιδιών να διαχειριστούν δικαιώματα και να αναλάβουν υπευθυνότητες. Στο επίπεδο όπου λαμβάνονται οι πολιτικές αποφάσεις η επικέντρωση αυτή σχετίζεται άμεσα με μια ευρέως διαδεδομένη, για δεκαετίες, άποψη, την οποία διατύπωσε, το 1959, ο Γάλλος Αντιπρόσωπος στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, σύμφωνα με την οποία «το παιδί δεν είναι σε θέση να εξασκήσει τα δικαιώματά του. Οι ενήλικοι τα εξασκούν εκ μέρους του. …Το παιδί έχει ειδικό νομικό καθεστώς το οποίο απορρέει από την ανικανότητά του να εξασκήσει τα ίδια του τα δικαιώματα» (αναφέρεται στο Freeman, 1998, σελ. 49).

Στο δεύτερο ήμισυ του εικοστού αιώνα αναπτύχθηκε, αποκτώντας μεγάλη πολιτική ισχύ και απήχηση, το κοινωνικό κίνημα για την προώθηση των Δικαιωμάτων του Παιδιού. Το κίνημα αυτό προώθησε μια νέα θεώρηση του παιδιού βασισμένη στις αρχές των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων απαγκιστρωμένη από τη βιολογική και πνευματική του ανωριμότητα. Σύμφωνα με τη θεώρηση, που θεσμοθετήθηκε με την υιοθέτηση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, τα παιδιά, από τη στιγμή της γέννησής τους, συνιστούν διακριτές νομικές προσωπικότητες με εγγενή αξιοπρέπεια και δικαιώματα.

Τα Δικαιώματα του Παιδιού, όπως αυτά κατοχυρώνονται από τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, δημιουργούν νομικές και δεσμευτικές υποχρεώσεις για τα Συμβαλλόμενα Κράτη και, κατ’ επέκταση, για το σύνολο των θεσμών που λειτουργούν στο εσωτερικό τους όπως και για κάθε πολίτη τους ξεχωριστά. Η Σύμβαση, αναγνωρίζει και, ταυτόχρονα, δεσμεύει, τα Συμβαλλόμενα Κράτη να σέβονται και παράλληλα να προασπίζονται τα Δικαιώματα του Παιδιού εγκαθιδρύοντας, για πρώτη φορά με διεθνή νόμο, την απευθείας σχέση μεταξύ του παιδιού και του κράτους.

Όπως σημειώνει η Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Παιδιού, το Διεθνές Όργανο που εποπτεύει την εφαρμογή της Σύμβασης σε διεθνές επίπεδο, όταν ένα κράτος κυρώσει τη Σύμβαση αναλαμβάνει υποχρεώσεις στα πλαίσια του διεθνούς δικαίου να την εφαρμόσει. Σύμφωνα με την Επιτροπή, εφαρμογή της Σύμβασης συνιστά τη διαδικασία κατά την οποία τα Συμβαλλόμενα Κράτη λαμβάνουν κάθε δράση προκειμένου να διασφαλίσουν την υλοποίηση όλων των προνοιών της Σύμβασης για όλα τα παιδιά που βρίσκονται στην επικράτειά τους.

Η Σύμβαση στα 54 της άρθρα, καθώς και σε δύο μεταγενέστερα προαιρετικά Πρωτόκολλα, ασχολείται με ένα ευρύτατο φάσμα τομέων που αγγίζουν κάθε έκφανση της ζωής των παιδιών φιλοδοξώντας, «να προωθήσει και να προστατέψει τα δικαιώματα του παιδιού σε κάθε λεωφόρο της ζωής» (“Optional Protocols” 2000, Προοίμιο). Στο κείμενό της αποτυπώνεται μια συνολική, σε οικουμενικό επίπεδο, συνεννόηση, σε ότι αφορά στα δικαιώματα του παιδιού αλλά και σε ότι αφορά στο τι το παιδί θα πρέπει να αναμένει από την κοινότητα και την ευρύτερη κοινωνία.

Η Σύμβαση, χωρίς να εγκαταλείπει πλήρως την προσέγγιση που θέλει το παιδί να έχει ανάγκη φροντίδας και προστασίας, το αναγνωρίζει ως πρόσωπο: ως ολοκληρωμένη δηλαδή ανθρώπινη ύπαρξη η οποία ενθαρρύνεται να συμμετέχει στην κοινωνική ζωή των ομάδων όπου είναι ενταγμένο, στο βαθμό που μπορεί, κατά τρόπο ενεργητικό, αναλαμβάνοντας ευθύνες και συμμετέχοντας στη λήψη αποφάσεων.

