Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Μετάβαση στο περιεχόμενο

Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

Ανεξάρτητος Εθνικός Οργανισμός Δικαιωμάτων του Παιδιού - Κύπρος

      Α. Γενικά Θέματα:
1. H Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού υπέβαλε κατά το στάδιο της διαδικασίας διαβούλευσης που πραγματοποίησε το Υπουργείο Εσωτερικών, τις απόψεις της επί του προσχεδίου νομοθεσίας που αποστάληκε από το Υπουργείο κατά τα αρχικά στάδια επεξεργασίας του και πριν αυτό τεθεί προς τη Νομική Υπηρεσία για νομοτεχνική επεξεργασία.

    2. Κατά το εν λόγω στάδιο, η Επίτροπος υπέβαλε γενικές απόψεις επί θεμάτων αρχής όσον αφορά στα θέματα που αφορούν ειδικότερα στα παιδιά, που είτε με την ιδιότητά τους ως ασυνόδευτοι ανήλικοι είτε με την ιδιότητά τους ως μέλη οικογενειών μεταναστών, βρίσκονται σε κατάσταση επιστροφής, με σημείωμά της ημερομηνίας 1 Ιουνίου 2010 (επισυνάπτεται ως Παράρτημα 1). Οι θέσεις μου επί των θεμάτων αρχής σε ότι αφορά στην προστασία και τα δικαιώματα των παιδιών και τις ελάχιστες εγγυήσεις που πρέπει να ισχύουν σε ότι αφορά στις διαδικασίες απέλασης και κράτησης εξακολουθούν να ισχύουν.

    3. Η Επίτροπος είχε ζητήσει από το Υπουργείο Εσωτερικών όπως το νομοσχέδιο τεθεί εκ νέου ενώπιόν της για απόψεις μετά την ολοκλήρωση του νομοσχεδίου από πλευράς του Υπουργείου και πριν την κατάθεσή του στη Βουλή των Αντιπροσώπων έτσι ώστε να εκφράσει τις θέσεις της επί των συγκεκριμένων πλέον διατάξεων του νομοσχεδίου. Κάτι τέτοιο δυστυχώς δεν έγινε και, ως εκ τούτου, αυτή είναι η πρώτη ευκαιρία που δίδεται στην Επίτροπο για υποβολή απόψεων επί των συγκεκριμένων πλέον διατάξεων του νομοσχεδίου μετά την ολοκλήρωση και της νομοτεχνικής του επεξεργασίας.

    4. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και δεδομένου ότι όλες οι διατάξεις του νομοσχεδίου επηρεάζουν ή ενδέχεται να επηρεάσουν παιδιά, υπό τις ιδιότητες που αναφέρθηκαν πιο πάνω, στο παρόν σημείωμα υποβάλλω τις απόψεις μου σε σχέση με όλα τα άρθρα του νομοσχεδίου, είτε αυτά αναφέρονται ρητά στα παιδιά είτε τα αφορούν έμμεσα, αφού η κάθε διάταξη του νομοσχεδίου αφορά σε όλους τους υπηκόους τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών.

    Γενικά θέματα

    5. Το πρώτο από τα γενικά θέματα που επιθυμώ να θίξω αφορά στη σχέση των διατάξεων που εισάγονται στον βασικό περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία, με υφιστάμενες διατάξεις του σχετικού νόμου που αφορούν σε απέλαση και κράτηση αλλοδαπών και οι οποίες δεν φαίνεται να καταργούνται.

    6. Πιο συγκεκριμένα τα υφιστάμενα άρθρα 13 και 14 του βασικού νόμου, τα οποία προβλέπουν τις εξουσίες του Διευθυντή για απέλαση και κράτηση αλλοδαπών χωρίς οποιεσδήποτε εγγυήσεις, διατηρούνται σε ισχύ με αποτέλεσμα να μην καθίσταται σαφές σε ποιες περιπτώσεις θα εφαρμόζονται τα εν λόγω άρθρα για σκοπούς απέλασης, εφόσον αυτά διατηρούνται σε ισχύ, και σε ποιες περιπτώσεις θα εφαρμόζονται οι νέες διατάξεις που εισάγονται λόγω μεταφοράς της Οδηγίας.

    7. Η γενική επιφύλαξη που έχει τεθεί στο άρθρο 18ΟΓ, αναφορικά με την υπεροχή των νέων διατάξεων έναντι οποιασδήποτε αντίθετης υφιστάμενης διάταξης του νόμου ή των Κανονισμών, δεν δημιουργεί ασφάλεια δικαίου ως προς το ποιο είναι τελικά το νομικό καθεστώς που θα ισχύει σε κάθε περίπτωση αναφορικά με τις απελάσεις υπηκόων τρίτων χωρών και με πιο τρόπο η διοίκηση θα εφαρμόζει τις σχετικές κάθε φορά διατάξεις.

    8. Η ασφάλεια δικαίου αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική αρχή όσον αφορά ειδικότερα στα παιδιά, τα οποία λόγω και της ιδιαίτερα ευάλωτης θέσης τους, θα πρέπει να μπορούν να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή υπό ποιο νομικό καθεστώς απελαύνονται ή/και κρατούνται έτσι ώστε να μπορούν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους σύμφωνα με το Νόμο αλλά και με τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού.

