Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Μετάβαση στο περιεχόμενο

Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

Ανεξάρτητος Εθνικός Οργανισμός Δικαιωμάτων του Παιδιού - Κύπρος


Είναι με ιδιαίτερη ικανοποίηση που δέχτηκα την πρόσκληση να μιλήσω στη σημερινή Εκδήλωση με θέμα: “Δικαιώματα του Παιδιού – Υπόθεση Όλων”. Εκδηλώσεις όπως αυτή, συνιστούν μια εξαιρετική ευκαιρία για την προώθηση της βασικής αποστολής του θεσμού που εκπροσωπώ, δηλαδή της προάσπισης και προαγωγής των δικαιωμάτων του παιδιού. Για τούτο και θέλω να ευχαριστήσω και να συγχαρώ το Δήμο Αραδίππου και, ιδιαίτερα, την Επιτροπή Ευημερίας και Κοινωνικής Πρόνοιας, για τη διοργάνωση αυτή.

Η σημερινή μου εισήγηση είναι χωρισμένη σε τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος θα παρουσιάσω το θεσμό του Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, τον οποίο έχω την τιμή αλλά και την ευθύνη να υπηρετώ, τα τελευταία δύο και πλέον χρόνια, ως η Πρώτη Επίτροπος. Στη συνέχεια θα αναφερθώ, σε συντομία, στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, κεντρική μου αναφορά στα πλαίσια ενάσκησης των καθηκόντων μου. Τέλος, θα εξηγήσω πώς ο καθένας και η καθεμιά από μας έχουν ρόλο να διαδραματίσουν, σε ότι αφορά στην προώθηση και προάσπιση των δικαιωμάτων του παιδιού. Ειδικότερη αναφορά θα γίνει στο ρόλο της οικογένειας, της εκπαίδευσης, των ΜΜΕ και της Κοινωνίας των Πολιτών αλλά και στο ρόλο των τοπικών κοινωνιών ειδικότερα στο θέμα της Συμμετοχής των παιδιών.

Ο θεσμός του Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού στην Κύπρο ιδρύθηκε με τον Περί Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Νόμο του 2007 [Ν. 74(Ι)/2007] που τέθηκε σε ισχύ στις 22 Ιουνίου 2007. Είχα την τιμή και το προνόμιο, αλλά και την τεράστια ευθύνη να διοριστώ από το Υπουργικό Συμβούλιο ως η πρώτη Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού στις 29 Αυγούστου 2007 και ανέλαβα επίσημα καθήκοντα στις 6 Φεβρουαρίου 2008.
Βασική αποστολή του Επιτρόπου είναι η προάσπιση και προαγωγή των δικαιωμάτων του παιδιού (άρθρο 3). Ο Νόμος παρέχει στον Επίτροπο, για την επίτευξη της αποστολής του, ένα εξαιρετικά διευρυμένο πλαίσιο αρμοδιοτήτων (άρθρο 4). Απαριθμεί, όχι εξαντλητικά, 24 συγκεκριμένες αρμοδιότητες και δραστηριότητες, όπως:

  • η εκπροσώπηση των παιδιών και των συμφερόντων τους σε όλα τα επίπεδα
  • η διαφώτιση και ευαισθητοποίηση της κοινωνίας έτσι ώστε αυτή να κινητοποιηθεί και να διασφαλίσει πρακτικά τα δικαιώματα των παιδιών στην οικογένεια, στο σχολείο, στην κοινότητα και στην κοινωνία γενικά
  • ο εντοπισμός και η προώθηση των απόψεων των παιδιών εκεί όπου τα ίδια δεν μπορούν να ακουστούν
  • η εποπτεία και ο έλεγχος της υλοποίησης των προνοιών της Σύμβασης του ΟΗΕ και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την άσκηση των δικαιωμάτων του παιδιού
  • ο έλεγχος και η παρακολούθηση νομοθεσιών και πρακτικών και η υποβολή προτάσεων με στόχο την εναρμόνιση τους με σχετικές διεθνείς συμβάσεις
  • η προώθηση της κύρωσης Συμβάσεων για τα δικαιώματα του παιδιού από τη Δημοκρατία
  • η διεξαγωγή εκστρατειών διαφώτισης και αλλαγής νοοτροπίας σχετικά με τη θέση των παιδιών στο κοινωνικό σύνολο
  • η υποβολή εκ μέρους οποιουδήποτε παιδιού αίτησης για διορισμό ειδικού αντιπροσώπου σε δικαστικές διαδικασίες που το επηρεάζουν
  • η εκπροσώπηση των παιδιών και των συμφερόντων τους σε διαδικασίες που τα επηρεάζουν και, γενικά
  • η λήψη οποιασδήποτε ενέργειας την οποία κρίνει ο ίδιος αναγκαία προς εκπλήρωση της αποστολής του.

Ειδικότερα, ο Επίτροπος μπορεί να
  • διοργανώνει εκπαιδευτικά, επιμορφωτικά προγράμματα αναφορικά με τα δικαιώματα του παιδιού,
  • διεξαγάγει μελέτες για την κατάσταση των παιδιών στην Κύπρο,
  • προωθεί τις αναγκαίες νομοθετικές ρυθμίσεις για την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού,
  • απευθύνει συστάσεις προς όλους τους αρμόδιους φορείς που ασχολούνται με τα παιδιά και δίνει κατά την κρίση του δημοσιότητα σ’ αυτές,
  • συντονίζει την ενιαία εφαρμογή των ρυθμίσεων που αφορούν στην προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού,
  • υποβάλλει στις αρμόδιες αρχές, για διερεύνηση, παράπονα για παραβιάσεις των δικαιωμάτων του παιδιού, παρακολουθεί την πορεία της διερεύνησης και αξιολογεί το αποτέλεσμα της,
  • συνεργάζεται με αντίστοιχα όργανα και αρχές άλλων κρατών, καθώς και διεθνείς οργανισμούς,
  • εκφέρει απόψεις αναφορικά με νομοσχέδια ή προτάσεις νόμων που αφορούν τα παιδιά,
  • εξασφαλίζει τις απόψεις των παιδιών και προωθεί την ενημέρωσή τους σχετικά με τα δικαιώματά τους.

Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, συνιστά το πιο ισχυρό εργαλείο, αλλά, και τον καλύτερο οδηγό δράσης, που διαθέτουμε, προκειμένου να μπορέσουμε να υλοποιήσουμε το όραμα αυτό. Η Σύμβαση, υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 20 Νοεμβρίου 1989 και κατέστη μέρος του διεθνούς δικαίου το 1990. Την έχουν κυρώσει όλες οι χώρες μέλη των Ηνωμένων Εθνών, πλην των Η.Π.Α και της Σομαλίας, (η Κύπρος την επικύρωσε το 1991).

Η υιοθέτηση της Σύμβασης αποτελεί, για πολλούς λόγους, το ορόσημο μιας νέας εποχής, η οποία έβαλε ουσιαστικά το παιδί στον κοινωνικό χάρτη.

Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, είναι η πρώτη νομικά δεσμευτική διεθνής Πράξη η οποία ενσωματώνει το πλήρες εύρος των ανθρώπινων δικαιωμάτων – αστικών, πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών και πολιτιστικών – σε ένα και μοναδικό κείμενο και θεμελιώνεται σε μια νέα και ριζοσπαστική θεώρηση του παιδιού. Παραδοσιακά, το παιδί προσεγγιζόταν, αποκλειστικά και μόνο, μέσα από τη βιολογική και πνευματική του ανωριμότητα. Θεωρείτο ως εν δυνάμει ενήλικας και αντικείμενο ιδιοκτησίας και, παράλληλα, σχεδόν αποκλειστικά, υποκείμενο προστασίας των γονιών του. Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, θεωρεί ότι το παιδί, από τη στιγμή της γέννησής του, είναι ολοκληρωμένη ανθρώπινη ύπαρξη δηλαδή, μοναδική, ανεπανάληπτη και ξεχωριστή προσωπικότητα με εγγενή αξιοπρέπεια και δικαιώματα. Επομένως, τα δικαιώματα των παιδιών δεν είναι το αποτέλεσμα φιλανθρωπίας ή μεγαλοψυχίας ή ο καρπός της αγάπης μας για αυτά. Αντίθετα, όπως και τα δικαιώματα των ενηλίκων, αποτελούν αναπόσπαστο και αναπαλλοτρίωτο συστατικό της ανθρώπινής τους φύσης.

Λόγω της οικουμενικότητάς της, η Σύμβαση, τυγχάνει πλήρους αποδοχής και παρέχει ένα κοινό ηθικό και νομικό πλαίσιο για το ελάχιστο επίπεδο διασφάλισης των δικαιωμάτων του παιδιού. Κάτω από τη Σύμβαση τα δικαιώματα του παιδιού δε συνιστούν πλέον επιλογή αλλά δημιουργούν υποχρεώσεις και ευθύνες που όλοι μας οφείλουμε να προασπίζουμε, να τιμούμε και να σεβόμαστε. Στη Σύμβαση δεν υπάρχει ιεράρχηση των δικαιωμάτων αλλά όλα θεωρούνται σημαντικά και απαραίτητα για την πλήρη ανάπτυξη του παιδιού. Η Σύμβαση θέτει στο επίκεντρο το παιδί και τονίζει, αφενός, ότι όλες οι ενέργειες πρέπει να λαμβάνονται προς το συμφέρον του και, αφετέρου, αναγνωρίζει στο παιδί το δικαίωμα να εκφέρει άποψη και αυτή να λαμβάνεται υπόψη. Η Σύμβαση αναγνωρίζει την ευάλωτη φύση του παιδιού και την κοινωνική ευθύνη για παροχή σ’ αυτό προστασίας αλλά, παράλληλα, προωθεί την αξία του παιδιού ως πολίτη και συνεταίρου στη λήψη αποφάσεων και, γενικότερα, στην κοινωνική αλλαγή. Υποδεικνύει ότι κάθε παιδί είναι εξίσου σημαντικό. Λαμβάνει υπόψη την πραγματικότητα κάθε παιδιού: ακόμη και του παιδιού που δεν το έχει αγγίξει η κοινωνική και τεχνολογική πρόοδος, του ευάλωτου παιδιού και του παιδιού στο περιθώριο. Τέλος, η Σύμβαση αναγνωρίζει την κρατική υποχρέωση για την πλήρη εφαρμογή των δικαιωμάτων του παιδιού. Δεσμεύει το Κράτος να υιοθετήσει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την προώθηση και προάσπιση των δικαιωμάτων του παιδιού, τα οποία επιβάλλεται να είναι στο κέντρο της εθνικής πολιτικής διάταξης.

Η Σύμβαση στα 54 της άρθρα, καθώς και σε δύο μεταγενέστερα Προαιρετικά Πρωτόκολλα, ασχολείται με ένα ευρύτατο φάσμα τομέων που αγγίζουν κάθε έκφανση της ζωής των παιδιών φιλοδοξώντας, «να προωθήσει και να προστατέψει τα δικαιώματα του παιδιού σε κάθε λεωφόρο της ζωής» (“Optional Protocols” 2000, Προοίμιο).

Συνοπτικά, τα δικαιώματα των παιδιών, όπως αυτά κατοχυρώνονται από τη Σύμβαση, καλύπτουν σε τρεις διαφορετικές κατηγορίες: Τα δικαιώματα Προστασίας, τα δικαιώματα Πρόνοιας και Παροχών και τα δικαιώματα Συμμετοχής (στα αγγλικά αναφέρονται ως τα τρία Ps: Protection, Provisions, Participation).