Συνοπτικά, τα Δικαιώματα του Παιδιού, όπως αυτά κατοχυρώνονται από τη Σύμβαση, καλύπτουν τρεις διαφορετικές κατηγορίες: Τα δικαιώματα Προστασίας, τα δικαιώματα Πρόνοιας και Παροχών και τα δικαιώματα Συμμετοχής (στα αγγλικά αναφέρονται ως τα τρία P: Protection/Provisions/ Participation).

Τα δικαιώματα Προστασίας, μεταξύ άλλων, διασφαλίζουν την προστασία του παιδιού έναντι οποιασδήποτε μορφής διάκριση, εκμετάλλευση, σωματική ή άλλης μορφής κακοποίηση, αδικία ακόμη και προστασία από τη χρήση ουσιών ή από τις όποιες επιπτώσεις πολεμικών συρράξεων.


Τα δικαιώματα Πρόνοιας και Παροχών καλύπτουν, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα του παιδιού στην υγεία και την πρόσβασή του σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, το δικαίωμά του στην εκπαίδευση, στην ψυχαγωγία, στον πολιτισμό, στον ελεύθερο χρόνο, σε ένα επαρκές βιοτικό επίπεδο, κτλ.

Τέλος, τα δικαιώματα Συμμετοχής αφορούν στα δικαιώματα του παιδιού να απολαμβάνει, προοδευτικά και σε συνάρτηση με τη βιολογική και πνευματική του ωρίμανση και ανάπτυξη, ένα φάσμα πολιτικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων, περιλαμβανομένων του δικαιώματος να διαμορφώνει μέσα από την αναζήτηση, λήψη και διάδοσης πληροφοριών, και να εκφράζει ελεύθερα την άποψή του (Άρθρα 12 και 13), το δικαίωμα για ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας (Άρθρο 14), το δικαίωμα να συνεταιρίζεται και να συνέρχεται ειρηνικά (Άρθρο 15) το δικαίωμα να εγγράφεται αμέσως μετά τη γέννησή του στο ληξιαρχείο, το δικαίωμα ονόματος και απόκτησης ιθαγένειας (Άρθρο 7), το δικαίωμα να διατηρεί την ταυτότητά του (Άρθρο 8).

Τα δικαιώματα συμμετοχής ουσιαστικά συνιστούν το θεμέλιο λίθο πάνω στον οποίο οικοδομείται η θεώρηση του παιδιού ως πολίτη (Stasiulis, 2002, σελ. 508). Το περιεχόμενο της παιδικής πολιτότητας αποτελεί κεντρικό διακύβευμα συζητήσεων, τόσο σε θεωρητικό και φιλοσοφικό επίπεδο όσο και στο επίπεδο της λήψης και εφαρμογής των πολιτικών αποφάσεων και των καθημερινών πρακτικών και διαδικασιών. Ωστόσο, είναι πλέον κοινός τόπος ότι η παιδική πολιτότητα διασυνδέεται με τρόπο άμεσο και σαφή με τα δικαιώματα συμμετοχής. O Roger Hart περιγράφει την παιδική συμμετοχή ως «…τη διαδικασία να έχει το παιδί λόγο σε αποφάσεις οι οποίες επηρεάζουν τη ζωή του και τη ζωή της κοινότητας στην οποία ζει. Είναι το μέσο με το οποίο είναι χτισμένη η δημοκρατία και είναι κριτήριο στη βάση του οποίου θα έπρεπε να αξιολογούνται οι δημοκρατίες. Η συμμετοχή είναι το θεμελιώδες δικαίωμα της πολιτότητας».

