Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Μετάβαση στο περιεχόμενο

Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

Ανεξάρτητος Εθνικός Οργανισμός Δικαιωμάτων του Παιδιού - Κύπρος

Υπόμνημα της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, Λήδας Κουρσουμπά, στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή

Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων στη συζήτηση των θεμάτων:

    · Ο περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) (Τροποιητικός) Νόμος του 2015

    · Παρακολούθηση παιδιών από παιδοψυχολόγο/ παιδοψυχίατρο χωρίς την συγκατάθεση και των δύο γονέων σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας. Στην περίπτωση όπου μητέρα φιλοξενείται με τα παιδιά της στο καταφύγιο του Συνδέσμου Πρόληψης και Αντιμετώπισης της Βίας στην Οικογένεια να μπορεί παιδοψυχολόγος ή παιδοψυχίατρος να παρακολουθεί τα παιδιά χωρίς την γραπτή συγκατάθεση του θύτη, ο οποίος είναι το άτομο που ασκεί τη βία.

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015 – 11:45 π.μ.

      Α. Εισαγωγικά


    1. Εκφράζω την ιδιαίτερη μου ικανοποίηση για την κατάθεση της συγκεκριμένης τροποποίησης αλλά και την επιλογή του συγκεκριμένου θέματος προς συζήτηση.


    2. Το θέμα της παρακολούθησης παιδιών – θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, από παιδοψυχολόγο / παιδοψυχίατρο, χωρίς τη συγκατάθεση των δύο γονιών με έχει απασχολήσει στο παρελθόν – στα πλαίσια του ευρύτερου θέματος της παρακολούθησης παιδιών από παιδοψυχολόγο / παιδοψυχίατρο χωρίς τη συγκατάθεση και των δύο γονέων.


    3. Κατόπιν διερεύνησης αριθμού παραπόνων που είχα δεχτεί, από κυβερνητικούς και ιδιωτικούς φορείς αλλά και πολίτες, σχετικά με περιπτώσεις παιδιών τα οποία είχαν ανάγκη από παροχή ψυχολογικής στήριξης ή/και αποκατάστασης, ωστόσο, λόγω της άρνησης ενός ή/και των δύο γονέων στερούνταν το δικαίωμα πρόσβασής τους σε τέτοιου είδους υπηρεσίες προχώρησα σε σχετική παρέμβαση, προς την Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, τον Υπουργό Παιδείας και Πολιτισμού και τον Υπουργό Υγείας, στις 3/06/2013.


    4. Στην παρέμβασή μου αυτή, την οποία επισυνάπτω, επισήμανα ότι οι περιπτώσεις αυτές μπορούν να διαχωριστούν στις πιο κάτω ομάδες:

      I. Παιδιά θύματα ενδοοικογενειακής βίας.

        II. Παιδιά τα οποία, μετά από αξιολόγηση του εκπαιδευτικού ψυχολόγου, παραπέμπονται για ψυχοθεραπεία, ωστόσο, στη συνέχεια οι γονείς αρνούνται να δώσουν συγκατάθεση ώστε το παιδί να παρακολουθήσει το θεραπευτικό πρόγραμμα ή/και να χορηγήσουν την φαρμακευτική αγωγή που ορίζει ο γιατρός.

      III. Παιδιά τα οποία παρουσιάζουν συμπεριφορές που οδηγούν τον ένα γονέα να αξιολογήσει ότι υπάρχει ανάγκη για παρακολούθηση από ψυχολόγο, ωστόσο, ο άλλος γονέας αρνείται να δώσει συγκατάθεση.

      IV. Παιδιά τα οποία επιθυμούν τα ίδια να λάβουν ψυχολογική στήριξη, χωρίς τη συγκατάθεση των γονιών τους


    5. Θεωρώ ότι, με αφορμή τη συζήτηση του συγκεκριμένου θέματος το οποίο τέθηκε υπό συζήτηση ενώπιον της Επιτροπής σας, η Βουλή θα μπορούσε να διευρύνει τον προβληματισμό της προκειμένου να καλύψει όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις παιδιών, με στόχο μια πιο ολοκληρωμένη και πλήρως παιδοκεντρική αντιμετώπιση του ευρύτερου προβλήματος που προκύπτει. Σχετικές απόψεις καταθέτω στην προαναφερθείσα παρέμβασή μου προς τους Υπουργούς.