    9. Υπό το φως των πιο πάνω, έχω επομένως την άποψη ότι θα έπρεπε να καταργηθούν τα άρθρα 13 και 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου και το Υπουργείο να προχωρήσει σε μια ολοκληρωμένη και εξ υπαρχής ρύθμιση των θεμάτων απέλασης και κράτησης με τρόπο που να συνάδει με την Οδηγία και που να προσφέρει ασφάλεια δικαίου.

    10. Η πιο πάνω σύγχυση ως προς τους εφαρμοστέους κάθε φορά κανόνες, επιτείνεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι ενώ από τη μια εισάγεται με την εναρμόνιση με την Οδηγία 2008/115/ΕΚ η έννοια της παράνομης παραμονής, ως μιας γενικής έννοιας, η οποία επιτρέπει την απέλαση εφόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εισόδου του Κώδικα Συνόρων Σένγκεν ή τις λοιπές προϋποθέσεις εισόδου, παραμονής ή διαμονής στη Δημοκρατία, εξακολουθεί να ισχύει το άρθρο 6 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου το οποίο καθορίζει τις κατηγορίες απαγορευμένων μεταναστών και οι οποίοι ως απαγορευμένοι μετανάστες υπόκεινται σε διαδικασίες απέλασης χωρίς όμως να συνδέονται τα δύο άρθρα μεταξύ τους.

    11. Πιο συγκεκριμένα, πουθενά δεν διασαφηνίζεται κατά πόσο κάθε πρόσωπο που ανακηρύσσεται ως απαγορευμένος μετανάστης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, θεωρείται ταυτόχρονα και ως παρανόμως διαμένων στη Δημοκρατία έτσι ώστε να εφαρμοστούν οι νέες διατάξεις που εισάγονται για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία 2008/115/ΕΚ ή κατά πόσο στην περίπτωση του θα εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 13 και 14.

    12. Ιδιαίτερη δε σύγχυση ως προς το επιδιωκόμενο τελικά αποτέλεσμα, προκαλείται και από γεγονός ότι στο Παράρτημα Χ που επισυνάπτεται στο νομοσχέδιο, και το οποίο αποτελεί το δείγμα εντύπου για την κοινοποίηση της απόφασης επιστροφής στον υπήκοο τρίτης χώρας, αναφέρονται ως κατηγορίες απαγορευμένων μεταναστών για τις οποίες θα εκδίδεται το σχετικό έντυπο μόνο οι κατηγορίες του άρθρου 6(1)(κ) και (λ) που αφορούν στην παράνομη παραμονή και στην παράνομη είσοδο. Δεν είναι σαφές τι τελικά θα ισχύει σε περίπτωση που κάποιος υπήκοος τρίτης χώρας ανακηρύσσεται ως απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει των άλλων κατηγοριών του άρθρου 6.

    13. Η Οδηγία 2008/115/ΕΚ όμως στην έννοια της παράνομης παραμονής προσδίδει ευρύτερη έννοια, δηλαδή αναφέρεται σε οποιοδήποτε μετανάστη ο οποίος δεν πληροί ή δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις εισόδου, παραμονής ή διαμονής στο κράτος μέλος, όποιες και εάν είναι αυτές σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών. Η ανακήρυξη προσώπου ως απαγορευμένου μετανάστη, αυτόματα έχει ως συνέπεια ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις παραμονής στη Δημοκρατία, και ως εκ τούτου, θα έπρεπε σε όλες τις περιπτώσεις του άρθρου 6 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου να τυγχάνουν εφαρμογής οι εναρμονισμένες με την Οδηγία 2008/115/ΕΚ διατάξεις, εκτός όπου η ίδια η Οδηγία εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της κάποιες κατηγορίες.

    14. Τα πιο πάνω προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία ως προς τον τρόπο με τον οποίο τελικά θα εφαρμοστεί η Οδηγία 2008/115/ΕΚ και ο οποίος φαίνεται να οδηγεί σε ένα ιδιαίτερα περιοριστικό πεδίο εφαρμογής, κάτι που σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να είναι ο στόχος της Οδηγίας η οποία αποσκοπεί στην εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών όλων των κρατών μελών ως προς τις ελάχιστες εγγυήσεις που πρέπει να διέπουν τις διαδικασίες επιστροφής των υπηκόων τρίτων χωρών και η οποία σαφώς καθορίζει ποιες περιπτώσεις εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της και κάτω από ποιες προϋποθέσεις.

