Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Μετάβαση στο περιεχόμενο

Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

Ανεξάρτητος Εθνικός Οργανισμός Δικαιωμάτων του Παιδιού - Κύπρος

Ομιλία της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, Λήδας Κουρσουμπά, στην Επετειακή Εκδήλωση με την ευκαιρία της Παγκόσμιας Ημέρας των Δικαιωμάτων του Παιδιού
Πολιτιστικό Κέντρο «Το Σκαλί» Αγλαντζιάς

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2011, ώρα 19:30


Η υιοθέτηση της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού στις 20 Νοεμβρίου 1989, συνιστά ορόσημο στην προοδευτική επέκταση του κανονιστικού πλαισίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, όπως και αριθμός ανάλογων Διεθνών και Περιφερειακών Πράξεων που εστιάζουν στα δικαιώματα (κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά) αδύναμων ή και περιθωριοποιημένων κοινωνικών ομάδων, σηματοδοτεί μια σημαντική νίκη ενός βαθύτατα ανθρωποκεντρικού κοινωνικού κινήματος. Ενός κινήματος, το οποίο συνεχίζει να μάχεται, σε παγκόσμιο και εθνικό επίπεδο, ενάντια σε κάθε μορφής διάκριση και ανισότητα, έχοντας ως στόχο την κοινωνική δικαιοσύνη και την περαιτέρω εμβάθυνση της δημοκρατίας.