Με την κατοχύρωση των δικαιωμάτων συμμετοχής ανατρέπεται η θεώρηση του παιδιού ως προ-πολίτη (ή πολίτη εν τω γίγνεσθαι) ή ως σιωπηλού και παθητικού αντικειμένου υπό γονικό ή κρατικό έλεγχο κι, ως εκ τούτου, δικαιολογημένα αποκλεισμένου από πολλά πολιτικά δικαιώματα και / ή δικαιώματα συνυφασμένα με την πολιτότητα. «… η Σύμβαση όχι μόνο προσλαμβάνει τα παιδιά ως άτομα και ως πολίτες που φέρουν δικαιώματα με ένα εύρος κοινωνικών, αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων αλλά και επιβάλλει στα Κράτη να διασφαλίζουν ότι τα παιδιά θα είναι ενεργοί πολίτες με συμμετοχή που θα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διακυβέρνηση “ανάλογα με την ηλικία και των ωριμότητά τους” παρά να έχουν παθητικό ρόλο» (Stasioulis, 2002, σελ. 509. Όπως σαφώς το θέτει η Minow (1987, σελ. 1910): «Η συμπερίληψη των παιδιών ως συμμετέχοντες διαφοροποιεί τη θέση τους στην κοινότητα, από πράγματα ή εξωτερικούς ως προς αυτή, σε μέλη…» .

Τα δικαιώματα συμμετοχής του παιδιού, όπως αυτά κατοχυρώνονται στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, συνιστούν, για πολλούς, την πιο σημαντική και ριζοσπαστική καινοτομία την οποία εισάγει η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού (Freeman, 1997, σελ. 56, Lundy, 1997, σελ. 42). Το Άρθρο 12 της Σύμβασης συνιστά την καρδιά των δικαιωμάτων συμμετοχής και, σύμφωνα με την Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Παιδιού, μια από τις βασικές αρχές της Σύμβασης στη βάση των οποίων θα πρέπει να ερμηνεύονται όλα τα δικαιώματα που περιλαμβάνονται σε αυτή.

Το Άρθρο 12 προβλέπει ουσιαστικά τρία πράγματα: ότι τα Συμβαλλόμενα Κράτη εγγυώνται, σε κάθε παιδί που είναι σε θέση να διαμορφώνει τις δικές του απόψεις, το δικαίωμα να διατυπώνει ελεύθερα τις απόψεις του αυτές σε όλα τα θέματα που το αφορούν, ότι η άποψη του παιδιού θα λαμβάνεται υπόψη σύμφωνα με την ηλικία και την ωριμότητά του και ότι τα Συμβαλλόμενα Κράτη θα πρέπει να λαμβάνουν τα απαραίτητα εκείνα μέτρα που θα δίνουν στο παιδί τη δυνατότητα να ακούγεται από οποιαδήποτε διοικητική ή δικαστική αρχή.

Η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού θέλοντας ακριβώς να τονίσει ότι η Σύμβαση ισχύει για κάθε παιδί και δη για «κάθε ανθρώπινο ον με ηλικία κάτω των δεκαοκτώ ετών» έχει συμπεριλάβει στη νομολογία της Σύμβασης το έβδομο Γενικό Σχόλιο (μέχρι στιγμής, έχουν εκδοθεί έντεκα Γενικά Σχόλια) ειδικά για την εφαρμογή των Δικαιωμάτων του Παιδιού στην πρώιμη παιδική ηλικία, δηλαδή όλα τα παιδιά που βρίσκονται σε ηλικία μικρότερη των οκτώ χρόνων [GENERAL COMMENT No. 7 (2005), Implementing child rights in early childhood].

Στο συγκεκριμένο Γενικό Σχόλιο, η Επιτροπή ενθαρρύνει τα Συμβαλλόμενα Κράτη να οικοδομήσουν μια θετική ατζέντα για τα δικαιώματα στην πρώιμη παιδική ηλικία σημειώνοντας ότι για τούτο: «Απαιτείται μια μετατόπιση από παραδοσιακές πεποιθήσεις οι οποίες θεωρούν την πρώιμη παιδικότητα κυρίως ως μια περίοδο κοινωνικοποίησης του ανώριμου ανθρώπινου όντος με προορισμό τον ώριμο ενήλικα. [Σύμφωνα πάντα με την Επιτροπή] η Σύμβαση απαιτεί όπως τα παιδιά, περιλαμβανομένων και των πιο μικρών σε ηλικία, απολαμβάνουν σεβασμού ως άτομα καθ’ ολοκληρία. Τα μικρότερα παιδιά θα πρέπει να αναγνωρίζονται ως ενεργά μέλη των οικογενειών, των κοινοτήτων και της κοινωνίας, με τις δικές τους ανησυχίες, ενδιαφέροντα και απόψεις. Για την ενάσκηση των δικαιωμάτων τους, τα μικρότερα παιδιά έχουν συγκεκριμένες ανάγκες για φυσική στοργή, συναισθηματική φροντίδα και ευαίσθητη καθοδήγηση, όπως και χρόνο και χώρο για κοινωνικό παιχνίδι, εξερεύνηση και μάθηση» (Γενικό Σχόλιο, 7 παρ. 5).