    15. Παραθέτω ένα παράδειγμα που ίσως θα βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση των θέσεων μου σε σχέση με τα πιο πάνω, και στις συνέπειες του πιο πάνω τρόπου εναρμόνισης με την σχετική Οδηγία. Οι πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις στο σύνολό τους μπορεί να οδηγήσουν σε καταστάσεις όπου ένα ασυνόδευτο παιδί το οποίο κηρύσσεται ως απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) διότι δεν έχει άδεια παραμονής και άρα δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις παραμονής στη Δημοκρατία, θα τυγχάνει μεταχείρισης σύμφωνα με τις ελάχιστες εγγυήσεις που προβλέπονται στην Οδηγία 2008/115/ΕΚ, ενώ ένα παιδί που έχει κηρυχθεί ως απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(β), δηλαδή παιδί που είναι ηλίθιο, παράφρον ή διανοητικά ασθενές (και με λύπη μου παρατηρώ τη διατήρηση τέτοιων διατάξεων στο Νόμο) το οποίο έχει ανακηρυχθεί ως απαγορευμένος μετανάστης και ως εκ τούτου θα έπρεπε να θεωρείται ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις παραμονής στη Δημοκρατία, να μην υπόκειται στις ελάχιστες εγγυήσεις της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ αλλά μόνο στα άρθρα 13 και 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου σύμφωνα με τα οποία υπάρχει απόλυτη διακριτική ευχέρεια του Διευθυντή να χειρίζεται την απέλαση όπως θέλει και να διατάσσει την κράτηση για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα χωρίς ανώτατο όριο. Είμαι σίγουρη ότι αυτός δεν είναι ούτε ο στόχος ούτε και ο σκοπός της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ η οποία καθορίζει ρητά το πεδίο εφαρμογής της και η οποία στην αιτιολογική σκέψη 24 αναφέρει ότι σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

    16. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, έχω την άποψη ότι οι υφιστάμενες διατάξεις των άρθρων 6, 13 και 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου θα πρέπει να αναθεωρηθούν υπό το φως των διατάξεων της Οδηγίας και των νέων διατάξεων που εισάγονται για σκοπούς εναρμόνισης με αυτήν, με στόχο την θέσπιση ολοκληρωμένων και σαφών διατάξεων σε ότι αφορά στις διαδικασίες απέλασης και κράτησης σε σχέση με όλες τις περιπτώσεις υπηκόων τρίτων χωρών, είτε αυτές εμπίπτουν είτε εκπίπτουν του πεδίου εφαρμογής της Οδηγίας, έτσι ώστε να παρέχεται ασφάλεια δικαίου.

    17. Το δεύτερο γενικότερο θέμα που επιθυμώ να θέσω ενώπιον της Επιτροπής είναι η κατανομή των εξουσιών και αρμοδιοτήτων που προβλέπονται στο σχετικό νομοσχέδιο, μεταξύ διαφορετικών διοικητικών οργάνων και οι συνέπειες της εν λόγω κατανομής ως προς την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου σε σχέση και με υφιστάμενες διατάξεις του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου.

    18. Πιο συγκεκριμένα, το νομοσχέδιο προβλέπει εξουσία του Διευθυντή αναφορικά με αποφάσεις επιστροφής /απελάσεων, εξουσία του Υπουργού σε σχέση με θέματα κράτησης, εξουσία του Υπουργικού Συμβουλίου σε σχέση με την χορήγηση άδειας παραμονής για ανθρωπιστικούς και άλλους λόγους καθώς και την ανάκληση ή αναστολή της απαγόρευσης εισόδου, ενώ σε κάποιες διατάξεις υπάρχει γενική και αόριστη αναφορά σε αρχές τις Δημοκρατίας ή σε αρμόδιες αρχές (βλέπε άρθρα 18ΟΣΤ (3), 18Π(4),18ΠΕ(1)).

    19. Δεν είναι κατανοητό γιατί υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός εξουσιών αφού υπάρχει το γενικό άρθρο 4 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου σύμφωνα με το οποίο ο Διοικητικός Γραμματέας ο οποίος σύμφωνα με την ερμηνεία του άρθρου 188 του Συντάγματος σημαίνει το Υπουργείο και κατά συνέπεια τον Υπουργό, είναι ο Διευθυντής για τη Δημοκρατία αλλά δύναται να εκχωρεί την εξουσία του σε οποιοδήποτε άλλο υπάλληλο του Γραφείου του.

    20. Έχω την άποψη ότι θα ήταν πιο δόκιμο και θα υπήρχε περισσότερη ασφάλεια δικαίου εάν με βάση και τη γενική αυτή διάταξη αλλά και την πρακτική των περισσότερων κρατών στις οποίες οι εξουσίες απέλασης ανήκουν συνήθως στους Υπουργούς οι οποίοι τις εκχωρούν σε λειτουργούς τους, όλες οι εξουσίες αναθέτονταν στον Υπουργό, ο οποίος έχει και τη γενικότερη εξουσία και ευθύνη εφαρμογής του Νόμου και της μεταναστευτικής πολιτικής και ο οποίος στη συνέχεια θα μπορεί να έχει τη δυνατότητα να εκχωρεί τις εξουσίες του σε λειτουργούς του Υπουργείου του. Με αυτό τον τρόπο υπάρχει και ασφάλεια δικαίου ως προς την αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εφαρμογή του σχετικού Νόμου.

    21. Περαιτέρω, σε ότι αφορά την χορήγηση εξουσιών για λήψη αποφάσεων στο Υπουργικό Συμβούλιο, είναι νομίζω σημαντικό να τονισθεί ότι σε σχέση με αποφάσεις που λαμβάνονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, θα πρέπει κάθε φορά να διαπιστώνεται κατά πόσο αυτές αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και μπορούν να προσβληθούν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως τέτοιες, ή πράξεις κυβέρνησης οι οποίες δεν προσβάλλονται. Ως εκ τούτου δεν διασφαλίζεται ότι εναντίον απόφασης Υπουργικού Συμβουλίου η οποία τελικά δεν παραχωρεί καθεστώς παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους ή δεν ανακαλεί απόφαση για απαγόρευση εισόδου, υπάρχει αποτελεσματικό ένδικο μέσο.

