Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Μετάβαση στο περιεχόμενο

Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

Ανεξάρτητος Εθνικός Οργανισμός Δικαιωμάτων του Παιδιού - Κύπρος


Τα τελευταία χρόνια, έχει γίνει μια μεγάλη και ουσιαστική μεταστροφή του κοινωνικού ενδιαφέροντος προς το παιδί. Η αναγνώριση της παιδικής ηλικίας ως μιας αυθύπαρκτης κοινωνικής κατηγορίας, δηλαδή ως μιας πληθυσμιακής ομάδας με ιδιαιτερότητες και ανάγκες διαφορετικές από αυτές των ενηλίκων, έχει οδηγήσει στον επαναπροσδιορισμό της έννοιας της παιδικότητας μετατοπίζοντας, παράλληλα, τις προτεραιότητες της παγκόσμιας κοινωνίας στο πιο ουσιαστικό και αναπόσπαστο συστατικό της, που δεν είναι άλλο από το παιδί. Πλέον, η νέα θεώρηση του παιδιού εξοβελίζει τις πεπαλαιωμένες αντιλήψεις που υπαγόρευαν ότι τα παιδιά είναι άγραφοι, κενοί χάρτες και άβουλα, πειθήνια ή παθητικά όντα. Αντί αυτού, αναγνωρίζεται από όλους ότι κάθε παιδί, χωρίς καμία διάκριση, είναι μοναδική και ανεπανάληπτη προσωπικότητα, με εγγενή αξιοπρέπεια η οποία πρέπει να τυγχάνει σεβασμού και αναγνώρισης ενώ, ταυτοχρόνως, έχει εμπεδωθεί ότι όλα τα παιδιά είναι φορείς αναπαλλοτρίωτων και αδιαπραγμάτευτων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Με τη Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Παιδιού που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 1989, αναγνωρίζεται διεθνώς και σε νομικό πλέον επίπεδο, ότι τα παιδιά αποτελούν ενεργό μέρος του κοινωνικού συνόλου και ότι πρέπει να συμβάλλουν με τις απόψεις, τις εμπειρίες και τις ανάγκες τους με καταλυτικό τρόπο στη διαμόρφωση της εκάστοτε κοινωνικής πραγματικότητας. Αυτό δεν αναιρεί το ευάλωτο των παιδιών ούτε και ακυρώνει τις επαυξημένες ανάγκες για παροχές και προστασία προς αυτά.

Ωστόσο, αυτό που αλλάζει με τη Σύμβαση, όπως θα προσπαθήσω να αναλύσω παρακάτω, είναι ότι το παιδί δεν ορίζεται μόνο μέσα από το πρίσμα της βιολογικής ανωριμότητας ή του ευάλωτου που το χαρακτηρίζει αλλά ούτε και ως ενήλικας σε μικρογραφία, ομογενοποιώντας το έτσι με τον κόσμο των μεγάλων. Η νοηματοδότηση του παιδιού συντελείται με εντελώς διαφορετικούς όρους από αυτούς του παρελθόντος, πάνω σε μια νέα βάση ως αφετηρία και με ένα καινούριο και αδιαμφισβήτητο δεδομένο: τα παιδιά, δεν αποτελούν ιδιοκτησία κανενός και βεβαίως δεν ανήκουν ως να είναι περιουσιακό στοιχείο οποιουδήποτε, ούτε αυτών των γονέων τους. Αυτό, μπορεί να ακούγεται, ιδιαίτερα σε εσάς τους γονείς προκλητικό και δύσπεπτο, πυροδοτώντας, πιθανώς, ανασφάλειες ή αντιστάσεις. Όμως, αυτό που στην πραγματικότητα επιβάλλει η Σύμβαση δεν είναι τίποτε άλλο από το εξής απλό και αυτονόητο: τα παιδιά δεν είναι μόνο το μέλλον, το αύριο αλλά το παρόν, το σήμερα. Τα παιδιά δεν τα φέρνουμε στον κόσμο για να καλύψουν δικές μας επιθυμίες ή κενά αλλά για να διαγράψουν τη δική τους μοναδική πορεία στο στίβο της ζωής. Τα παιδιά δεν είναι ούτε μικροί ενήλικες αλλά ούτε και αδύναμα, άπειρα, ατελή και άβουλα υποκείμενα. Τα παιδιά είναι παιδιά: με το δικό τους εσωτερικό κόσμο, με τα ολόδικά τους συναισθήματα, με τις δικές τους σκέψεις και ανησυχίες, με τα δικά τους αναφαίρετα δικαιώματα. (“Not mini human beings with mini human rights”)