Σε ότι αφορά στο Άρθρο 12, η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού σημειώνει, ότι αυτό, «ενδυναμώνει το καθεστώς των μικρών παιδιών ως ενεργός συμμετεχόντων στην προώθηση, την προστασία και τον έλεγχο της εφαρμογής των δικαιωμάτων τους» (CRC, General Comment No 7, par. 14). Η Επιτροπή προσθέτει ότι πολλές φορές η δυνατότητα ενεργού συμμετοχής των μικρών παιδιών στην οικογένεια, στην κοινότητα και στην κοινωνία παραγνωρίζεται ή απορρίπτεται με το πρόσχημα της ηλικίας και της ανωριμότητας με αποτέλεσμα, τα μικρότερα παιδιά να παραμένουν χωρίς δύναμη εντός των οικογενειών τους και συχνά χωρίς φωνή και αόρατα εντός της κοινωνίας. Για τούτο το λόγο, η Επιτροπή, υπογραμμίζει ότι, το Άρθρο 12 αφορά τόσο τα μικρότερα όσο και τα μεγαλύτερα παιδιά (Σημειώνει μάλιστα ότι τα μικρότερα παιδιά κάνουν επιλογές και επικοινωνούν τα αισθήματά τους, τις ιδέες και τις επιθυμίες τους με πολλούς τρόπους πολύ πριν καταστούν ικανά να επικοινωνούν με τις συμβάσεις του προφορικού ή γραπτού λόγου). Η Επιτροπή σημειώνει, στο ίδιο πάντα Γενικό Σχόλιο, ότι

« α. Ενθαρρύνει τα Συμβαλλόμενα Κράτη να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε να διασφαλίζουν όπως, η έννοια του παιδιού ως κατόχου δικαιωμάτων, με την ελευθερία να εκφράζει τις απόψεις του και το δικαίωμα να λαμβάνεται υπόψη σε θέματα που το επηρεάζουν, εφαρμόζεται από το πρωταρχικό στάδιο με τρόπους που αρμόζουν στις ικανότητες του παιδιού, με προτεραιότητα το συμφέρον του παιδιού και τα δικαιώματα προστασίας από επώδυνες εμπειρίες

β. Το δικαίωμα να εκφράζει απόψεις και αισθήματα θα πρέπει να βρίσκει εφαρμογή στην καθημερινότητα του παιδιού στο σπίτι, στην κοινότητά του και σε κάθε άλλο τομέα της ζωής του

γ. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για να προωθήσουν την ενεργή εμπλοκή των γονιών, των επαγγελματιών και των υπεύθυνων αρχών στη δημιουργία ευκαιριών για τα μικρά παιδιά ώστε, προοδευτικά, να εξασκήσουν τα δικαιώματά τους στο πλαίσια των καθημερινών τους δραστηριοτήτων με την παροχή εκπαίδευσης στις απαραίτητες δεξιότητες. Για να επιτευχθεί το δικαίωμα της συμμετοχής, απαιτείται όπως οι ενήλικοι υιοθετήσουν μια παιδοκεντρική στάση, μαθαίνοντας να ακούνε τα μικρά παιδιά και σεβόμενοι την αξιοπρέπειά και την ατομική τους άποψη. Απαιτείται επίσης οι ενήλικοι να δείξουν υπομονή και δημιουργικότητα προσαρμόζοντας τις προσδοκίες τους στα ενδιαφέροντα των μικρών παιδιών, στο επίπεδο κατανόησής τους και στους τρόπους που προτιμούν αυτά να επικοινωνούν» (CCR, General Comment, No 7 par. 14).


Τα παιδιά, από τη γέννησή τους, είναι ενεργητικά, κοινωνικά και θέλουν να μάθουν. Σε καμιά περίπτωση δεν παραμένουν παθητικοί αποδέκτες της γνώσης και της κουλτούρας αλλά συμμετέχουν ενεργά στην κατανόηση και τη νοηματοδότηση του κόσμου που τα περιβάλλει και στη δημιουργία της προσωπικής τους ταυτότητας.