    22. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 13 της Οδηγίας, το οποίο δεν έχει μεταφερθεί με σαφήνεια στο υπό εξέταση νομοσχέδιο όπως θα αναλυθεί και πιο κάτω, στον ενδιαφερόμενο υπήκοο τρίτης χώρας διατίθεται αποτελεσματικό ένδικο μέσο το οποίο του επιτρέπει να προσφεύγει κατά των αποφάσεων απέλασης ή να ζητεί την επανεξέτασή τους ενώπιον αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής ή αρμόδιου οργάνου που απαρτίζεται από μέλη αμερόληπτα και απολαύοντα εχέγγυα ανεξαρτησίας.

    23. Το νομοσχέδιο προβλέπει ουσιαστικά την επανεξέταση σε διοικητικό επίπεδο, των αποφάσεων απέλασης ή των αποφάσεων απαγόρευσης εισόδου από το Υπουργικό Συμβούλιο το οποίο έχει εξουσία να παραχωρεί δικαίωμα παραμονής για ανθρωπιστικούς ή άλλους λόγους ή να αναστέλλει ή ανακαλεί την απαγόρευση εισόδου μετά από αίτημα ουσιαστικά του ενδιαφερόμενου προσώπου. Οποιαδήποτε όμως αρνητική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ως προς την παραχώρηση τέτοιων δικαιωμάτων, δεν είναι σίγουρο ότι μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αφού μπορεί να θεωρηθούν ως πράξεις κυβέρνησης και ως εκ τούτου οι υπήκοοι τρίτης χώρας να στερούνται αποτελεσματικού ένδικου μέσου εναντίον τέτοιων αρνητικών αποφάσεων.

    24. Ενόψει του ότι πολλές φορές οι λόγοι φιλευσπλαχνίας ή ανθρωπιστικοί λόγοι που επιβάλλουν την ακύρωση του μέτρου απέλασης μπορούν να αφορούν παιδιά και ιδιαίτερα ασυνόδευτα παιδιά, θεωρώ απαραίτητο όπως οι εν λόγω αρμοδιότητες ανατεθούν σε διοικητικό όργανο του οποίου οι αποφάσεις θεωρούνται να μπορούν να προσβληθούν πέραν πάσης αμφιβολίας ενώπιον Δικαστηρίου.

    25. Τέλος, οι αναφορές σε αρχές ή αρμόδιες αρχές γενικά και αόριστα σε κάποια άρθρα του Νόμου δεν παρέχουν ασφάλεια δικαίου ως προς το ποια θα είναι η αρχή που θα έχει υποχρέωση εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, όπως θα αναλυθεί και πιο κάτω.

    Β. Κατ’ άρθρον απόψεις της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

    Άρθρο 18ΟΕ (2) –Πεδίο Εφαρμογής των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ

    26. Θα πρέπει να διευκρινιστεί τι ακριβώς εφαρμόζεται σε σχέση με τους υπηκόους τρίτων χωρών για τους οποίους δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις που εναρμονίζονται με την Οδηγία και ιδιαίτερα σε ότι αφορά παιδιά που εμπίπτουν στις εν λόγω κατηγορίες.

      Άρθρο 18ΟΣΤ (3) – Ευνοϊκότερες διατάξεις και ελάχιστες εγγυήσεις


    27. Η αναφορά στο εδάφιο (3) (α) ότι οι αρχές της Δημοκρατίας μεριμνούν ώστε η μεταχείριση και το επίπεδο προστασίας εκείνων που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας να μην είναι λιγότερο ευνοϊκά απ΄αυτά που προβλέπονται στους συγκεκριμένου τομείς, όπως π.χ. περιορισμοί στη χρήση αναγκαστικών μέτρων κ.λ.π., δεν είναι αρκετή. Ο Νόμος θα πρέπει να προβλέπει την υποχρέωση των αρχών να εφαρμόζουν τις σχετικές διατάξεις και στις εν λόγω περιπτώσεις. Η αναφορά σε Οδηγία ως προς την υποχρέωση των κρατών μελών να μεριμνούν επιβάλλει τη ρύθμιση του θέματος νομοθετικά στο εθνικό δίκαιο.

    Άρθρο 18ΟΖ – Μη επαναπροώθηση, βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, οικογενειακή ζωή και κατάσταση υγείας

    28. Η αναφορά στην υποχρέωση του Διευθυντή να λαμβάνει δεόντως υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, αποτελεί απλή αντιγραφή της Οδηγίας και δεν αναφέρει με πιο τρόπο οφείλει να το κάνει αυτό, δηλαδή δεν γίνεται μεταφορά της Οδηγίας. Η τήρηση της αρχής του συμφέροντος του παιδιού συνιστά μία από τις θεμελιώδεις αρχές της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού και αποτελεί τόσο ουσιαστικό δικαίωμα, δηλαδή την υποχρέωση των αρχών να λαμβάνουν υπόψη το συμφέρον του παιδιού, όσο και διαδικαστικό δικαίωμα, δηλαδή οι αρχές θα πρέπει να θέτουν σε ισχύ διαδικασίες οι οποίες διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές πράγματι λαμβάνουν το συμφέρον του παιδιού υπόψη τους πριν τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης.