Σπεύδω, για να προλάβω πιθανές αντιδράσεις και παρανοήσεις, να αναφέρω το πιο συχνό και, σχεδόν πλέον, αναμενόμενο ερώτημα που διατυπώνεται από γονείς και εκπαιδευτικούς: Τα παιδιά έχουν μόνο δικαιώματα; Δεν έχουν ευθύνες και υποχρεώσεις;

Και σε αυτό το ερώτημα απαντά, μέσα από τις πρόνοιες της, η Σύμβαση: Αν ένα παιδί μεγαλώσει σε ένα οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον που του παρέχει συναισθηματική ασφάλεια, σταθερότητα, αγάπη, επικοινωνία και σεβασμό στα δικαιώματά του τότε αυτό το παιδί θα μάθει με τη σειρά του ότι τα δικαιώματα δεν αφορούν μόνο το ίδιο αλλά όλους, ανεξαιρέτως, τους ανθρώπους – δηλαδή θα μάθει να σέβεται τα δικαιώματα των άλλων. Αν τα ανθρώπινα δικαιώματα γίνουν καθημερινό βίωμα και πράξη μέσα στην οικογένεια και στο σχολείο, τότε η γενεσιουργός αιτία πολλών ανησυχητικών φαινομένων που παρατηρούμε όλοι το τελευταίο διάστημα θα εξαλειφθεί στη βάση της.

Η Κυπριακή Δημοκρατία, έχει επικυρώσει τη Σύμβαση του ΟΗΕ το 1991, θέτοντας έτσι τις βάσεις για ουσιαστική αλλαγή στους νόμους και τις διαδικασίες, αλλά και την κουλτούρα και τις νοοτροπίες, που αφορούν άμεσα ή έμμεσα στα δικαιώματα των παιδιών. Η Σύμβαση υποχρεώνει τα κράτη που την υιοθέτησαν να αναπροσαρμόσουν το νομοθετικό τους πλαίσιο έτσι ώστε να επιτευχθεί το κύριο ζητούμενο, που δεν είναι άλλο από την προστασία και διασφάλιση των δικαιωμάτων των παιδιών σε όλα τα επίπεδα.

Τα άρθρα που συνθέτουν τη Σύμβαση δεν αποτελούν απλή παράθεση προνοιών και αρχών ανεξάρτητων μεταξύ τους. Αντιθέτως, παρουσιάζουν μεγάλη αλληλεξάρτηση και, ως εκ τούτου, η πλήρης κατανόησή τους προϋποθέτει την μελέτη της Σύμβασης ως ένα κείμενο ενιαίο, τόσο υφολογικά όσο και δομικά, το οποίο επιχειρεί, από τη μια, να διατηρήσει την ισορροπία ανάμεσα στο δικαίωμα συμμετοχής, αυτενέργειας και αυτορρύθμισης του παιδιού και, από την άλλη, στην υποχρέωση των Συμβαλλομένων Κρατών και όλων των εμπλεκομένων για παροχή φροντίδας και προστασίας στο παιδί.

