Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Μετάβαση στο περιεχόμενο

Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού

Ανεξάρτητος Εθνικός Οργανισμός Δικαιωμάτων του Παιδιού - Κύπρος

Θέση Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού αναφορικά με το διυπηρεσιακό χειρισμό περιπτώσεων ενδοοικογενειακής βίας που αφορούν παιδιά
Λευκωσία, Ιούλιος 2012





A. Αντικείμενο της Θέσης

Σύμφωνα με τον Περί Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Νόμο του 2007 [Ν.74(Ι)/2007], στο εξής «ο Νόμος», η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού έχει ως αποστολή την προάσπιση και προαγωγή των δικαιωμάτων του παιδιού (άρθρο 3).

Προς επίτευξη της αποστολής της, η Επίτροπος έχει σειρά αρμοδιοτήτων που περιλαμβάνουν, «τον έλεγχο και την παρακολούθηση νομοθεσιών και πρακτικών και την υποβολή προτάσεων, με στόχο την εναρμόνιση της νομοθεσίας με σχετικές διεθνείς συμβάσεις» [άρθρο 4(1)(ε)], καθώς και «τη διαφώτιση και ευαισθητοποίηση της κοινωνίας, έτσι ώστε αυτή να κινητοποιηθεί και να διασφαλίσει πρακτικά τα δικαιώματα των παιδιών στην οικογένεια, στο σχολείο, στην κοινότητα και στην κοινωνία γενικώς»[άρθρο 4(1)(β)].

Μέσα στα πλαίσια επίτευξης των αρμοδιοτήτων της, η Επίτροπος δύναται, ανάμεσα σε άλλα, να «αξιολογεί το αποτέλεσμα της διερεύνησης παραπόνων από οποιαδήποτε αρχή ή Υπηρεσία αναφορικά με την παραβίαση των δικαιωμάτων του παιδιού» [άρθρο 4(2)(ι)] και να «απευθύνει συστάσεις και εισηγήσεις προς όλους τους αρμόδιους φορείς που ασχολούνται με τα παιδιά και, κατά την κρίση της, δίνει δημοσιότητα σ’ αυτές» [άρθρο 4(2)(δ)].

Στην άσκηση των πιο πάνω αρμοδιοτήτων της η Επίτροπος κρίνει ότι ενδείκνυται να δημοσιοποιήσει την παρούσα Θέση της αναφορικά με το διυπηρεσιακό χειρισμό περιπτώσεων ενδοοικογενειακής βίας που αφορούν παιδιά.
Μεταξύ Δεκεμβρίου 2010 και Σεπτεμβρίου 2011 διεξήχθη έρευνα από την Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού με βάση παράπονο που της υπέβαλε Μ.Κ.Ο. με επιστολή ημερομηνίας 21/12/2010, σχετικά με το χειρισμό περιστατικού ενδοοικογενειακής βίας από την Αστυνομία και τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Το θέμα αφορά πολύπλοκη υπόθεση τετράχρονου παιδιού που χρήζει σφαιρικής διυπηρεσιακής αντιμετώπισης και χειρισμού από διάφορες Υπηρεσίες στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους.
Λόγω του ότι, η Επίτροπος το τελευταίο χρονικό διάστημα έλαβε αριθμό παραπόνων που άπτονται του ίδιου θέματος, τα οποία έχουν ήδη διερευνηθεί, θεωρεί ότι ενδείκνυται να τοποθετηθεί σφαιρικά στο θέμα της διυπηρεσιακής συνεργασίας και της αποτελεσματικότητας των υπηρεσιών που προσφέρονται στα παιδιά και τις οικογένειες τους στα πλαίσια του Προγράμματος για τη Βία στην Οικογένεια. Στόχος της Επιτρόπου είναι να προβεί σε συγκεκριμένες εισηγήσεις προς στα αρμόδια Υπουργεία και Υπηρεσίες, οι οποίες, ευελπιστεί ότι, θα αποτελέσουν χρήσιμο εργαλείο στην προσπάθεια όλων μας για διασφάλιση των δικαιωμάτων των παιδιών.