    29. Είναι σημαντικό όπως το συμφέρον του παιδιού εξειδικευτεί με την εισαγωγή ειδικού άρθρου που να αφορά στα παιδιά, μέλη οικογενειών παρανόμως διαμένοντων υπηκόων τρίτων χωρών ή ασυνόδευτους ανήλικους και τα κριτήρια τα οποία θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό αυτού του συμφέροντος.

    30. Τα κριτήρια αυτά μπορούν να συνίστανται στην αξιολόγηση της οικογενειακής κατάστασης της κάθε οικογένειας και της θέσης του παιδιού στην οικογένεια, τις συνέπειες στην ισορροπημένη ανάπτυξη παιδιών που γεννήθηκαν στην Κύπρο, είναι σχολικής ηλικίας και παραμένουν για μακρύ χρονικό διάστημα στην Κύπρο, τη δυνατότητα του παιδιού να προσαρμοστεί στο περιβάλλον της χώρας όπου θα επιστραφεί, τη διάρκεια παραμονής τους στην Κύπρο, τους οικογενειακούς ή άλλους δεσμούς με τη χώρα στην οποία θα επιστραφεί, θέματα υγείας του παιδιού, το ενδεχόμενο το συμφέρον του παιδιού για οικονομικούς, πολιτισμικούς, οικογενειακούς ή άλλους λόγους να επιβάλλει όπως, σε περίπτωση που η απέλαση των γονέων του δεν μπορεί να αποφευχθεί, αυτό να πρέπει να παραμείνει στην Κύπρο υπό τη φροντίδα είτε άλλων συγγενικών του προσώπων είτε ανάδοχης οικογένειας κ.λ.π.. Τα πιο πάνω κριτήρια, θα πρέπει ενδεικτικά να συμπεριληφθούν στο νόμο, έτσι ώστε να παρέχεται καθοδήγηση στις αρμόδιες αρχές αναφορικά με την εφαρμογή της αρχής του συμφέροντος του παιδιού.

    31. Δεδομένου ότι αρμόδια αρχή για την προστασία των παιδιών είναι οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, θεωρώ απαραίτητο όπως η αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, αλλά και της οικογενειακής κατάστασης γίνεται από τις εν λόγω Υπηρεσίες και όχι από το Διευθυντή, ο οποίος ως μεταναστευτική αρχή δεν έχει την εξειδίκευση που απαιτείται για την αξιολόγηση των συμφερόντων των παιδιών και μάλλον δίνει περισσότερη βαρύτητα στο μεταναστευτικό έλεγχο παρά στο συμφέρον του παιδιού.

    32. Ακόμη πιο αποτελεσματικό θα ήταν εάν η αξιολόγηση του συμφέροντος του παιδιού γινόταν στο πλαίσιο πολυθεματικής ομάδας η οποία να αξιολογεί όλες τις πτυχές της κατάστασης στην οποία βρίσκεται ένα παιδί υπό απέλαση και η οποία να μπορεί να υποβάλλει ολοκληρωμένη έκθεση με τις εισηγήσεις της στο Διευθυντή πριν τη λήψη της σχετικής απόφασης. Η ίδια διαδικασία προβλέπεται στον νόμο αναφορικά με τους εικονικούς γάμους, αφού ο Διευθυντής αποφασίζει για την εικονικότητα ή μη του γάμου μετά την υποβολή έκθεσης από τη σχετική συμβουλευτική επιτροπή έτσι ώστε να μην πλήττεται το δικαίωμα στην οικογενειακή και ιδιωτική ζωή.

    33. Περαιτέρω, κατά τη διαδικασία αξιολόγησης του συμφέροντος του παιδιού, οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ή η πολυθεματική ομάδα, θα πρέπει να παραχωρούν στο παιδί το δικαίωμα να ακουστεί και να εκφράσει τις απόψεις του οι οποίες θα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη ανάλογα με την ηλικία και το βαθμό ωριμότητας του παιδιού.

    Άρθρο 18Π(4) και (6) – Απομάκρυνση

    34. Αναφορικά με τη λήψη αναγκαστικών μέτρων κατά τις διαδικασίες απέλασης σύμφωνα με το εδάφιο (4) και την αναφορά στο ότι τα μέτρα αυτά εφαρμόζονται κατά τα προβλεπόμενα στην κυπριακή νομοθεσία, όπως το παραθέτει και η Οδηγία, θα πρέπει να γίνει αναφορά στη σχετική με τα μέτρα αυτά νομοθεσία και εάν αυτή δεν υπάρχει, ο τρόπος εφαρμογής των εν λόγω μέτρων να προβλεφθεί μέσα στο ίδιο το νομοσχέδιο.

    35. Η γενική και αόριστη αναφορά στην κυπριακή νομοθεσία δεν συνιστά ορθή ενσωμάτωση της Οδηγίας.