Τα δικαιώματα Προστασίας, μεταξύ άλλων, διασφαλίζουν την προστασία του παιδιού έναντι οποιασδήποτε μορφής διάκριση, εκμετάλλευση, σωματική ή άλλης μορφής κακοποίηση, αδικία ακόμη και προστασία από τη χρήση ουσιών ή από τις όποιες επιπτώσεις πολεμικών συρράξεων.

Τα δικαιώματα Πρόνοιας και Παροχών καλύπτουν, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα του παιδιού στην υγεία και την πρόσβασή του σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, το δικαίωμά του στην εκπαίδευση, στην ψυχαγωγία, στον πολιτισμός, στον ελεύθερο χρόνο, σε ένα επαρκές βιοτικό επίπεδο, κτλ.

Τέλος, τα δικαιώματα Συμμετοχής αφορούν στα δικαιώματα του παιδιού να απολαμβάνει, προοδευτικά και σε συνάρτηση με τη βιολογική και πνευματική του ωρίμανση και ανάπτυξη, ένα φάσμα πολιτικών και κοινωνικών ελευθερίων με τις οποίες εξασφαλίζεται η συμμετοχή του στην ίδια του τη ζωή και στις κοινωνικές δομές που τα περιλαμβάνουν.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι, τα δικαιώματα του παιδιού, όπως αυτά περιλαμβάνονται στη Σύμβαση, παρουσιάζουν μια συνεκτική αλληλεξάρτηση. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε αποσπασματική ή μερική εφαρμογή των δικαιωμάτων του παιδιού δεν είναι συμβατή με το πνεύμα του κειμένου της Σύμβασης.

Η Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Παιδιού, το όργανο των Ηνωμένων Εθνών που είναι επιφορτισμένο με την παρακολούθηση της εφαρμογής της Σύμβασης σε κάθε κράτος μέλος, θέλοντας, ακριβώς, να υπογραμμίσει τον ενοποιητικό χαρακτήρα που διέπει τη Σύμβαση έχει καθορίσει 4 βασικές αρχές (που αντλούνται από τις πρόνοιες των Άρθρων 2, 3, 6 και 12) που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ως καθοδηγητικές για την εφαρμογή όλων των υπολοίπων Άρθρων της Σύμβασης ξεχωριστά. Τούτες είναι:
  • Η Αρχή της Μη – Διάκρισης: Σύμφωνα με την αρχή αυτή, τα Συμβαλλόμενα Κράτη αναγνωρίζουν την υποχρέωσή τους να εξασφαλίζουν ότι όλα τα παιδιά που βρίσκονται στην επικράτειά τους θα έχουν τη δυνατότητα να απολαύσουν τα δικαιώματά τους όπως αυτά κατοχυρώνονται στο κείμενο της Σύμβασης.
  • Η Αρχή της Διασφάλισης του Συμφέροντος του Παιδιού: Σύμφωνα με την αρχή αυτή, κάθε ενέργεια που λαμβάνεται με σημείο αναφοράς το παιδί (ή κάποια ομάδα παιδιών) θα πρέπει να λαμβάνει πρώτα και πάνω από όλα υπόψη το συμφέρον του ίδιου του παιδιού (ή της ομάδας των παιδιών).
  • Η Αρχή του Δικαιώματος στη Ζωή, στην Επιβίωση και στην Ανάπτυξη: Το δικαίωμα του παιδιού στη ζωή και την ανάπτυξη είναι ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματά του. Τα Συμβαλλόμενα κράτη έχουν την υποχρέωση να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν το εγγενές δικαίωμα του παιδιού στη ζωή.
  • Η Αρχή της Συμμετοχής: Με βάση την αρχή αυτή, κάθε παιδί έχει δικαίωμα να λαμβάνει πληροφόρηση σχετικά με ότι το αφορά αλλά και να του παρέχονται όλες εκείνες οι ευκαιρίες που θα του επιτρέψουν να διαμορφώσει τις δικές του απόψεις σε σχέση με τα θέματα αυτά. Το παιδί θα πρέπει να έχει την ευκαιρία όχι μόνο να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του αλλά αυτές να ακούγονται και να λαμβάνονται υπόψη, ανάλογα με την ηλικία και το βαθμό της ωριμότητάς του, στα πλαίσια των διαδικασιών λήψεως αποφάσεων.

Τα δικαιώματα των παιδιών, όπως αυτά κατοχυρώνονται από τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, δημιουργούν νομικές και δεσμευτικές υποχρεώσεις για τα Συμβαλλόμενα Κράτη και κατ’ επέκταση για το σύνολο των θεσμών που λειτουργούν στο εσωτερικό τους όπως και για κάθε πολίτη τους ξεχωριστά. Η Σύμβαση, αναγνωρίζει και, ταυτόχρονα, δεσμεύει, τα Συμβαλλόμενα Κράτη να σέβονται και παράλληλα να προασπίζονται τα δικαιώματα των παιδιών εγκαθιδρύοντας, για πρώτη φορά με διεθνή νόμο, την απευθείας σχέση μεταξύ του παιδιού και του κράτους.

Τα Συμβαλλόμενα Κράτη «υποχρεούνται να παίρνουν όλα τα νομοθετικά, διοικητικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των αναγνωρισμένων στην παρούσα Σύμβαση δικαιωμάτων» (Άρθρο 4). Όπως σημειώνει η Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Παιδιού, στο Γενικό Σχόλιο Αρ. 5, με θέμα τα Γενικά Μέτρα για την Εφαρμογή της Σύμβασης, όταν ένα κράτος κυρώσει τη Σύμβαση αναλαμβάνει υποχρεώσεις στα πλαίσια του διεθνούς δικαίου να την εφαρμόσει. Σύμφωνα με την Επιτροπή, εφαρμογή της Σύμβασης συνιστά τη διαδικασία κατά την οποία τα Συμβαλλόμενα Κράτη λαμβάνουν κάθε δράση προκειμένου να διασφαλίσουν την υλοποίηση όλων των προνοιών της Σύμβασης για όλα τα παιδιά που βρίσκονται στην επικράτειά τους. Ενώ η υποχρέωση εφαρμογής της Σύμβασης αναλαμβάνεται από το Κράτος, η διασφάλιση των δικαιωμάτων των παιδιών προϋποθέτει παράλληλα και ταυτόχρονα την εμπλοκή όλων των τομέων της κοινωνίας και, φυσικά, των ίδιων των παιδιών.