Η πρώιμη παιδική ηλικία, σύμφωνα με την Επιτροπή, συνιστά μια κρίσιμη περίοδο για την υλοποίηση των Δικαιωμάτων του Παιδιού. Στην περίοδο αυτή, ανάμεσα σε άλλα, τα παιδιά βιώνουν την πιο ραγδαία περίοδο ανάπτυξης και αλλαγής στη ζωή τους, διαμορφώνουν ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς με τους γονείς τους, εγκαθιδρύουν τις πρώτες τους σημαντικές σχέσεις με άλλα παιδιά, μέσα από τις οποίες μαθαίνουν να διαπραγματεύονται και να συντονίζουν κοινές δραστηριότητες και θέτουν τα θεμέλια πάνω στα οποία θα οικοδομηθεί η φυσική και νοητική τους υγεία, η συναισθηματική τους ασφάλεια, η πολιτιστική και προσωπική τους ταυτότητα.

Την ίδια αυτή περίοδο, τα παιδιά αρχίζουν ενεργά να προσδίδουν νόημα στο περιβάλλον τους και μαθαίνουν, προοδευτικά, μέσα από τη δραστηριοποίησή τους και την αλληλεπίδρασή τους, τόσο με άλλα παιδιά, όσο και με ενήλικες. Σημαντικό ρόλο στις εμπειρίες των παιδιών διαδραματίζουν, πέραν από τις συνθήκες μέσα στις οποίες μεγαλώνουν (φύλο, κοινωνική κατάσταση, οικογενειακή οργάνωση, εκπαιδευτικό σύστημα) οι κυρίαρχες πεποιθήσεις σε ότι αφορά στις ανάγκες και τον πρέποντα τρόπο χειρισμού τους αλλά και σε ότι αφορά στον ενεργό τους ρόλο στην οικογένεια και στην κοινότητα.

Για τους πιο πάνω λόγους, ο ρόλος των ενηλίκων με τους οποίους τα παιδιά αλληλεπιδρούν σε καθημερινή βάση στη διάρκεια της πρώιμης παιδικής ηλικίας (γονείς, ο στενός οικογενειακός κύκλος και εκπαιδευτικοί) ως προς την προσωπικότητα που θα διαμορφώσουν και ιδιαίτερα ως προς στο βαθμό που θα μάθουν να εξασκούν τα δικαιώματά τους και τις υπευθυνότητες που αυτά συνεπάγονται είναι ουσιαστικός.

Αφήνοντας κατά μέρος το ρόλο των γονιών και της ευρύτερης οικογένειας, θα κλείσω την εισήγησή μου με μια σύντομη αναφορά στο ρόλο του σχολείου και δη του νηπιαγωγείου.

Το Πρώτο Γενικό Σχόλιο της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο εκδόθηκε το 2001 και αναφέρεται στους στόχους της Εκπαίδευσης, σημειώνεται χαρακτηριστικά: «Τα παιδιά δε χάνουν τα δικαιώματά τους διαβαίνοντας τις πύλες του σχολείου. Για τούτο, για παράδειγμα, η εκπαίδευση θα πρέπει να παρέχεται κατά τρόπο που να σέβεται την εγγενή αξιοπρέπεια του παιδιού και που να δίνει τη δυνατότητα στο παιδί να εκφράζει τις απόψεις του ελεύθερα σύμφωνα με το Άρθρο 12 (1) και να συμμετέχει στη ζωή του σχολείου».

Στο Έβδομο Γενικό της Σχόλιο, η Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Παιδιού υποδεικνύει ότι το δικαίωμα στην εκπαίδευση, στην πρώιμη παιδική ηλικία, αρχίζει με τη γέννηση και είναι άμεσα συνυφασμένο με το δικαίωμα του παιδιού στη μέγιστη δυνατή ανάπτυξη, όπως αυτό καθορίζεται στο Άρθρο 29 (1) της Σύμβασης το οποίο αναφέρει ότι «η εκπαίδευση του παιδιού θα πρέπει να στοχεύει στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, των ταλέντων, και των νοητικών και πνευματικών του ικανοτήτων στο μέγιστο δυνατόν βαθμό».