Η Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Παιδιού, το όργανο των Ηνωμένων Εθνών που είναι υπεύθυνο για την παρακολούθηση της εφαρμογής της Σύμβασης σε κάθε κράτος που την επικύρωσε, θέλοντας, ακριβώς, να υπογραμμίσει τον ενοποιητικό χαρακτήρα που διέπει τη Σύμβαση έχει καθορίσει 4 βασικές αρχές (που αντλούνται από τις πρόνοιες των Άρθρων 2, 3, 6 και 12) που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ως καθοδηγητικές για την εφαρμογή όλων των υπολοίπων Άρθρων της Σύμβασης ξεχωριστά. Αυτές είναι:
· Η Αρχή του Δικαιώματος στη Ζωή, στην Επιβίωση και στην Ανάπτυξη: Το δικαίωμα του παιδιού στη ζωή και την ανάπτυξη είναι ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματά του. Τα Συμβαλλόμενα κράτη έχουν την υποχρέωση να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν το εγγενές δικαίωμα του παιδιού στη ζωή (Άρθρο 6).
· Η Αρχή της Διασφάλισης του Συμφέροντος του Παιδιού: Σύμφωνα με την αρχή αυτή, κάθε ενέργεια που λαμβάνεται με σημείο αναφοράς το παιδί από οποιαδήποτε δημόσια ή ιδιωτική αρχή θα πρέπει να λαμβάνει πρωτίστως υπόψη το συμφέρον του ίδιου του παιδιού (Άρθρο 3).
· Αρχή της Μη Διάκρισης, , αφού σύμφωνα με την αρχή αυτή, κάθε παιδί έχει δικαίωμα να απολαμβάνει χωρίς καμιά διάκριση όλα τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται από τη Σύμβαση και ταυτόχρονα τα Κράτη έχουν υποχρέωση να εξασφαλίζουν ότι όλα τα παιδιά που βρίσκονται στην επικράτειά τους έχουν τη δυνατότητα να τα απολαύσουν (Άρθρο 2).
· Η Αρχή της Συμμετοχής, η οποία σχετίζεται άμεσα με το θέμα της σημερινής εκδήλωσης, υπαγορεύει ότι κάθε παιδί έχει δικαίωμα να λαμβάνει πληροφόρηση σχετικά με ό,τι το αφορά αλλά και να του παρέχονται όλες εκείνες οι ευκαιρίες που θα του επιτρέψουν να διαμορφώσει τις δικές του απόψεις σε σχέση με τα θέματα αυτά. Το παιδί θα πρέπει να έχει την ευκαιρία όχι μόνο να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του αλλά αυτές να ακούγονται και να λαμβάνονται υπόψη, ανάλογα πάντα με την ηλικία και το βαθμό της ωριμότητάς του, στα πλαίσια των διαδικασιών λήψεως αποφάσεων (Άρθρο 12).

Η Σύμβαση είναι το πρώτο διεθνές νομικά δεσμευτικό κείμενο το οποίο αναγνωρίζει ρητά το δικαίωμα του παιδιού στη συμμετοχή. Το άρθρο 12 καθορίζει την υποχρέωση των Συμβαλλομένων Κρατών να διασφαλίσουν ότι τα παιδιά έχουν τις ευκαιρίες να εκφράσουν τις απόψεις τους σε όλα τα ζητήματα που τα αφορούν και οι απόψεις αυτές να ληφθούν υπόψη ανάλογα με το βαθμό ωριμότητάς τους. Πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 12 της Σύμβασης:

«1. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη οφείλουν να διασφαλίζουν στο παιδί που είναι ικανό να σχηματίσει τις δικές του απόψεις το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης των απόψεών του σχετικά με οποιοδήποτε θέμα που το αφορά, δίνοντας στις απόψεις του παιδιού το απαιτούμενο βάρος σύμφωνα με την ηλικία του και με το βαθμό ωριμότητας του.

2. Για τον σκοπό αυτό θα πρέπει ιδίως να δίνεται στο παιδί η δυνατότητα να ακούγεται από οποιαδήποτε διοικητική ή δικαστική διαδικασία που το αφορά, είτε άμεσα είτε μέσω ενός εκπροσώπου ή ενός αρμόδιου οργανισμού, κατά τρόπο συμβατό με τους διαδικαστικούς κανόνες της εθνικής νομοθεσίας.»