Ήταν και είναι πεποίθηση και θέση μου ότι η κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν εξαντλείται στο επίπεδο της κύρωσης οποιασδήποτε σχετικής Σύμβασης από τις εθνικές κυβερνήσεις. Η ουσιαστική διασφάλιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προϋποθέτει την πραγματική εμπέδωσή τους στο επίπεδο της κοινωνίας. Απαιτεί την ενσωμάτωσή τους στις καθημερινές μας πρακτικές, τη νοοτροπία και τον τρόπο σκέψης. Επιβάλλει, τελικά, την καλλιέργεια και ανάπτυξη μιας κουλτούρας σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η θέση μου αυτή αποτυπώνεται απόλυτα στα λόγια της Eleanor Roosevelt. Η ένθερμη αυτή προασπίστρια και ακτιβίστρια των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων παρουσιάζοντας στα Ηνωμένα Έθνη, με την ευκαιρία της δέκατης επετείου της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, την έκδοση «In Your Hands» (στα χέρια σας), έναν οδηγό δράσης για την προώθηση των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων στα πλαίσια της κοινότητας, σημείωσε χαρακτηριστικά ότι τα Ανθρώπινα Δικαιώματα αρχίζουν http://www.udhr.org/history/inyour.htm «σε μικρά μέρη, κοντά στο σπιτικό μας – τόσο κοντινά και τόσο μικρά που να μην εμφανίζονται σε κανένα παγκόσμιο χάρτη. Κι όμως, αυτός, είναι ο κόσμος του κάθε ατόμου· η γειτονιά στην οποία ζει, το σχολείο ή το κολέγιο στο οποίο φοιτά, το εργοστάσιο, η φάρμα ή το γραφείο όπου εργάζεται. Τέτοια είναι τα μέρη όπου κάθε άντρας, κάθε γυναίκα και κάθε παιδί αναζητά ισότητα στη δικαιοσύνη, ισότητα στις ευκαιρίες, ισότητα στην αξιοπρέπεια, χωρίς διακρίσεις. Αν τα δικαιώματα αυτά παραμένουν χωρίς νόημα στα συγκεκριμένα μέρη, τότε ελάχιστο νόημα μπορούν να έχουν οπουδήποτε αλλού. Χωρίς τη συντονισμένη δράση των πολιτών, ώστε να υποστηρίξουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα στο σπίτι μας, μάταια θα αναζητούμε οποιαδήποτε πρόοδο στο θέμα αυτό στον ευρύτερο κόσμο». Για να καταλήξει: «Για τούτο πιστεύουμε ότι η μοίρα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων βρίσκεται στα χέρια όλων των πολιτών σε όλες τις κοινότητες».

Τα λόγια αυτά της Eleanor Roosevelt δίδουν σαφή κατεύθυνση για τον ουσιαστικό ρόλο και την αποστολή που η καθεμιά κι ο καθένας από μας έχουν να επιτελέσουν στην προώθηση και το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Για αυτόν, ακριβώς, το λόγο, στο πρώτο Τριετές Σχέδιο Δράσης 2008–2010 του Γραφείου μου έδωσα τον τίτλο «Δικαιώματα του Παιδιού: υπόθεση όλων». Στο Σχέδιο Δράσης παραθέτω το όραμά μου για τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος μέσα στο οποίο όλα τα παιδιά που ζουν στην Κύπρο θα απολαμβάνουν τα δικαιώματά τους χωρίς διάκριση και υπογραμμίζω ότι: «το όραμά μου για τη διαφορά αυτή στην κοινωνία δεν αποτελεί μόνο δική μου υπόθεση αλλά αφορά τον κάθε ένα από εμάς, γιατί μόνο όλοι μαζί μπορούμε να φέρουμε την αλλαγή που επιθυμούμε στην κοινωνία μας. Προσβλέπω στη συνεχή συνεργασία με τα ίδια τα παιδιά, τους γονείς, τους επαγγελματίες που ασχολούνται με παιδιά, τους πολιτικούς, τις αρμόδιες αρχές, φορείς και άτομα, για την επιτυχή εκπλήρωση των στόχων μου. Τα Δικαιώματα του Παιδιού είναι υπόθεση όλων».

Και σε σχέση με αυτό θέλω να τονίσω τον ουσιαστικό ρόλο που έχουν, ως φορείς της κοινωνίας, να διαδραματίσουν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων των παιδιών, η οικογένεια, το σχολείο, τα Μ.Μ.Ε και η Κοινωνία των Πολιτών.

Η Σύμβαση, αναθέτει ουσιαστικό και κεντρικό ρόλο, για τη διασφάλιση και την προώθηση των δικαιωμάτων του παιδιού, στην οικογένεια. Όπως υπογραμμίζεται στο Προοίμιό της «……. η οικογένεια, ως η θεμελιώδης μονάδα της κοινωνίας και το φυσικό περιβάλλον για την ανάπτυξη και την ευημερία όλων των μελών της, και ιδιαίτερα των παιδιών, πρέπει να έχει την προστασία και την υποστήριξη που χρειάζεται για να μπορέσει να διαδραματίσει πληρέστερα το ρόλο της στην κοινότητα» «…….. το παιδί, για την αρμονική ανάπτυξη της προσωπικότητας του, πρέπει να μεγαλώνει μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, σ' ένα κλίμα ευτυχίας, αγάπης και κατανόησης». Θέλω να επισημάνω ότι, για τους σκοπούς της Σύμβασης, «οικογένεια και οικογενειακό περιβάλλον», περιλαμβάνουν διαφορετικές μορφές οικογενειακών δομών: πυρηνικές και εκτεταμένες οικογένειες, μονογονικές οικογένειες, ανάδοχες οικογένειες κτλ.