Κυρίες και κύριοι
Αγαπητά μου παιδιά,

Στην πορεία της ιστορίας, τα παιδιά και η παιδικότητα παρέμειναν, για χιλιάδες χρόνια, terra incognita – άγνωστη χώρα – στο πλαίσιο των οργανωμένων ανθρώπινων κοινωνιών. Τα παιδιά ήταν αντικείμενα, στην ιδιοκτησία και απόλυτη δικαιοδοσία του πατέρα, τα οποία από πολύ μικρή ηλικία αναλάμβαναν την υποχρέωση να συνεισφέρουν με την εργασία τους στο οικογενειακό εισόδημα.
Μόλις στα τέλη του 19ου αιώνα, το παιδί αρχίζει, καθώς αποδεσμεύεται σταδιακά από το χώρο της εργασίας, να μετακινείται - και να περιορίζεται- στην ιδιωτική σφαίρα, προκειμένου να πάρει τη θέση τού, κατά το μάλλον ή ήττον, αντικειμένου αγάπης και φροντίδας των γονιών του, μέσα σε ένα ιδιαίτερα προστατευτικό οικογενειακό πλέγμα. Στις αρχές του 20ου αιώνα αναπτύσσεται το Κράτος Πρόνοιας, το οποίο αναλαμβάνει να στηρίξει την οικογένεια, αλλά και να θέσει υπό τη φροντίδα και την προστασία του, όσα παιδιά παρέμεναν χωρίς οικογένεια.
Η μετάβαση του παιδιού – ως κοινωνιολογικής κατηγορίας - από την ουσιαστική ανυπαρξία ή / και την απόλυτη απαξίωση, στην οποία παρέμενε για αιώνες, στη θαλπωρή της οικογενειακής εστίας, σαν ένας ανεκτίμητος και ιδιαίτερα ευάλωτος οικογενειακός θησαυρός, είναι μεν μια ριζική μεταβολή στον τρόπο που η κοινωνία μεταχειριζόταν το παιδί, ωστόσο, σε καμιά περίπτωση, δεν αλλάζει αυτό καθ’ εαυτό το καθεστώς του παιδιού στο πλαίσιο της κοινωνίας.
Είτε εγκλωβισμένο στο περιθώριο και την ανυποληψία, είτε αποκομμένο και ερμητικά αποκλεισμένο στο παρασκήνιο, το παιδί παρέμενε απών και χωρίς ουσιαστική συμμετοχή και λόγο στην κοινωνική πραγματικότητα, της οποίας, τύποις και μόνο, θεωρείτο μέλος.
Την παραδοσιακή θεώρηση του παιδιού, ως παθητικό αντικείμενο προστασίας και, κατά κύριο λόγο, αποκλειστική ιδιοκτησία των γονιών του, ακυρώνει η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Η Σύμβαση, κατοχυρώνει το παιδί ως υποκείμενο δικαιωμάτων, για το σεβασμό και την εφαρμογή των οποίων η Πολιτεία έχει υποχρέωση να μεριμνά και να λογοδοτεί.
Η Σύμβαση, θεσμοθετεί τις ευρύτερα αποδεκτές ανάγκες του παιδιού σε προστασία και φροντίδα ως αναφαίρετα δικαιώματά του, τα οποία οι γονείς αναλαμβάνουν να διασφαλίζουν και το κράτος να εγγυηθεί. Η Σύμβαση δεσμεύει, επίσης, το Κράτος, από τη μια, να στηρίζει και να ενισχύει την οικογένεια και, από την άλλη, να διασφαλίζει ότι, το παιδί θα έχει πρόσβαση σε αριθμό κοινωνικών παροχών όπως είναι η εκπαίδευση, η υγειονομική περίθαλψη, η ψυχαγωγία, κλπ. Η Σύμβαση, όμως, αναγνωρίζει το παιδί και ως ενεργό μέλος της κοινωνίας, κατοχυρώνοντας του το δικαίωμα να διαμορφώνει και να εκφράζει ελεύθερα άποψη σε κάθε θέμα που το αφορά, δεσμεύοντας, παράλληλα, όσους και όσες εμπλέκονται στις διαδικασίες λήψης σχετικών αποφάσεων, να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τις απόψεις των παιδιών, ανάλογα με την ηλικία και την ωριμότητα του παιδιού, πριν καταλήξουν σε αποφάσεις.
Κυρώνοντας τη Σύμβαση, το Κράτος, δεσμεύεται να χειρίζεται και να διαπραγματεύεται τα θέματα που αφορούν τα παιδιά, στη βάση μιας προσέγγισης εστιασμένης στα δικαιώματά τους. Η Πολιτεία έχει, με άλλα λόγια, νομική υποχρέωση να αναπτύσσει και να εφαρμόζει πολιτικές, αλλά και να προωθεί και να κατευθύνει πρακτικές και διαδικασίες σε κάθε επίπεδο και πλαίσιο, περιλαμβανομένου αυτού της οικογένειας, με κύριο άξονα αναφοράς τα δικαιώματα του παιδιού, όπως αυτά κατοχυρώνονται στη Σύμβαση.
Είκοσι τρία χρόνια μετά την υιοθέτηση της Σύμβασης, και παρά την κύρωσή της από το σύνολο σχεδόν των κρατών μελών του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, η ουσιαστική εφαρμογή και εμπέδωση των δικαιωμάτων του παιδιού παραμένει μια ανοιχτή πρόκληση, τόσο σε εθνικό όσο και διεθνές επίπεδο.
Παρά τις νομοθετικές ρυθμίσεις και τις όποιες αλλαγές σε θεσμικό επίπεδο, στο επίπεδο της κοινωνίας, η ιδέα ότι τα παιδιά θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως υποκείμενα δικαιωμάτων, εξακολουθεί να συναντά αντιστάσεις, πολλές φορές ανοιχτές και δημόσιες, και, τις περισσότερες φορές, άρρητες και υπόγειες. Αντιστάσεις που τροφοδοτούν κυρίαρχες ακόμη αντιλήψεις, οι οποίες θέλουν το παιδί σαν ένα ενήλικα εν τω γίγνεσθαι, σαν μια ατελή ανθρώπινη ύπαρξη, η οποία χρειάζεται και πρέπει, πρώτα και πάνω απ’ όλα, να προστατευθεί από την ίδια της την ανωριμότητα.
Όσοι και όσες μοιράζονται τις αντιστάσεις αυτές, επιμένουν να αναφέρονται στις ανάγκες των παιδιών, αποσυνδέοντας τις ή αποφεύγοντας να τις διασυνδέσουν ανοιχτά με την έννοια των δικαιωμάτων. Με άλλα λόγια, αναγνωρίζουν ότι, ένα παιδί έχει μεγάλο αριθμό αναγκών προκειμένου να είναι σε θέση να αναπτυχθεί. Σε καμιά περίπτωση δεν αμφισβητούν ότι, π.χ., το παιδί έχει ανάγκη από φροντίδα και προστασία ή ότι έχει ανάγκη να μορφωθεί, να ψυχαγωγηθεί, ακόμη, και να έχει άποψη και να την εκφράζει. Για όσους και όσες μοιράζονται τη συγκεκριμένη προσέγγιση, η φιλανθρωπία, η ανθρωπιά και η ευαισθησία του κόσμου των ενηλίκων αρκούν και περισσεύουν προκειμένου η κοινωνία να κινητοποιηθεί για να καλύψει τις όποιες ανάγκες των παιδιών. Σύμφωνα με την ίδια αντίληψη, κανένα κράτος και καμιά οργανωμένη κοινωνία δε χρειάζεται να είναι ιδιαίτερα φιλεύσπλαχνοι προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα πιάτο φαί σε ένα παιδί που πεινά και να το προστατεύουν από κακοποιήσεις!
Κινούμενοι στην ίδια λογική, όσοι και όσες αντιστέκονται στην ιδέα των δικαιωμάτων του παιδιού, επενδύουν σημαντικά στην ιδιαιτερότητα της σχέσης του γονιού με το παιδί του. Θεωρούν έτσι ότι, η ανιδιοτελής αγάπη των γονιών για τα παιδιά τους – η οποία ενίοτε εκλαμβάνεται ως δεδομένη - σε συνδυασμό με την εμπειρία και τις γνώσεις τους, είναι ικανοποιητικές συνθήκες που εγγυούνται ότι, οι γονείς είναι σε θέση όχι μόνο να αντιληφθούν ποιες είναι οι ανάγκες του παιδιού τους – τι είναι αυτό που χρειάζεται - αλλά και να προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες και προσπάθειες, ώστε να του τις καλύψουν, στο μέγιστο δυνατό βαθμό, διασφαλίζοντας, κατά τον τρόπο αυτό, το συμφέρον του και ταυτόχρονα, να το προστατεύσουν από οποιαδήποτε κακοποίηση.
Φίλες και φίλοι
Η αντίσταση στην ιδέα των δικαιωμάτων του παιδιού και η αποφυγή ενός εστιασμένου στα δικαιώματα του παιδιού λόγου, ακόμη και αν γίνεται στο όνομα του συμφέροντος του παιδιού, δε σταματά να είναι επικίνδυνη, καθώς αντιστρατεύεται αυτή την ίδια την έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και κάθε αντίληψη περί κοινωνικού κράτους.
Αναμφισβήτητα, η κοινωνική αλληλεγγύη είναι ύψιστη κοινωνική αξία. Ωστόσο, στο πλαίσιο ενός κοινωνικού κράτους, οι φορείς της εξουσίας έχουν ευθύνη να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών και παροχών των πολιτών, καθώς και της προστασίας τους. Ούτε οι ηθικές δεσμεύσεις, αλλά ούτε το καλοπροαίρετο των όποιων ευγενών μας αισθημάτων, είναι σε θέση να διασφαλίσουν ότι η κοινωνία θα ανταποκριθεί ικανοποιητικά στις ανάγκες των παιδιών. Μόνο η κατοχύρωση δικαιωμάτων δημιουργεί νομικές υποχρεώσεις. Ubi jus, ibi remedium! Όπου υπάρχει Νόμος, υπάρχει και θεραπεία.
Κατοχυρώνοντας την ανάγκη του παιδιού σε τροφή, όπως και σε προστασία, σε αναφαίρετα δικαιώματα του παιδιού, δημιουργείται αυτόματα η υποχρέωση στην οικογένεια και το Κράτος, να μεριμνήσουν για την εφαρμογή των δικαιωμάτων αυτών. Έτσι, ένα παιδί που πεινά, που στερείται, που κακοποιείται, που παραβιάζεται η αξιοπρέπειά του, πέραν από κοινωνικό πρόβλημα συνιστά και μια προφανή νομική παραβίαση, τη θεραπεία της οποίας, έχει ευθύνη να αναλάβει το ίδιο το Κράτος.
Πέραν των πιο πάνω, κάθε επιχειρηματολογία, η οποία απορρίπτει ή δεν υιοθετεί απλά και ξεκάθαρα ότι, τα παιδιά θα πρέπει να έχουν κατοχυρωμένα δικαιώματα, στρέφεται, ουσιαστικά, κατά της θεμελιακής αρχής πάνω στην οποία έχει οικοδομηθεί αυτή η ίδια η ιδέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Στα πλαίσια του σύγχρονου παγκόσμιου συστήματος ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια γίνεται αποδεχτή ως εκείνη η ποιότητα, η οποία διακρίνει και ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τα υπόλοιπα έμβια όντα. Σύμφωνα με την Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κορυφαίο συλλογικό επίτευγμα της ανθρωπότητας τον 20ο αιώνα, «όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι στην αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα». Η Αρχή αυτή συνιστά το θεμέλιο λίθο πάνω στον οποίο οικοδομήθηκαν όλες οι Διεθνείς Πράξεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, περιλαμβανομένης της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού.
Η αξιοπρέπεια, είναι εγγενής και αναπαλλοτρίωτη, και ως εκ τούτου, αναφαίρετη ιδιότητα της ανθρώπινης φύσης. Τα δικαιώματα των παιδιών, όπως αυτά κατοχυρώνονται στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, είναι ανθρώπινα δικαιώματα. Απορρέουν από την εγγενή στον άνθρωπο αξιοπρέπεια και, ταυτόχρονα, αποτελούν το μέσο το οποίο εγγυάται αποτελεσματικά το σεβασμό της ακεραιότητας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, στο πρόσωπο κάθε παιδιού ξεχωριστά.