Η Επιτροπή, παραπέμποντας στο Πρώτο Γενικό Σχόλιο της, σημειώνει ότι (και η Προσχολική) Εκπαίδευση πρέπει να έχει ως στόχο «την ενδυνάμωση του παιδιού αναπτύσσοντας του τις δεξιότητες, τις μαθησιακές και άλλες ικανότητες, την αξιοπρέπεια, την αυτο-εκτίμηση και την αυτο-πεποίθηση» και αυτό θα πρέπει να επιτευχθεί με τρόπους που να είναι παιδοκεντρικοί, φιλικοί προς το παιδί και να αντανακλούν τα δικαιώματα και την εγγενή αξιοπρέπεια του παιδιού (παράγραφος 2)». Στο ίδιο Γενικό Σχόλιο, η Επιτροπή προτείνει όπως η εκπαίδευση στη διάρκεια της πρώιμης ηλικίας περιλαμβάνει την Εκπαίδευση στα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Μια τέτοια εκπαίδευση, σύμφωνα με την Επιτροπή, θα πρέπει να ενδυναμώνει τα παιδιά, να ενισχύει τη συμμετοχή τους, παρέχοντας τους πρακτικές ευκαιρίες για να εξασκήσουν τα δικαιώματά τους και τις υποχρεώσεις τους κατά τρόπους που να είναι προσαρμοσμένοι στα ενδιαφέροντα, τις ανησυχίες και τις αναπτυσσόμενες τους ικανότητες.

Το σχολείο σε κάθε του μορφή είναι μια πολιτιστική διαδικασία και, εγγενώς, μια ηθική δραστηριότητα, υπό την έννοια ότι τα παιδιά, στα πλαίσιά του, εκτίθενται σε κοινωνικές αξίες και μαθαίνουν πώς τα ίδια αναμένεται να είναι και να δρουν ως μαθητές και ως πολίτες (Buzzeli, 1996, αναφέρεται στο Berthelsen, σελ. 191). Μέσα από το παράδειγμά τους, και μέσα από τις παιδαγωγικές που επιλέγουν και τις αξίες που εφαρμόζουν, τόσο στο πλαίσιο της διδακτικής τους πράξης όσο στο επίπεδο των διαδικασιών που εγκαθιδρύουν και τη στάση που υιοθετούν στις σχέσεις τους με τους μαθητές τους, οι εκπαιδευτικοί, επηρεάζουν είτε άμεσα είτε έμμεσα τους μαθητές τους, μεταδίδοντας τους αξίες και καλλιεργώντας τους αντιλήψεις και στάσεις. Η διαμόρφωση δημοκρατικών πολιτών, πολιτών που θα συμμετέχουν ενεργά κατά τρόπο παραγωγικό και δημιουργικό στο επίπεδο της κοινότητας και της κοινωνίας ξεκινά μέσα στο σχολείο ήδη από την προσχολική ηλικία. Υιοθετώντας πρακτικές και διαδικασίες που εμπλέκουν τα παιδιά, με σεβασμό στα δικαιώματα και την εγγενή τους αξιοπρέπεια, ενδυναμώνοντας τα και ενισχύοντας την αυτο-εκτίμησή τους καθιστώντας τα ικανά να διαμορφώνουν ενεργητικά τη γνώμη τους και ελεύθερα να την εκφράζουν, οι εκπαιδευτικοί συμβάλλουν στη διαμόρφωση παιδιών που θα λειτουργούν ως δημοκρατικοί πολίτες προασπιζόμενοι τα δικαιώματά τους και σεβόμενοι απόλυτα τις υποχρεώσεις τους.

Η Δήλωση των Παιδιών, στα πλαίσια της έναρξης της Ειδικής Συνόδου για τα Παιδιά της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών το 2002, ενέταξε τη συμμετοχή των παιδιών και το δικαίωμα τους να ακούγονται και να λαμβάνονται υπόψη σε ένα ευρύτερο πλαίσιο όπου θα αναγνωρίζονται και θα γίνονται σεβαστά ως ανθρώπινες υπάρξεις σημειώνοντας χαρακτηριστικά «Δεν είμαστε απλά νέοι άνθρωποι : είμαστε άνθρωποι και πολίτες αυτού του κόσμου…Μας αποκαλείτε το μέλλον αλλά είμαστε επίσης το παρóν
Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού είναι η πρώτη νομικά δεσμευτική διεθνής Πράξη η οποία ενσωματώνει το πλήρες εύρος των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων – πολιτικών, πολιτιστικών, οικονομικών και κοινωνικών – σε ένα και μοναδικό κείμενο. Κατοχυρώνοντας στο παιδί, τα δικαιώματα συμμετοχής η Σύμβαση, εγκαθιδρύει και θεσμοθετεί μια διευρυμένη έννοια της πολιτότητας αποδίδοντας την και στο παιδί δημιουργώντας τις προϋποθέσεις περαιτέρω διεύρυνσης του δημοκρατικού ήθους της κοινωνίας.