Είναι σαφές ότι η Σύμβαση δίνει μεγάλη βαρύτητα στην αξία της συμμετοχής. Οι λόγοι για τους οποίους κρίνεται σημαντική η συμμετοχή και η ανάμειξη των παιδιών στις διαδικασίες που τα αφορούν είναι πολυδιάστατοι. Οι σημαντικότεροι όμως είναι ότι, από τη μια, βελτιώνεται η διαδικασία λήψης αποφάσεων, αφού η συμμετοχή οδηγεί σε πιο ακριβείς και σχετικές αποφάσεις οι οποίες είναι πιο πιθανό να εφαρμοστούν με επιτυχία και, από την άλλη, προωθείται πιο αποτελεσματικά η προστασία των παιδιών, αφού μέσα από τη συμμετοχή αναδύονται στην επιφάνεια πολλά προβλήματα όπως π.χ. η κακοποίηση. Κάτι σχετικό και, κατά την άποψη μου, πιο ουσιαστικό, η συμμετοχή συμβάλλει στην πρόληψη, δηλαδή παιδιά που έχουν την δυνατότητα να μιλούν και να εκφράζουν τις απόψεις τους δεν επιδεικνύουν αποκλίνουσες τάσεις, λόγω αντίδρασης, όπως παραβατικότητα, αναρχία, ναρκωτικά, κτλ.

Βεβαίως, είναι αποδεκτό ότι το δικαίωμα του παιδιού να είναι μέρος στη λήψη αποφάσεων έχει συγκεκριμένες παραμέτρους και όρια . Όρια όμως που συμβαδίζουν με τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα της ψυχολογίας και των συναφών επιστημονικών κλάδων για την προαγωγή της ολόπλευρης και ολοκληρωμένης ανάπτυξής του, και τα οποία καθορίζονται με μοναδικό γνώμονα το συμφέρον του παιδιού.

H Σύμβαση ξεκάθαρα παρέχει την κύρια ευθύνη της προστασίας των παιδιών στους γονείς ή στους νόμιμους κηδεμόνες του αλλά, αμφισβητεί και τις παραδοσιακές θεωρήσεις εξουσίας των ενηλίκων, προωθώντας την ιδέα ότι τα παιδιά έχουν τουλάχιστον λόγο σε ό, τι τα αφορά .

Η έρευνα, αποδεικνύει ότι ακόμα και από τη γέννησή του το κάθε παιδί «κουβαλά» μαζί του τις δικές του «αποσκευές» οι οποίες το καθιστούν μοναδικό και ανεπανάληπτο ον, διαμορφούμενο τόσο από βιολογικούς όσο και από περιβαλλοντικούς παράγοντες. Η Σύμβαση, επιδιώκοντας να δώσει έμφαση στη σημασία και τη συνεισφορά των περιβαλλοντικών παραγόντων που σχετίζονται με την υγιή συναισθηματική, σωματική, κοινωνική και γνωστική ανάπτυξη του παιδιού, περιλαμβάνει πρόνοιες οι οποίες μέσα από συγκεκριμένα άρθρα αναγνωρίζουν την υποχρέωση όλων (οικογένειας και κράτους), να καθίσταται το παιδί υποκείμενο προστασίας. Μιας όμως προστασίας η οποία παρέχεται με τρόπο ενεργητικό και όχι παθητικό αλλά και με μεθόδους οι οποίες εξοπλίζουν το παιδί με μια εργαλειοθήκη που εμπεριέχει αξίες, γνώσεις, δεξιότητες και στάσεις αναγκαίες για τη σταδιακή χειραφέτησή του και όχι με στόχο τη χειραγώγησή του. Αν το ζητούμενο είναι η δημιουργία προσωπικοτήτων ελεύθερων, με κριτική και αυτόνομη σκέψη τότε η εκπαίδευση, η φροντίδα και η προστασία που οι ενήλικες προσφέρουν στα παιδιά θα πρέπει να έχει ως κύρια επιδίωξη την αυτενέργεια και την αυτορρύθμιση του παιδιού σε όλες τις πτυχές της ζωής του.