    36. Περαιτέρω, είναι η θέση μου ότι τέτοια αναγκαστικά μέτρα κατά τις διαδικασίες απέλασης δεν μπορούν να εφαρμόζονται σε σχέση με παιδιά. Θα πρέπει να βρίσκονται άλλοι τρόποι, λιγότερο καταναγκαστικοί σε περίπτωση που παιδί αντιστέκεται την απέλαση και σε περίπτωση που αυτή δεν μπορεί να εκτελεστεί να αναβάλλεται.

    37. Στο εδάφιο (6) του εν λόγω άρθρου προβλέπεται ότι το Υπουργικό Συμβούλιο με βάση εισήγηση του Υπουργού Δικαιοσύνης θεσμοθετεί αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου της αναγκαστικής επιστροφής. Οι εν λόγω διατάξεις δεν εναρμονίζονται με το άρθρο 8, παράγραφος 6 της Οδηγίας, αφού η Οδηγία απαιτεί όπως τα κράτη μέλη προβλέπουν αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου της αναγκαστικής επιστροφής. Ή θα πρέπει το εν λόγω νομοσχέδιο να προβλέψει το αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου ή θα πρέπει να προβλεφθεί ότι αυτό θα γίνει με Κανονισμούς στη συνέχεια.

    38. Η αναφορά σε μια γενική και αόριστη υποχρέωση του Υπουργικού Συμβουλίου να θεσμοθετήσει τέτοιο σύστημα, χωρίς αναφορά με πιο τρόπο θα το κάνει αυτό, δεν συνιστά ορθή μεταφορά της Οδηγίας.


    Άρθρο 18ΠΒ – Επιστροφή και απομάκρυνση ασυνόδευτων ανηλίκων

    39.Η Επίτροπος διαφωνεί κάθετα με την εισαγωγή στο νομοσχέδιο αρμοδιότητας στην Επίτροπο Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού για παροχή βοήθειας στο Διευθυντή σε περίπτωση έκδοσης απόφασης επιστροφής εναντίον ασυνόδευτου ανηλίκου.

    40.Μια τέτοια αρμοδιότητα δεν συνάδει με τις αρμοδιότητες της Επιτρόπου όπως αυτές καθορίζονται στον θεσμικό της νόμο (Νόμος 74(Ι)/2007) ο οποίος παραχωρεί είτε ελεγκτικές αρμοδιότητες στην Επίτροπο, αναφορικά με το σεβασμό των δικαιωμάτων του παιδιού κατά τη λήψη αποφάσεων από τη διοίκηση, είτε αρμοδιότητες εκπροσώπησης των παιδιών σε διαδικασίες οι οποίες τα αφορούν, όπως για παράδειγμα την νομική εκπροσώπηση των ασυνόδευτων ανηλίκων στις διαδικασίες εξέτασης αιτήσεων ασύλου ή την εκπροσώπηση παιδιών σε δικαστήριο.

    41. Η παροχή βοήθειας στο Διευθυντή σε τέτοιες περιπτώσεις έρχεται σε σύγκρουση με την αρμοδιότητα της Επιτρόπου να ελέγχει κατά πόσο ο Διευθυντής τηρεί τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο αλλά και τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού.

    42. Μια τέτοια αρμοδιότητα ανήκει στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας οι οποίες είναι αρμόδιες βάσει και του περί Παίδων Νόμου να ενεργούν ως κηδεμόνες του ασυνόδευτου ανηλίκου και ως εκ τούτου να προστατεύουν τα δικαιώματα του παιδιού ή να παρέχουν οποιαδήποτε συνδρομή, προς το συμφέρον του παιδιού, σε οποιαδήποτε άλλη διοικητική αρχή όταν λαμβάνει αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά.

    43. Περαιτέρω, η παροχή βοήθειας είναι μια αόριστη και γενική έννοια και δεν εξειδικεύεται με τρόπο που να καθορίζει τις εν λόγω αρμοδιότητες. Η απλή αντιγραφή της Οδηγίας δεν συνιστά ορθή ενσωμάτωση για τη αποτελεσματική εφαρμογή της.

    44. Η Επίτροπος διαφωνεί κάθετα και με την αρμοδιότητα που έχει εισαχθεί στο εδάφιο (2) του εν λόγω άρθρου, σύμφωνα με την οποία η Επίτροπος εξακριβώνει ότι ο ασυνόδευτος ανήλικος θα επιστραφεί σε μέλος της οικογένειάς του. Η Επίτροπος δεν μπορεί να έχει τέτοια αρμοδιότητα, αφού αποτελεί ελεγκτικό όργανο και ως εκ τούτου έχει την ευθύνη να ελέγξει κατά πόσο ο ανήλικος πράγματι επιστρέφει σε μέλος της οικογένειάς του μετά την απομάκρυνσή του, αλλά ακόμα και εάν αυτό ήταν δυνατό με βάσης τις γενικές της αρμοδιότητες, δεν έχει ούτε το μηχανισμό ούτε τη δυνατότητα να ασκήσει τέτοια αρμοδιότητα.