Είναι γενικότερη πεποίθηση ότι, προκειμένου τα παιδιά να αναπτύξουν μια ολοκληρωμένη και αυτόνομη προσωπικότητα, πάνω απ’ όλα χρειάζονται ένα ασφαλές, σταθερό και υγιές οικογενειακό περιβάλλον. Χρειάζονται ένα οικογενειακό περιβάλλον απαλλαγμένο από κάθε μορφή βίας και κακοποίησης που να τους επιτρέπει να νιώθουν ασφαλή και το οποίο να είναι σε θέση να τους εξασφαλίζει τα απαραίτητα για την πλήρη και ομαλή ανάπτυξή τους. Ένα τέτοιο οικογενειακό περιβάλλον είναι δυνατόν να λειτουργήσει ως το καλύτερο καταφύγιο για τα παιδιά που, πολλές φορές, βρίσκονται αντιμέτωπα με ένα λιγότερο ή περισσότερο απειλητικό κοινωνικό περιβάλλον – είτε στο χώρο του σχολείου είτε στο χώρο της γειτονιάς ή της ευρύτερης κοινότητας στην οποία ζουν.

Στο εσωτερικό της οικογένειας είναι που αρχίζουν τα πολιτικά, τα πολιτισμικά και τα κοινωνικά δικαιώματα του παιδιού. Η οικογένεια έχει ένα ουσιαστικό ρόλο να διαδραματίσει σε ότι αφορά στο δικαίωμα του παιδιού να εγγραφεί με ένα όνομα, να έχει μια εθνικότητα, να γνωρίζει, όσο είναι δυνατόν, τις οικογενειακές του καταβολές και να διατηρήσει την ταυτότητά του (Άρθρα 7 και 8). Ουσιαστικός είναι, ακόμη, ο ρόλος που έχει να διαδραματίσει η οικογένεια στα πλαίσια της κοινωνικοποίησης του παιδιού και της μετάδοσης σε αυτό αρχών και αξιών όπως είναι η ελευθερία διαμόρφωσης και διατύπωσης απόψεων, το δικαίωμα του ιδιωτικού χώρου, το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθε. Παράλληλα, το οικογενειακό περιβάλλον είναι υπεύθυνο για ένα σημαντικό μέρος της διαπαιδαγώγησης του παιδιού στο σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων και αξιών, της δικής του πολιτιστικής ταυτότητας και κληρονομιάς αλλά και των άλλων πολιτισμών.

Σε αντίθεση με το παραδοσιακό οικογενειακό μοντέλο, το οποίο θέλει το παιδί απόλυτα εξαρτημένο από τους γονείς, παθητικό αποδέχτη της φροντίδας και της θέλησής τους, η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού διαγράφει το περίγραμμα ενός οικογενειακού περιβάλλοντος στα πλαίσια του οποίου, παρέχονται στο παιδί οι κατάλληλες και απαραίτητες ευκαιρίες για να διαμορφώνει απόψεις, να τις εκφράζει και να έχει ουσιαστική συμμετοχή – στο βαθμό πάντα που η βιολογική και πνευματική του ανάπτυξη και ωριμότητα το επιτρέπουν – στη διαμόρφωση όλων των αποφάσεων και επιλογών που το αφορούν.

Έρχομαι τώρα στο θέμα της εκπαίδευσης και δη στο εκπαιδευτικό σύστημα. Σύμφωνα με τη Σύμβαση (Άρθρο 29), ανάμεσα στους βασικούς στόχους της εκπαίδευσης που παρέχεται στα παιδιά θα πρέπει να είναι τόσο η ανάπτυξη του σεβασμού για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες και τις αρχές που καθιερώνονται με το Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών όσο και η προετοιμασία τους για μια υπεύθυνη ζωή σε μια ελεύθερη κοινωνία μέσα σε πνεύμα κατανόησης, ειρήνης, ανοχής, ισότητας των φύλων και φιλίας ανάμεσα σε όλους τους λαούς και τις εθνικιστικές, εθνικές και θρησκευτικές ομάδες και στα πρόσωπα αυτόχθονης καταγωγής.

Η εκπαίδευση στα Ανθρώπινα Δικαιώματα θα πρέπει να είναι αναπόσπαστο κομμάτι του δικαιώματος στην Εκπαίδευση. Όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Παιδιού στο Γενικό Σχόλιο. Αρ. 1 The Aims of Education:17/04/2001.CRC/GC/2001/1.(General Comments):http://www2.ohchr.org/english/bodies/crc/comments.htm «κάθε παιδί έχει δικαίωμα σε μια εκπαίδευση η οποία να είναι σχεδιασμένη κατά τέτοιον τρόπο ώστε, να του παρέχει δεξιότητες ζωής, να ενισχύει την ικανότητά του να απολαμβάνει το πλήρες εύρος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και να προωθεί μια κουλτούρα εμποτισμένη με τις σχετικές με τα ανθρώπινα δικαιώματα αξίες». Σύμφωνα πάντα με την Επιτροπή, η προώθηση της δυνατότητας των παιδιών να απολαύσουν πλήρως τα δικαιώματά τους, θα πρέπει να ενισχύεται από αξίες ενσωματωμένες στις εκπαιδευτικές διαδικασίες.