Τα δικαιώματα παροχής φροντίδας και προστασίας καθώς και τα δικαιώματα για πρόσβαση στην εκπαίδευση και τους στόχους της, συνδέονται άμεσα με το δικαίωμα συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων και την ελευθερία έκφρασης γνώμης. Η Σύμβαση αναγνωρίζει, από τη μία, ότι τα παιδιά χρειάζονται ειδική φροντίδα και προστασία ενώ, από την άλλη, τους παρέχει βαθμούς ελευθερίας αντιμετωπίζοντάς τα ως δικαιούχους δικαιωμάτων τα οποία προϋποθέτουν συγκεκριμένες δυνατότητες εκ μέρους των παιδιών. Η κλασική διαμάχη ανάμεσα στις ανάγκες των παιδιών από τη μια και στα δικαιώματα των παιδιών από την άλλη, αποτελεί ψευδοδίλημμα αφού η ανάγκη για προστασία δεν αντιπαλεύει το δικαίωμα συμμετοχής .

Όπως, πολύ σωστά, το θέσατε, μέσα από το θέμα της σημερινής εκδήλωσης, η συμμετοχή ισούται με την προστασία, γιατί ακριβώς η άσκηση του δικαιώματος συμμετοχής από μικρή κιόλας ηλικία στην ουσία εξοπλίζει κάθε παιδί ενδυναμώνοντάς τις αντιστάσεις του, γεγονός που του δημιουργεί αυτόματα μια ισχυρή ασπίδα προστασίας. Κι αυτό γιατί ένα παιδί που αισθάνεται άνετα να εκφράσει τις ιδέες και τα συναισθήματα του, τόσο στην οικογένεια όσο και στην σχολική τάξη, ένα παιδί που ξέρει ότι έχει δικαίωμα να είναι σεβαστή από όλους η αξιοπρέπειά του, ένα παιδί που γνωρίζει ότι αξίζει να το αγαπούν και να το εκτιμούν, θα είναι με τη σειρά του ένα παιδί που δύσκολα θα γίνει υποχείριο οποιουδήποτε προσπαθήσει να το εκμεταλλευτεί ή να το κακοποιήσει ή που δύσκολα το ίδιο θα κακοποιήσει ή παραβιάσει δικαιώματα άλλων και, που εάν αυτό συμβεί, θα ξέρει πως πάντα υπάρχει κάποιος που μπορεί να το ακούσει, να το λάβει υπόψη, να το καταλάβει και να του παρέχει προστασία.

Βέβαια, η επίτευξη της ισορροπίας ανάμεσα σε αυτή τη διπολική σχέση προστασίας και συμμετοχής αποτελεί πρόκληση. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τις δυσκολίες που προκύπτουν από την πρακτική εφαρμογή των όσων απορρέουν από το άρθρο 12 της Σύμβασης, ιδιαιτέρως στα πλαίσια της οικογένειας και του σχολείου, αφού τα κλασικά μοντέλα γονεϊκής συμπεριφοράς και σχολική διοίκησης παραμερίζονται και στη θέση τους αναδύονται πιο σύγχρονα και δημοκρατικά μοντέλα οικογενειακής και σχολικής δομής, με στόχο τη διασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού.

Η οικογένεια, αναμφίβολα, αποτελεί πυρηνικό στοιχείο της κοινωνίας μας και ως θεσμός πρέπει να προστατεύεται και να στηρίζεται από το κράτος. Τα παιδιά από τη βρεφική ηλικία μέχρι την ενηλικίωσή τους έχουν ανάγκη να αλληλεπιδρούν με τους ενήλικες για να οικοδομήσουν την δική τους προσωπική ταυτότητα και ο τρόπος με τον οποίο αυτή η ανάγκη ικανοποιείται ποικίλει ανάλογα με τις ικανότητες, το ρυθμό ανάπτυξης του κάθε παιδιού ξεχωριστά και το πολιτισμικό πλαίσιο. Γι’ αυτό, η κύρια ευθύνη για την ανατροφή και την ανάπτυξη του παιδιού ανήκει στους γονείς (άρθρο18), του οι οποίοι υποχρεούνται να δρουν με βάση την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του παιδιού και να του παρέχουν κατά τρόπο που ανταποκρίνεται στις αναπτυσσόμενες ικανότητές του, την κατάλληλη καθοδήγηση και συμβουλές για να ασκούν τα δικαιώματά τους. Αυτό προϋποθέτει την κατανόηση από την πλευρά των γονέων ότι, ανάλογα με τη διαδικασία ωρίμανσης του κάθε παιδιού, πρέπει να καλλιεργείται στο παιδί από μικρή ηλικία η αυτονομία, η υπευθυνότητα και η αυτενέργεια αφού αυτές οι δεξιότητες αποτελούν τα θεμέλια για την άσκηση του δικαιώματος συμμετοχής και για την ικανότητα διεκδίκησης των δικαιωμάτων του η οποία λειτουργεί ως προστατευτικό και προληπτικό μέτρο.