    45. Σημειώνεται ότι η εν λόγω αρμοδιότητα σε σχέση με τους ασυνόδευτους ανήλικους που είναι αιτητές ασύλου ή πρόσφυγες ανήκει στην Υπηρεσία Ασύλου σύμφωνα με τον περί Προσφύγων Νόμο, ενώ η ίδια αρμοδιότητα σε σχέση με ασυνόδευτους ανήλικους οι οποίοι είναι θύματα εμπορίας και εκμετάλλευσης, ασκείται από το Διευθυντή σύμφωνα με τον περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης και Προστασίας των Θυμάτων Νόμο. Ως εκ τούτου, είναι οι διοικητικές αρχές που έχουν την ευθύνη εφαρμογής των σχετικών νόμων και των απελάσεων που θα πρέπει να είναι επιφορτισμένες με την υποχρέωση να διασφαλίζουν ότι το παιδί θα επιστραφεί σε μέλος της οικογένειάς του κ.λ.π.

    46. Σε περίπτωση που αυτό δεν είναι δυνατό να αναληφθεί από το Διευθυντή τότε και πάλι, η πιο κατάλληλη αρχή για να επιφορτιστεί με την εν λόγω αρμοδιότητα είναι οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας.





    Άρθρο 18ΠΕ- Εγγυήσεις ενόψει επιστροφής

    47. Η αναφορά σε αρχές της Δημοκρατίας γενικά και αόριστα, οι οποίες είναι επιφορτισμένες να μεριμνούν ότι εφαρμόζονται οι ελάχιστες εγγυήσεις ενόψει της επιστροφής είναι κατά την άποψή μου λανθασμένη. Θα πρέπει να γίνει αναφορά σε συγκεκριμένες αρχές που είναι αρμόδιες και υπόχρεες να διασφαλίζουν τα σχετικά δικαιώματα έτσι ώστε να γνωρίζει η κάθε αρχή τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το Νόμο.

    48. Ειδικότερα, σε ότι αφορά την εξασφάλιση της οικογενειακής ενότητας και τη λήψη υπόψη των αναγκών των ευάλωτων ατόμων, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι αρμόδιες αρχές είναι ο Διευθυντής και οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Σε ότι αφορά στην πρόσβαση σε επείγουσα ιατροφαρμακευτική περίθαλψη θα πρέπει να αναληφθεί από το Υπουργείο Υγείας, ενώ η διασφάλιση του δικαιώματος των παιδιών στο εκπαιδευτικό σύστημα θα πρέπει να αναληφθεί από το Υπουργείο Παιδείας.

    Άρθρο 18ΠΣΤ – Κράτηση

    49. Η εξέταση της νομιμότητας της κράτησης με προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος που προβλέπεται στο εδάφιο 3(α) δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η Οδηγία στο άρθρο 15, παράγραφος 2.

    50. Η Οδηγία καθορίζει ότι τα κράτη μέλη είτε προβλέπουν ταχεία δικαστική επανεξέταση της νομιμότητας της κράτησης είτε χορηγούν στον υπήκοο τρίτης χώρας το δικαίωμα να κινήσει διαδικασία για την ταχεία δικαστική επανεξέταση της νομιμότητας της κράτησης.

    51. Η προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος δεν προσφέρει ταχεία δικαστική επανεξέταση. Αντίθετα, όπως είναι σε όλους γνωστό, ο μέσος όρος των υποθέσεων στο Ανώτατο Δικαστήριο διαρκεί τουλάχιστον ένα με ενάμιση χρόνο, χρόνος που ξεπερνά κατά πολύ ακόμα και τον μέγιστο χρόνο κράτησης όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 15 (5) και (6) της Οδηγίας, που είναι έξι μήνες, πλέον δώδεκα, σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

    52. Έχω την άποψη ότι οι εν λόγω διατάξεις παραβιάζουν την Οδηγία και ότι είτε θα προβλεφθεί από το Νόμο ότι η ταχεία δικαστική επανεξέταση της νομιμότητας της κράτησης θα πρέπει να γίνεται με αίτηση Habeas Corpus αμέσως με την έκδοση απόφασης για κράτηση, είτε θα πρέπει να προβλεφθούν άλλες ειδικές διαδικασίες ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου.

    Άρθρο 18ΠΗ – κράτηση ανηλίκων

    53. Τόσο η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού όσο και η Οδηγία 2008/115/ΕΚ καθορίζουν ότι σε κάθε περίπτωση η κράτηση ανηλίκων θα πρέπει να αποφασίζεται ως έσχατο μέτρο και μόνο για το ελάχιστο απαιτούμενο χρονικό διάστημα. Περαιτέρω, η κράτηση ανηλίκων θα πρέπει να γίνεται σε ειδικούς χώρους που να λαμβάνουν υπόψη τις ανάγκες των ανηλίκων, να διασφαλίζεται η οικογενειακή ενότητα, σε περίπτωση οικογενειών, να μην κρατούνται με υπόδικους ή κατάδικους του κοινού ποινικού δικαίου κ.λ.π.

    54. Σύμφωνα και με το Ψήφισμα της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης 1707(2010) αναφορικά με την κράτηση αιτητών ασύλου και παράνομων μεταναστών στην Ευρώπη, το οποίο βασίζεται στις διεθνείς δεσμεύσεις των κρατών μελών σε σχέση με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά αποτελεί και δείγμα της πολιτικής βούλησης των δημοκρατικών λαών της Ευρώπης, τα ευάλωτα άτομα, κατά κανόνα δεν πρέπει να τίθενται υπό κράτηση και ειδικότερα οι ασυνόδευτοι ανήλικοι δεν πρέπει να τίθενται ποτέ υπό κράτηση.