Η Εκπαίδευση στα Ανθρώπινα Δικαιώματα δεν είναι απλά θέμα περιεχομένου όπως αυτό καταγράφεται στο αναλυτικό πρόγραμμα. Αντίθετα, σχετίζεται ευρύτερα με το σύνολο των εκπαιδευτικών διαδικασιών που εξελίσσονται στο σχολικό περιβάλλον. Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Πρόγραμμα για την Εκπαίδευση στα Ανθρώπινα Δικαιώματα, το οποίο αναπτύσσει από το 2005 ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, η Εκπαίδευση στα Ανθρώπινα Δικαιώματα θα πρέπει να γίνεται κατανοητή ως μια διαδικασία η οποία περιλαμβάνει Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights
http://www2.ohchr.org/english/issues/education/training/programme.htm:
  • Την προώθηση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μέσα από την εκπαίδευση. Θα διασφαλίζει, δηλαδή, ότι όλοι οι συντελεστές και οι διαδικασίες της μάθησης, περιλαμβανομένου των αναλυτικών προγραμμάτων, των υλικών και μέσω διδασκαλίας, των μεθόδων και των πρακτικών συμβάλλουν στην εκμάθηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων.
  • Τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στην Εκπαίδευση. Τη διασφάλιση δηλαδή του σεβασμού και της προώθησης, σε πρακτικό επίπεδο, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των συντελεστών στο εσωτερικό του εκπαιδευτικού συστήματος.
Τα Μ.Μ.Ε., μπορούν και οφείλουν να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο στην προώθηση, τη διάδοση και την προάσπιση των δικαιωμάτων του παιδιού.

Η Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Παιδιού CRC Recommendations, The child and the media, 1996, http://www.unhchr.ch/html/menu2/6/crc/doc/days/media.pdf
θεωρεί ότι τα Μ.Μ.Ε. είναι σημαντικά στις προσπάθειες που γίνονται ώστε να γίνουν πραγματικότητα οι αρχές και οι αξίες της Σύμβασης. Τα Μ.Μ.Ε. σε πολλές χώρες έχουν ουσιαστική συνεισφορά σε ότι αφορά στην ενημέρωση αναφορικά με τη Σύμβαση και το περιεχόμενό της ενώ θα μπορούσαν να διαδραματίσουν βασικό ρόλο στον έλεγχο της πραγματικής εφαρμογής των δικαιωμάτων του παιδιού. Έχω επανειλημμένα αναφερθεί στον ουσιαστικό ρόλο που τα Κυπριακά Μ.Μ.Ε. διαδραματίζουν στην προσπάθεια μου για οικοδόμηση και εμπέδωση μιας κουλτούρας σεβασμού των δικαιωμάτων του παιδιού στην Κύπρο. Οι Κύπριοι δημοσιογράφοι, διαχρονικά, καλύπτουν (και πολλές φορές αυτοί φέρνουν στην επιφάνεια) θέματα παραβίασης δικαιωμάτων των παιδιών καθώς και τις δράσεις της Επιτρόπου. Επανειλημμένως έχω επισημάνει ότι, ο θεσμός απολαμβάνει μιας πολύ ικανοποιητικής ανταπόκρισης από τα Μ.Μ.Ε. Υπάρχει ένα μόνιμο ενδιαφέρον για θέματα που αφορούν στο θεσμό και το παιδί γενικότερα, και, παράλληλα, επιδεικνύεται η πρέπουσα ευαισθησία στην κάλυψη των σχετικών θεμάτων. Συχνά τα ΜΜΕ φέρνουν στην επιφάνεια περιπτώσεις παραβίασης δικαιωμάτων των παιδιών και, επομένως, καθίστανται πηγή πληροφόρησης για το θεσμό. Παράλληλα, δίνοντας κάλυψη και προβολή στις θέσεις, δράσεις και δημόσιες παρεμβάσεις της Επιτρόπου, από τη μια λειτουργούν ως μοχλός πίεσης προς τους φορείς της Εξουσίας για τη λήψη μέτρων και, από την άλλη, και εξίσου σημαντικά, συμβάλλουν στη διαφώτιση και ευαισθητοποίηση της κοινωνίας, που είναι αναγκαία προϋπόθεση, για να επιτύχουμε το ζητούμενο: την ουσιαστική απόλαυση από κάθε παιδί που ζει στην Κύπρο των δικαιωμάτων του.

Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι, μέσα από τις εκπομπές τους τα Μ.Μ.Ε. προβάλλουν μια «εικόνα» του παιδιού. Αντανακλούν και επηρεάζουν αντιλήψεις για το ποια είναι τα παιδιά και πώς αυτά συμπεριφέρονται. Αυτή η εικόνα είναι δυνατόν είτε να εκπέμπει μια θετική εκτίμηση για τα παιδιά είτε να εδραιώνει προκαταλήψεις και στερεότυπα που, ενδεχομένως, να έχουν αρνητική επιρροή στις αντιλήψεις και στάσεις της ευρύτερης κοινωνίας, αλλά και των όσων αρμοδίως έχουν την ευθύνη λήψης πολιτικών αποφάσεων. Για το θέμα προέβηκα σε σειρά Δημοσίων Παρεμβάσεων. Για παράδειγμα, τον περασμένο Σεπτέμβριο, αναφορικά με την προβολή από τα ΜΜΕ περιστατικών κακοποίησης παιδιών είχα, υπογραμμίσει:
«τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζουν τα ΜΜΕ όσον αφορά την επισήμανση περιστατικών αλλά και ευαισθητοποίηση της κοινωνίας συνεπικουρώντας τις προσπάθειες των αρμοδίων για παρέμβαση και χειρισμό του περιστατικού αλλά ταυτόχρονα και για αλλαγή νοοτροπίας σε σχέση με την άσκηση βίας στην οικογένεια. Επανειλημμένα έχω επισημάνει ότι τα ΜΜΕ είναι σημαντικοί συνεργάτες στην άσκηση των αρμοδιοτήτων μου για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των παιδιών.
Γι αυτό ακριβώς το λόγο, είναι αναγκαίο τα ΜΜΕ να λαμβάνουν υπόψη το συμφέρον του παιδιού στη λήψη οποιασδήποτε απόφασης για προβολή περιστατικών κακοποίησης, αφού πρώτιστο μέλημα όλων μας, όπως επιβάλλει η Σύμβαση του ΟΗΕ, πρέπει να είναι η προστασία του παιδιού, η διασφάλιση των δικαιωμάτων του και ο σεβασμός της εγγενούς του αξιοπρέπειας».