B. Το παράπονο
Τα γεγονότα που παρέθεσε στην Επίτροπο η Μ.Κ.Ο. με την επιστολή της, ημερομηνίας 21/12/2010, έχουν περιληπτικά ως εξής:
Στις 15/12/10 ο πατέρας τετράχρονου παιδιού, κακοποίησε τη σύζυγό του και μητέρα του παιδιού, παρουσία του παιδιού. Στις 16/12/10 η μητέρα αποτάθηκε σε Αστυνομικό Σταθμό για να υποβάλει καταγγελία. Οι αστυνομικοί την παρέπεμψαν για εξέταση στο Γενικό Νοσοκομείο και της έδωσαν οδηγίες όπως αποταθεί ξανά κοντά τους με την ιατρική έκθεση στις 17/12/10 και ώρα 7μ.μ. Στις 17/12/10 και ώρα 7μ.μ. η μητέρα μετέβηκε εκ νέου στον Αστυνομικό Σταθμό με την ιατρική έκθεση, συνοδευόμενη από το παιδί της. Η Αστυνομία δεν προέβηκε στη λήψη κατάθεσης, αλλά κάλεσε στον Αστυνομικό Σταθμό τον πατέρα. Μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με την επί καθήκοντι Λειτουργό των ΥΚΕ, το παιδί δόθηκε στη φύλαξη του πατέρα του. Στις 20/12/10 η Αστυνομία έλαβε κατάθεση από τη μητέρα αναφορικά με το περιστατικό άσκησης βίας εναντίον της, στις 15/12/10. Ταυτόχρονα, η Αστυνομία την ενημέρωσε ότι, ο σύζυγός της είχε προβεί σε καταγγελία εναντίον της στις 15/12/10, για άσκηση βίας από την ίδια στο παιδί τους. Μέχρι την ημερομηνία υποβολής του παραπόνου στην Επίτροπο, το παιδί διέμενε με τον πατέρα του χωρίς να έχει επαφή με τη μητέρα του. Στην επιστολή της η Μ.Κ.Ο. ισχυρίζεται ότι, εξαιτίας του κακού χειρισμού της υπόθεσης τόσο από την Αστυνομία όσο και από τις ΥΚΕ, έχουν παραβιαστεί τα δικαιώματα του παιδιού.