Η συμμετοχή του παιδιού στην ιδιωτική σφαίρα και, συγκεκριμένα, εντός του πυρήνα της οικογένειας, δεν αποτελεί μόνο δικαίωμα αλλά και ανάγκη. Το παιδί, από τη βρεφική ηλικία, κατά τη διάρκεια της οποίας παρατηρούνται ραγδαίες και καθοριστικές αλλαγές στη νοητική και γνωστική ανάπτυξή του, έχει ανάγκη την επικοινωνία με τους γονείς του έτσι ώστε να δημιουργηθούν και να εμπλουτιστούν τα υπάρχοντα γνωστικά του σχήματα. Από τον πρώτο κιόλας χρόνο της ζωής του, το παιδί επιδιώκει ενσυνείδητη επικοινωνία με το περιβάλλον του αφού από πολύ νωρίς, αισθάνεται την ανάγκη για επαφή, αποδοχή, στοργή, ασφάλεια και αγάπη μέσα στα πλαίσια ενός οικογενειακού αλλά και σχολικού περιβάλλοντος ικανού να τα προσφέρει.

Επομένως, ακρογωνιαίος λίθος της συμμετοχής, σε κάθε ηλικιακό και αναπτυξιακό στάδιο, είναι η επικοινωνία. Οι στρατηγικές που προωθούν εντός της οικογένειας και του σχολείου τη δημιουργία συνθηκών τέτοιων που να διευκολύνουν και να ανοίγουν τα κανάλια επικοινωνίας, αποτελούν τελικά το κλειδί για την εφαρμογή των δικαιωμάτων συμμετοχής. Όταν τα κανάλια επικοινωνίας παιδιού και ενηλίκων κλείσουν, τότε η ουσιαστική αλληλεπίδραση χάνεται με άμεσο αποτέλεσμα τη συναισθηματική απομάκρυνση του παιδιού από τους γονείς του ή από τους σημαντικούς ενήλικες της ζωής του (π.χ. εκπαιδευτικούς), γεγονός που καταργεί τις ευκαιρίες για συμμετοχή του παιδιού και, ταυτόχρονα, θέτει σε κίνδυνο την προστασία του. Κανένα παιδί και κανένας έφηβος δεν θα μοιραστεί τους φόβους, τις ανασφάλειες, τα προβλήματα, τις επιθυμίες και τα θέλω του, αν αισθάνεται ότι οι τελικοί αποδέκτες, δεν είναι ικανοί να τα ακούσουν, να τα κατανοήσουν, να τα συζητήσουν και να τα σεβαστούν.