    6.1. Ειδικότερα όσον αφορά το θέμα που έχει τεθεί προς συζήτηση θα ήθελα να αναφέρω τα ακόλουθα:


    Β. Νομικό Πλαίσιο που αφορά ειδικά τα παιδιά θύματα ενδοοικογενειακής βίας:


    6.2. Στο Γενικό Σχόλιο, αρ.15, παράγραφος 31, η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, καθοδηγούμενη πρωτίστως από την Αρχή της Συμμετοχής και την Αρχή της Διασφάλισης του Συμφέροντος του Παιδιού, ερμηνεύει το δικαίωμα του παιδιού στην υγεία αναφέροντας ότι, τα παιδιά, ανάλογα με τις αναπτυσσόμενες ικανότητές τους, θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε εμπιστευτικές συμβουλευτικές υπηρεσίες καθώς και σε καθοδήγηση, χωρίς τη συγκατάθεση των γονιών τους, εφόσον αξιολογηθεί από τους επαγγελματίες που εργάζονται με το παιδί ότι αυτό είναι προς το συμφέρον του παιδιού.


    6.3. Ειδικότερα σε ότι αφορά τα παιδιά θύματα βίας, το δικαίωμά τους για πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας ώστε να αναρρώσουν ψυχολογικά κατοχυρώνεται από το άρθρο 39 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, με το οποίο ορίζεται ότι: «Τα Συμβαλλόμενα Κράτη οφείλουν να παίρνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για να προάγουν τη σωματική και ψυχολογική ανάρρωση και την κοινωνική επανένταξη κάθε παιδιού θύματος οποιασδήποτε μορφής παραμέλησης, εκμετάλλευσης ή κακοποίησης, βασανισμού ή οποιασδήποτε άλλης μορφής σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή ένοπλης σύγκρουσης. Η ανάρρωση και η επανένταξη αυτή πρέπει να γίνονται μέσα σε περιβάλλον, που ευνοεί την υγεία, τον αυτοσεβασμό και την αξιοπρέπεια του παιδιού».


    6.4. Καθόσον αφορά την εθνική μας νομοθεσία, σύμφωνα με το άρθρο 6, εδάφιο (2) παράγραφος (ζ) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000 και 2004, ο Οικογενειακός Σύμβουλος «προβαίνει άμεσα σε όλες τις απαραίτητες διευθετήσεις για ιατρική ή άλλη εξέταση παιδιού αναφορικά με το οποίο υπάρχει εύλογη υπόνοια κακοποίησής του από μέλος της οικογένειας». Στο εδάφιο (6) του ίδιου άρθρου αναφέρεται ότι: «Ο οικογενειακός σύμβουλος ασκεί τις εξουσίες που του παρέχει η παράγραφος (ζ) του εδαφίου (2) του άρθρου αυτού, αφού εξασφαλίσει τη συγκατάθεση του προσώπου που έχει τη γονική μέριμνα για το εν λόγω ανήλικο πρόσωπο, και αναφέρει ακολούθως την περίπτωση στην αστυνομία. Η συγκατάθεση του προσώπου που έχει τη γονική μέριμνα για το ανήλικο πρόσωπο, δεν είναι αναγκαία σε περίπτωση που κατά την άποψη του οικογενειακού συμβούλου, υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι ο ανήλικος κακοποιήθηκε από το πρόσωπο που έχει τη γονική μέριμνα ή άλλο μέλος της οικογένειας, νοουμένου ότι πληροφορείται γραπτώς για το γεγονός αυτό ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, πριν την ιατρική εξέταση του ανήλικου ή αν αυτό είναι εφικτό αμέσως μετά την εξέταση στην πρώτη δεδομένη ευκαιρία και σε καμία περίπτωση όχι αργότερα των τριών ημερών από την εξέταση».

      Γ. Διαπιστώσεις Επιτρόπου:


    6.5. Τα παιδιά θύματα ενδοοικογενειακής βίας φάνηκε, μέσα από ανοιχτό διάλογο που διατηρώ από το 2008 με το Σύνδεσμο Πρόληψης και Αντιμετώπισης της Βίας στην Οικογένεια (ΣΠΑΒΟ), ότι συχνά στερούνται πρόσβασης σε υπηρεσίες ψυχολογικής στήριξης, καθότι δεν υπάρχει έγκριση προς τούτο του ενός γονέα, ως επί το πλείστον του γονέα-θύτη.


    6.6. Σύμφωνα με τους λειτουργούς του καταφυγίου, πολλές φορές, τα παιδιά που καταφεύγουν στο καταφύγιο μαζί με το γονιό τους, χρήζουν αξιολόγησης και θεραπείας από εξειδικευμένους επαγγελματίες. Αναφέρομαι εδώ σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας, οι οποίες θα τους προσφέρουν τη δυνατότητα αποκατάστασης από τις συνέπειες της ενδοοιοκογενειακής βίας.