Τον περασμένο Φεβρουάριο, σε σχέση με δημοσιεύματα για περιστατικά εκδήλωσης βίαιης συμπεριφοράς παιδιών στο χώρο του σχολείου είχα καταθέσει:
«έντονο … προβληματισμό αναφορικά με τον τρόπο που ορισμένα ΜΜΕ επιλέγουν να παρουσιάσουν το συγκεκριμένο θέμα. Οι τίτλοι μέσα από τους οποίους δημιουργείται η εντύπωση ότι τα σχολεία μας αποτελούν πεδία μάχης, η επιλεκτική επικέντρωση στο στιγμιότυπο της βίας, πολλές φορές μεγεθυμένο μέχρι σημείου παραμορφώσεως, έξω και περά από κάθε πλαίσιο, χωρίς καμιά αναφορά στις συνθήκες και το ιστορικό κάθε περίστασης, μάλλον εξυπηρετεί την επιδίωξη δημιουργίας εντυπώσεων παρά προάγει την έγκυρη και σφαιρική πληροφόρηση που δικαιούται κάθε προβληματιζόμενος πολίτης.

Η επιλογή μιας τέτοιας μορφής κάλυψης του θέματος οδηγεί στη γένεση και την αναπαραγωγή στερεοτύπων, τροφοδοτεί μια στρεβλωμένη αντίληψη για τα παιδιά και ακυρώνει τη δυνατότητα ανάπτυξης ενός ψύχραιμου και εμπεριστατωμένου δημόσιου διαλόγου, που να οδηγεί στη διερεύνηση και στην κατανόηση τέτοιων συμπεριφορών και του γενικότερου προβλήματος, και, κατ’ επέκταση, στην εξεύρεση των σωστών λύσεων.
Η βίαιη συμπεριφορά ενός παιδιού είναι το μέσο έκφρασης του προβλήματος κι όχι το πρόβλημα. Το πρόβλημα σχετίζεται με τον τρόπο λειτουργίας του εκπαιδευτικού συστήματος στο σύνολό του αλλά και κάθε σχολικής μονάδας ξεχωριστά, με τους γενικότερους κοινωνικοπολιτισμικούς όρους ζωής, με τον τρόπο λειτουργίας της σύγχρονης οικογένειας - από την οποία, σε μεγάλο βαθμό δεν απουσιάζει η βία - και φυσικά με την ευρύτερη κοινωνική βία»

Επανειλημμένα έχω θίξει δημόσια το ζήτημα του πώς τα ΜΜΕ προβάλλουν τα παιδιά. Οι δημόσιες μου παρεμβάσεις με αφορμή συγκεκριμένες περιπτώσεις προβολής παιδιών από τα ΜΜΕ έχουν πάντα ως στόχο τη θεμελίωση και την προώθηση μιας νέας αντίληψης σε ότι αφορά το παιδί και τη παιδικότητα στη βάση της οποίας θα διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα του παιδιού και ο σεβασμός στην αξιοπρέπειά του. Για παράδειγμα, σε πρόσφατη Δημόσια Παρέμβαση μου, το περασμένο Απρίλη, αναφορικά με τον τρόπο προβολής περίπτωσης παιδιού σε τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων, που πράγματι αφορούσε αξιέπαινη προσπάθεια για ευαισθητοποίηση της κοινωνίας ώστε να συνεισφέρει οικονομικά για την θεραπεία του παιδιού αναφέρω χαρακτηριστικά:

«Αναντίλεκτα, τα Μ.Μ.Ε είναι ένα ισχυρό μέσο το οποίο συμβάλλει τα μέγιστα στην αλλαγή κοινωνικών προτύπων με προεκτάσεις στην καθημερινή μας ζωή. Η αναφορά, όμως, σε παιδιά και η παρουσίασή τους από τα ΜΜΕ έχει τις δικές της προκλήσεις. Η προβολή παιδιών από τα ΜΜΕ, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή και πάντοτε με πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων κάθε παιδιού του οποίου η περίπτωση προβάλλεται. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι, κάθε τέτοια παρουσίαση, ενέχει κινδύνους η ίδια να παραβιάσει τα δικαιώματα παιδιού, προκαλώντας περισσότερη ζημιά, πόνο και στιγματισμό για το παιδί».

Πέραν τούτου, τα Μ.Μ.Ε. έχουν υποχρέωση να μπορούν να παράγουν και να μεταδίδουν προγράμματα, σχεδιασμένα κατά τρόπο που να τα καθιστά φιλικά στα παιδιά διαφορετικών ηλικιακών ομάδων και μέσα από τα οποία, τα παιδιά, θα μπορούν να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες ουσιαστικές για τη διαμόρφωση των δικών τους θέσεων και απόψεων, τόσο σε θέματα που τα αφορούν όσο και σε θέματα ευρύτερου ενδιαφέροντος. Ουσιαστικός και εξίσου σημαντικός είναι, τέλος, ο ρόλος των Μ.Μ.Ε. στη συλλογή και διάδοση των απόψεων των ίδιων παιδιών. Για τούτο όμως, χρειαζόμαστε ειδικά εκπαιδευμένους δημοσιογράφους με ευαισθησίες στην καθημερινότητα των παιδιών και τις ξεχωριστές τους ανάγκες.