    55. Υπό το φως των πιο πάνω καθώς και ενόψει του ότι στην Κύπρο, δεν υπάρχουν ειδικοί χώροι οι οποίοι να διασφαλίζουν τα δικαιώματα των παιδιών και να λαμβάνουν υπόψη τους τις ανάγκες τους, είναι η θέση μου ότι θα πρέπει να απαγορευθεί ρητά στο νόμο η κράτηση ανηλίκων κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις, είτε αυτοί βρίσκονται με την οικογένειά τους είτε είναι ασυνόδευτοι ανήλικοι. Το ίδιο ισχύει άλλωστε και στον περί Προσφύγων Νόμο, ο οποίος απαγορεύει ρητά την κράτηση ανηλίκων αιτητών ασύλου.

    56. Κάτι τέτοιο δεν απαγορεύεται από την Οδηγία η οποία επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν ευνοϊκότερες διατάξεις στο εθνικό τους δίκαιο.

    Άρθρο 13 Οδηγίας – Ένδικα μέσα

    57. Το άρθρο 13 της Οδηγίας δεν έχει μεταφερθεί ή δεν έχει μεταφερθεί ολοκληρωμένα στο σχετικό νομοσχέδιο.

    58. Το άρθρο 13 προβλέπει το δικαίωμα των υπηκόων τρίτων χωρών εναντίον των οποίων εκδίδεται απόφαση επιστροφής σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο. Στην παράγραφο 2 προβλέπεται ότι η αρχή ή το όργανο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, έχει την εξουσία να επανεξετάζει αποφάσεις που αφορούν την επιστροφή, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας προσωρινής αναστολής της επιβολής της εφαρμογής τους, εκτός εάν ήδη ισχύει προσωρινή αναστολή δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας.

    59. Η προσωρινή αναστολή που προβλέπεται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, δηλαδή ο Κανονισμός 13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 13 της Οδηγίας, το οποίο αναφέρεται σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο και το οποίο, σύμφωνα και με τη νομολογία του Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) επιβάλλει την αυτόματη αναστολή του μέτρου απέλασης με την καταχώρηση του σχετικού ένδικου μέσου.

    60. Ο Διαδικαστικός Κανονισμός 13 δεν προβλέπει την αυτόματη αναστολή του μέτρου απέλασης μέχρι την ακρόαση της μονομερούς ενδιάμεσης αίτησης που γίνεται στο πλαίσιο προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Αντίθετα μέχρι την καταχώρηση της ενδιάμεσης αίτησης, η οποία απαιτείται να γίνει με ένορκο δήλωση από τον Αιτητή σε γλώσσα που αυτός κατανοεί, τις αρχικές οδηγίες του Δικαστηρίου για επίδοση της αίτησης στην άλλη πλευρά, την καταχώρηση ένστασης από την άλλη πλευρά και στη συνέχεια την ακρόαση της αίτησης, η διοίκηση είναι ελεύθερη εν τω μεταξύ να προχωρήσει στην απομάκρυνση του υπηκόου τρίτης χώρας και, ως εκ τούτου, να καταστήσει το ένδικο μέσο της προσφυγής και της ενδιάμεσης μονομερούς αίτησης για αναστολή, εντελώς αναποτελεσματικό.

    61. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, έχω την άποψη ότι θα πρέπει να εισαχθούν διατάξεις που να προσδίδουν στην καταχώρηση της προσφυγής αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα στις περιπτώσεις που προσβάλλονται αποφάσεις για απέλαση, είτε θα πρέπει κατ΄ελάχιστον να τροποποιηθεί ο Κανονισμός 13 του Κανονισμού διαδικασίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, έτσι ώστε με την καταχώρηση της μονομερούς αίτησης στο Ανώτατο Δικαστήριο τουλάχιστον να αναστέλλεται αυτόματα οποιοδήποτε μέτρο απέλασης μέχρι την ακρόαση της αίτησης και την έκδοση απόφασης επ΄αυτής.

    62. Περαιτέρω, δεν έχει μεταφερθεί καθόλου η παράγραφος 3 του άρθρου 13 της Οδηγίας αναφορικά με το δικαίωμα των υπηκόων τρίτων χωρών να ζητούν νομικές συμβουλές, εκπροσώπηση από δικηγόρο και, εν ανάγκη, γλωσσική συνδρομή. Εξ’ όσων δε έχω παρατηρήσει, ούτε και στο νομοσχέδιο αναφορικά με την τροποποίηση του νόμου περί Νομικής Αρωγής έχει περιληφθεί τέτοια διάταξη.


    Γραφείο Επιτρόπου Προστασίας
    των Δικαιωμάτων του Παιδιού
    14 Μαρτίου 2011








Κατεβάστε το αρχείο Word Θέσεις της Επιτρόπου_αλλοδαπών και μετανάστευσης_110311.doc


Πίσω στην προηγούμενη σελίδα





Back To Top