    6.7. Η εθνική νομοθεσία δεν κατοχυρώνει πλήρως τα δικαιώματα των παιδιών θυμάτων βίας σε θέματα που αφορούν την παροχή ψυχολογικής στήριξης/θεραπείας και συγκεκριμένα:
        i. Το δικαίωμα του παιδιού να αποφασίζει μόνο του, ανάλογα με την ηλικία και την ωριμότητά του, αν θα έχει πρόσβαση σε υπηρεσίες συμβουλευτικής και ψυχολογικής στήριξης, χωρίς τη συγκατάθεση των γονιών του

        ii. Το δικαίωμά του να έχει πρόσβαση σε εμπιστευτικές συμβουλευτικές υπηρεσίες καθώς και σε καθοδήγηση, χωρίς τη συγκατάθεση των γονιών του, εφόσον αξιολογηθεί από τους επαγγελματίες που εργάζονται με το παιδί ότι αυτό είναι προς το συμφέρον του.


      Δ. Εισηγήσεις Επιτρόπου


    6.9 Τροποποίηση του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000 και 2004, έτσι ώστε,
        i. Ανεξάρτητα από τον Περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμο του 1990 (Ν.216/90), να παρέχεται ξεκάθαρα στον οικογενειακό σύμβουλο η εξουσία να αποφασίζει, μετά από αξιολόγηση της κατάστασης του παιδιού, την παραπομπή του παιδιού θύματος βίας, για εξέταση – όπως προβλέπει η υπό συζήτηση τροποποίηση.

        ii. Να παρέχεται στον οικογενειακό σύμβουλο, επίσης ξεκάθαρα, η δυνατότητα παραπομπής του παιδιού, στη βάση της σχετικής εξέτασης/ αξιολόγησης, για ψυχολογική/ψυχιατρική στήριξη/θεραπεία χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση και των δύο γονέων ή και οποιουδήποτε από τους δύο γονείς.

    6.10 Τροποποίηση επίσης του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν.216/90) ώστε:
        i. Να γίνουν πιο σαφείς στο Νόμο οι διαδικασίες και οι πρακτικές, με τις οποίες διασφαλίζεται το δικαίωμα του παιδιού να λαμβάνεται υπόψη η γνώμη του, ανάλογα με την ηλικία και την ωριμότητά του

          ii. Να διασφαλίζεται το δικαίωμα του παιδιού, εφόσον διαθέτει την ανάλογη ωριμότητα, να έχει πρόσβαση σε υπηρεσίες συμβουλευτικής και ψυχολογικής στήριξης, χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση των γονιών του

          iii. Να οριστεί σαφώς από το Νόμο ότι, η παροχή υπηρεσιών στήριξης και αποκατάστασης, στις περιπτώσεις παιδιών θυμάτων βίας αποτελεί πράξη που έχει «επείγοντα χαρακτήρα», για τους σκοπούς του άρθρου 8 του Νόμου, ώστε να μπορεί ο ένας εκ των δύο γονέων να επιχειρεί και μόνος του την παραπομπή και παρακολούθηση του παιδιού από ψυχολόγο/ψυχίατρο.

      7. Σημειώνω ότι με επιστολές τους προς εμένα, η Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, ημερομηνίας 14/10/2013 και η Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Υγείας, ημερομηνίας 25/04/2014, διατύπωσαν τη συμφωνία τους με τις ως άνω εισηγήσεις. Από την άλλη, η Διευθύντρια των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, σε επιστολή της ημερομηνίας, 26/11/2013 υποστηρίζει ότι δε χρειάζεται τροποποίηση των περί της Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμων θεωρώντας ότι η συγκεκριμένη εξουσία παρέχεται στον Οικογενειακό Σύμβουλο με τα άρθρα 6(2) (ζ) και 6(6). Διαφωνώ με την άποψη αυτή δεδομένου ότι το άρθρο 6(2) (ζ) του Νόμου εξουσιοδοτεί τον Οικογενειακό Σύμβουλο για παραπομπή του παιδιού για εξέταση – αλλά όχι για πλήρη ψυχολογική στήριξη/ θεραπεία όπως εξάλλου και το άρθρο 6 (6).


      8. Ως εκ των πιο πάνω και εν κατακλείδα καλώ την Επιτροπή να προωθήσει τις εισηγήσεις μου όπως αυτές αναφέρονται στις παραγράφους 6.9 και 6.10 πιο πάνω.







Κατεβάστε το αρχείο Word Υπόμνημα Επιτρόπου Επιτροπή Εργασίας Περί βίας 02 11 2015.doc


Πίσω στην προηγούμενη σελίδα





Back To Top