Η Κοινωνία των Πολιτών, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις αλλά και ενώσεις πολιτών όπως και πολιτιστικές και πολιτικές οργανώσεις, με ειδικότερο ή και γενικότερο ενδιαφέρον για τα παιδιά και τα δικαιώματά τους ή ευρύτερα τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν επίσης ουσιαστικό ρόλο να διαδραματίσουν στην κατεύθυνση της κατοχύρωσης των δικαιωμάτων του παιδιού. Τέτοιες οργανώσεις μπορούν να δράσουν σε πολλαπλά επίπεδα αναλαμβάνοντας ποικιλόμορφες δράσεις και αναπτύσσοντας διάφορες πρωτοβουλίες, με στόχο, είτε την ευαισθητοποίηση της κοινωνίας και τη διάδοση σχετικής με τα δικαιώματα των παιδιών πληροφόρησης είτε λειτουργώντας ως διαμορφωτές και εισηγητές πολιτικών προτάσεων και δράσεων είτε ασκώντας πίεση προς τα διάφορα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Οι τοπικές κοινωνίες τόσο μέσα από την ενεργοποίηση της ευρύτερης Κοινωνίας των Πολιτών όσο και οργανωμένες στα πλαίσια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης έχουν επίσης πολλά να προσφέρουν στην προώθηση και εμπέδωση μιας γενικότερης κουλτούρας ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και ειδικότερα, στην προαγωγή και προάσπιση των δικαιωμάτων του παιδιού. Η σημερινή εκδήλωση είναι, πιστεύω, ενδεικτική του ρόλου και συνάμα της ευθύνης που οι τοπικές κοινωνίες και η Τοπική Αυτοδιοίκηση έχουν σε σχέση με την προαγωγή και τη διάδοση των δικαιωμάτων του παιδιού.

Ένας τομέας στον οποίο η Τοπική Αυτοδιοίκηση, κι όχι μόνο, έχει ακόμη τεράστια περιθώρια βελτίωσης σε σχέση με την προώθηση και εμπέδωση των δικαιωμάτων του παιδιού στην Κύπρο, είναι αυτός της συμμετοχής των παιδιών. Η φωνή των παιδιών, δυστυχώς, δεν ακούγεται τόσο όσο θα ανέμενε κανείς λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος των κοινοτήτων ή/και των Δήμων μας αλλά και το βαθμό που οι όποιες αποφάσεις οι οποίες λαμβάνονται στο επίπεδο αυτό αφορούν τα ίδια τα παιδιά.

Έχω την ισχυρή άποψη ότι, ακούγοντας τα παιδιά, μπορούμε να βελτιώσουμε όχι μόνο το δικό τους επίπεδο ζωής στη γειτονιά, την Κοινότητα ή το Δήμο αλλά γενικότερα το επίπεδο ζωής όλως των δημοτών ανεξάρτητα από ηλικία. Θεωρώ λοιπόν ότι η αναζήτηση των απόψεων των παιδιών στα πλαίσια κάθε απόφασης που λαμβάνεται σε δημοτικό ή κοινοτικό επίπεδο και τα αφορά δεν είναι μόνο δικαίωμά τους και, παράλληλα, υποχρέωση των τοπικών αρχών αλλά κι ένας μηχανισμός προώθησης προοδευτικών και ανθρωποκεντρικών δράσεων και πολιτικών.

Μια καλή πρακτική την οποία με ικανοποίηση έχω δει μερικούς Δήμους να υιοθετούν στο θέμα αυτό είναι η θεσμοθέτηση Παιδικών Δημοτικών Συμβουλίων. Αναμένω ότι και άλλοι Δήμοι ή Κοινότητες θα ακολουθήσουν το παράδειγμα αυτό ή θα αναπτύξουν τις δικές τους πρακτικές σε ότι αφορά στην ενίσχυση της Συμμετοχής των παιδιών σε τοπικό επίπεδο.

Οπωσδήποτε, κάθε αναφορά όπως η πιο πάνω, εντός ενός τόσο περιορισμένου χρονικού διαστήματος και στα πλαίσια μιας τέτοιας εκδήλωσης όπως είναι η σημερινή, στο ρόλο και την ευθύνη, που έχουν η οικογένεια, το σχολείο και τα Μ.Μ.Ε., η Κοινωνία των Πολιτών και οι τοπικές κοινωνίες, τόσο σε ένα γενικότερο θεσμικό επίπεδο, όσο και στο πιο συγκεκριμένο επίπεδο της καθημερινότητάς τους, μέσα από τις δραστηριότητες και δράσεις καθενός και καθεμιάς που εμπλέκονται στη λειτουργία τους, δεν μπορεί παρά να είναι μερική και μάλλον αποσπασματική.

Όπως αποσπασματική και μερική δεν μπορεί παρά να είναι και κάθε αναφορά στους θεσμικούς παράγοντες και κοινωνικούς πρωταγωνιστές που εμπλέκονται και διαδραματίζουν ρόλο σημαντικό και ουσιαστικό στη διασφάλιση των δικαιωμάτων του παιδιού.

Κλείνοντας, νιώθω υποχρεωμένη να ευχαριστήσω και πάλι το Δήμο Αραδίππου για την ευγενή του πρόσκληση να είμαι σήμερα εδώ μαζί σας. Είμαι βέβαιη ότι, στο μέλλον, θα αναπτύξει περαιτέρω δράσεις με επίκεντρο το παιδί και τα δικαιώματά του συγκροτώντας ένα ουσιαστικό σύμμαχο στο έργο που επιτελώ. Όπως βέβαιη είμαι ότι κι εσείς, έχοντας ακούσει τα παραπάνω, έχετε ήδη εμπλακεί σε ένα εσωτερικό προβληματισμό που αφορά τη δική σας συμβολή και συμμετοχή στην προσπάθεια οικοδόμησης μιας κουλτούρας ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον τόπο μας.











Κατεβάστε το αρχείο Word Omilia Epitropou, Aradippou, dikaiwmata paidiwn 16.05.2010.doc


Πίσω στην προηγούμενη σελίδα





Back To Top