Σε διαβουλεύσεις που έχω συνέχεια με παιδιά, είτε στο Γραφείο μου είτε σε σχολεία που επισκέπτομαι, εκείνο που βγαίνει πάντοτε είναι η επισήμανση των ίδιων των παιδιών για την ανάγκη να μιλούν, να διαβουλεύονται να έχουν κάποιον να τα ακούσει. Χαρακτηριστικά, όταν συζητούσαμε θέματα αναρχίας και νεανικής παραβατικότητας ή επεισοδίων σε σχολεία, ενώ καταδίκαζαν τα συμβάντα λέγοντας ότι τους πληγώνουν τέτοια γεγονότα στο Σχολείο τους, ανέφεραν και το εξής χαρακτηριστικό « Τι πρέπει να κάμει ένα παιδί αφού δεν έχει κανένα να το ακούσει, να το καταλάβει;» Παιδιά που είχαν εμπλακεί σε παραβατικές ομάδες και παρασύρθηκαν σε πράξεις αναρχίας ανέφεραν: «αυτοί οι φίλοι με έκαναν να νιώσω σημαντικός, μου έδειξαν εκτίμηση, σέβονται την αξιοπρέπεια μου, με ακούν». Σε διαβούλευση που είχα με παιδιά, πρόσφατα, στο Γραφείο μου, τα ίδια τα παιδιά επισήμαναν την ανάγκη να λαμβάνουν σχετική πληροφόρηση και να έχουν την ευκαιρία να συζητήσουν σχετικά με τα θέματα που αφορούν την αναπαραγωγική και σεξουαλική τους υγεία και δικαιώματα, τόσο με τους γονείς τους όσο και με τους εκπαιδευτικούς τους. Τα παιδιά δήλωσαν ότι δεν έχουν ταμπού γύρω από τα θέματα αυτά, σε αντίθεση, όπως είπαν, από τους γονείς και τους άλλους ενήλικες. Τα παιδιά υπέδειξαν ότι ενώ έχουν απορίες και ερωτήματα δεν έχουν από κάποιο υπεύθυνο πρόσωπο πληροφόρηση με αποτέλεσμα να καταφεύγουν σε αναξιόπιστες πηγές πληροφόρησης όπως είναι το διαδίκτυο και οι συνομήλικοι.

Βέβαια, η πλήρης εφαρμογή του δικαιώματος συμμετοχής, όπως έχω ήδη τονίσει, δεν σημαίνει ότι τα παιδιά πρέπει να αφήνονται χωρίς όρια και να επιβάλλουν τους δικούς τους κανόνες, αφού έχουν έντονα την ανάγκη οριοθέτησης έτσι ώστε να αποκτήσουν δεξιότητες που ενισχύουν την αυτονομία τους σε κάθε στάδιο της ζωής τους.

H ικανότητα για αυτοέλεγχο και αυτοκυριαρχία κτίζεται και υποστηρίζεται από γονείς και εκπαιδευτικούς που καθοδηγούν το παιδί με θετικό τρόπο, δημιουργούν τις κατάλληλες συνθήκες για συμμετοχή, βοηθούν τα παιδί να φτιάξει πλάνα και να θέσει στόχους, εξηγούν τους κανόνες και τις απαγορεύσεις ενώ παράλληλα δείχνουν με το παράδειγμά τους την επιθυμητή συμπεριφορά.

Καταλήγοντας, θεωρώ σημαντικό να γίνει απολύτως κατανοητό ότι στόχος της Σύμβασης δεν είναι η αμφισβήτηση του γονεϊκού ρόλου ή της υπονόμευσης του ρόλου των γονέων ως των κατ’ εξοχήν υπεύθυνων για την ανατροφή των παιδιών τους. Αντιθέτως, η Σύμβαση αποτελεί ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο το οποίο διευκολύνει τη ζωή των παιδιών καθιστώντας την πιο υγιή, ασφαλή και ευτυχισμένη μέσα από την προώθηση της υποχρέωσης που έχουν οι γονείς και γενικότερα οι ενήλικες να ενθαρρύνουν τη συμμετοχή των παιδιών, την ανάπτυξη δεξιοτήτων επικοινωνίας και αυτενέργειας και την προώθηση της ελευθερίας έκφρασης μειώνοντας έτσι την εξάρτηση και τη θυματοποίηση. Γι΄ αυτό, οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί που επιδιώκουν να κάνουν καθημερινό τους βίωμα το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα πρέπει να στηριχθούν από την πολιτεία, η οποία, με τη σειρά της, είναι υποχρεωμένη να θέσει ως προτεραιότητά της την υποστήριξη του δύσκολου έργου τους. Το όραμα της Σύμβασης για ενσωμάτωση των βασικών αρχών της από όλη την κοινωνία και ιδιαίτερα του δικαιώματος συμμετοχής των παιδιών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων μπορεί και πρέπει να γίνει κοινό όραμα όλων μας.









Κατεβάστε το αρχείο Word Ομιλια Έγκωμη_06.05.10.doc


Πίσω στην προηγούμενη σελίδα





Back To Top