Φίλες και φίλοι
Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού είναι η μόνη Πράξη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται αναφορά στην έννοια της αγάπης.
Στο Προοίμιό της σημειώνεται χαρακτηριστικά ότι, το παιδί, για την αρμονική ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, «πρέπει να μεγαλώνει μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, σ’ ένα κλίμα ευτυχίας, αγάπης και κατανόησης».
Αναμφισβήτητα, τα παιδιά έχουν ανάγκη, αλλά πάνω απ’ όλα δικαίωμα, να απολαμβάνουν την αγάπη των γονιών και της οικογένειάς τους. Η αγάπη είναι απαραίτητη συνθήκη για την υγιή, ολόπλευρη και ολοκληρωμένη ανάπτυξη των παιδιών, όχι όμως επαρκής. Όσο βαθιά και ειλικρινής και αν είναι – προκειμένου να υπηρετήσει ουσιαστικά και πραγματικά το συμφέρον του παιδιού, θα πρέπει να λειτουργεί πάντοτε ενταγμένη και πλήρως συμμορφωμένη με το πλαίσιο που ορίζει η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού. … Μόνο έτσι και μόνο τότε … η αγάπη μπορεί!







Κατεβάστε το αρχείο Word Ομιλία Επιτρόπου για 20 Νοεμβρίου.doc


Πίσω στην προηγούμενη σελίδα





Back To Top