Ωστόσο, είκοσι σχεδόν χρόνια μετά την υιοθέτηση της Σύμβασης, η κεντρική πρόνοια των δικαιωμάτων συμμετοχής και μια από τις βασικές αρχές της Σύμβασης, είναι η πλέον παρεξηγημένη και πιθανόν η λιγότερο εφαρμοσμένη πτυχή της Σύμβασης. Όπως παρατηρεί ο Επίτροπος του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Tommas Hammarberg «η εφαρμογή του συγκεκριμένου δικαιώματος απαιτεί μακροπρόθεσμους και βραχυπρόθεσμους στόχους και στρατηγικές για να απευθυνθούν σε κοινωνικές στάσεις και συμπεριφορές και για να αναπτυχθούν βιώσιμα μοντέλα για παιδιά και εφήβους ώστε να συμμετέχουν στη λήψη πολιτικών και κοινωνικών αποφάσεων». Όπως σημειώνει ο Επίτροπος, «Ο Στόχος, θα πρέπει να είναι η δημιουργία μιας κουλτούρας που θα αποδέχεται και θα σέβεται περισσότερο τις απόψεις των παιδιών» απαλλαγμένης από την αντίληψη ότι τα δικαιώματα γενικότερα και η συμμετοχή ειδικότερα των παιδιών λειτουργούν εις βάρος των ενηλίκων. Σημαντικό ρόλο για την επίτευξη του στόχου αυτού, υπογραμμίζει ο Hammarberg πέραν της οικογένειας έχουν το σχολείο και το νηπιαγωγείο. Όπως υποδεικνύει «Διαδραστική μάθηση, σχετικά αναλυτικά προγράμματα και δημοκρατικές στάσεις και διαδικασίες συνεισφέρουν σε αυτό ουσιαστικά. Τέτοια μέτρα θα πρέπει να εστιάζονται στην ενίσχυση της ικανότητας των παιδιών να εκφράζουν την άποψή τους, να χειρίζονται δημοκρατικές διαδικασίες και να κατανοούν την κοινωνία και τα προβλήματά της καλύτερα. Ένα τεράστιο έργο που βρίσκεται ενώπιον μας είναι η οικοδόμηση της ικανότητας των εκπαιδευτικών και του προσωπικού του σχολείού να ακούνε τα παιδιά, να ενισχύουν το διάλογο και να προωθούν την επίλυση συγκρούσεων με δημοκρατικό τρόπο».

Αναφορές

Cohen, C.P. (1990). Relationships between the child, the family and the state: the United Nations’ Convention on the Rights of the Child. In M.R. Bayles et al. (eds) Perspectives on the Family. New York: Edwin Mellen Press.

Fattore, T., Mason, J., with Sidoti, Ch. (2005). Working Seriously Towards New Partnerships. An Introduction. In J. Mason and T. Fattore (Eds.) Children Taken Seriously, In Theory, Policy and Practice. London and Philadelphia: Jessica Kingsley Publishers.

Freeman, M. (1998). The sociology of childhood and children's rights, The International Journal of Children's Rights 6, 433. Hart, S. N. (1991). From property to person status: historical perspective on children΄s rights, American Psychologist 46, 1, 53 – 59.

Hart, R. A. (1992) Children's participation. From tokenism to citizenship. UNICEF

Minow, M. (1987). Interpreting Rights: An Essay for Robert Cover. Yale Law Journal, 96 (8), 1860 -2017.

Stasiulis D., 2002. The Active Child-Citizen: Lessons from Canadian Policy and the Children’s Movement. Citizenship Studies 6:4, December, 507-538.









Κατεβάστε το αρχείο Word omilia epitropou se sinedrio prodimotikis ekpedevsis - 5-3-2009.doc


Πίσω στην προηγούμενη σελίδα





Back To Top