Γ. Περιγραφή Έρευνας:
Στα πλαίσια διερεύνησης του παραπόνου, Λειτουργός του Γραφείου της Επιτρόπου επικοινώνησε τηλεφωνικά στις 18/2/2011 με Λειτουργό της Μ.Κ.Ο. για περαιτέρω συλλογή δεδομένων σχετικά με την υπόθεση. Στη συνέχεια, η Επίτροπος με ξεχωριστές επιστολές της, ημερομηνίας 3/3/2011, παρενέβη προς την Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και τον Αρχηγό Αστυνομίας. Στις δύο παρεμβάσεις, η Επίτροπος, αφού έθεσε τα γεγονότα όπως είχαν τεθεί ενώπιον της και ανέλυσε τις σχετικές για το θέμα πρόνοιες της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού και τις συνεπαγόμενες υποχρεώσεις του κράτους που απορρέουν από αυτές καθώς και τις πρόνοιες του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000 και 2004 [Νόμος 119(Ι)/2000 και 212(Ι)/2004], έθεσε σειρά ερωτημάτων για απάντηση. Όπως ανέφερε στις παρεμβάσεις της, «εγείρονται διάφορα ερωτήματα τα οποία με ωθούν να διερευνήσω κατά πόσο στη προκειμένη περίπτωση οι εφαρμοσμένες διαδικασίες και πρακτικές διασφάλισαν τα δικαιώματα του παιδιού».
Στην παρέμβαση της προς την Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η Επίτροπος αναφέρει:
«Ως εκ των πιο πάνω, παρακαλώ όπως δώσετε οδηγίες ώστε η συγκεκριμένη περίπτωση διερευνηθεί και να ενημερωθώ το συντομότερο δυνατό για τα ακόλουθα:
(i). Κατά πόσο η εν λόγω οικογένεια τυγχάνει στήριξης από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας; Εάν ναι, στα πλαίσια ποιού προγράμματος, από πότε και με ποια συχνότητα;
(ii) Ποιες υποστηριχτικές παροχές παραχωρήθηκαν στην εν λόγω οικογένεια από τις 17/12/10;
(iii) Σε περίπτωση που αληθεύει ο ισχυρισμός ότι υπάρχει ιστορικό βίας στην οικογένεια με θύτη τον …… (όνομα πατέρα) το οποίο είναι σε γνώση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, πώς αξιολογήθηκε από τα αρμόδια πρόσωπα των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας σε συνεργασία με τα αρμόδια πρόσωπα της Αστυνομίας ότι ήταν πρωτίστως προς το συμφέρον του παιδιού να δοθεί στον πατέρα του στις 17/12/2010;
(iv) Σε περιπτώσεις που οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας καλούνται να λάβουν αποφάσεις σε θέματα βίας στην οικογένεια, με βάση ποιες θεσμοθετημένες διαδικασίες/πρακτικές αξιολογούνται από τα αρμόδια πρόσωπα οι επιπτώσεις των αποφάσεων αυτών στα παιδιά ούτως ώστε να διασφαλίζεται ότι αυτές είναι πρωτίστως προς το συμφέρον των παιδιών;
(v) Με ποιο τρόπο γίνεται αξιολόγηση των υπηρεσιών που παρέχουν οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας στα πλαίσια του Προγράμματος για τη Βία στην Οικογένεια;»
Στην παρέμβασή της προς τον Αρχηγό της Αστυνομίας, η Επίτροπος αναφέρει:
«Ως εκ των πιο πάνω, παρακαλώ όπως δώσετε οδηγίες ώστε η συγκεκριμένη περίπτωση διερευνηθεί και να ενημερωθώ το συντομότερο δυνατό για τα πιο κάτω:
(i) Σε περίπτωση που αληθεύει ο ισχυρισμός ότι υπάρχει ιστορικό βίας στην οικογένεια με θύτη τον ……(όνομα πατέρα) το οποίο είναι σε γνώση της Αστυνομίας, πώς αξιολογήθηκε από τα αρμόδια πρόσωπα της Αστυνομίας σε συνεργασία με τα αρμόδια πρόσωπα των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ότι ήταν πρωτίστως προς το συμφέρον του παιδιού να δοθεί στον πατέρα του στις 17/12/2010;
(ii) Σε περιπτώσεις που η Αστυνομία καλείται να λάβει αποφάσεις σε θέματα βίας στην οικογένεια, με βάση ποιες θεσμοθετημένες διαδικασίες/πρακτικές αξιολογούνται από τα αρμόδια πρόσωπα οι επιπτώσεις των αποφάσεων αυτών στα παιδιά ούτως ώστε να διασφαλίζεται ότι αυτές είναι πρωτίστως προς το συμφέρον των παιδιών;»

Η Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με επιστολή της προς την Επίτροπο, ημερομηνίας 22/6/2011, έδωσε απαντήσεις στα πιο πάνω ερωτήματα της Επιτρόπου, οι οποίες συνοψίζονται στα ακόλουθα:


(i) Η εν λόγω οικογένεια έχει ιστορικό ενδοοικογειακής βίας. Ως εκ τούτου, επιβλέπεται από τις ΥΚΕ στα πλαίσια του κλάδου Οικογένεια και Παιδί από τις 29/7/2008. Λόγω των προβλημάτων στις σχέσεις του ζεύγους, μεταξύ των οποίων και αλληλοκατηγορίες για άσκηση βίας, το ζεύγος καθοδηγήθηκε από Λειτουργό των ΥΚΕ, και αποδέχθηκε βοήθεια από ψυχολόγο.
(ii) Η μητέρα, μετά το τελευταίο περιστατικό βίας εναντίον της, εγκατέλειψε την οικογενειακή στέγη και ανέλαβε τη φύλαξη του παιδιού της. Λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει καθοδηγήθηκε από τις ΥΚΕ και υπέβαλε αίτηση για παροχή Δημόσιου Βοηθήματος η οποία, μέχρι την ημερομηνία αποστολής της επιστολής της Υπουργού, εξεταζόταν. Η περίπτωση, σύμφωνα, με την επιστολή της Υπουργού, θα συνεχίσει να επιβλέπεται συστηματικά από τις ΥΚΕ για την αναγκαία στήριξη και καθοδήγηση των γονιών προκειμένου να έχουν αποτελεσματική συνεργασία προς όφελος του παιδιού τους.
(iii) Σχετικά με τα γεγονότα όπως εξελίχθηκαν στις 17/12/2010, η απάντηση της Υπουργού αναφέρει τα ακόλουθα:
«Στις 16/12/10 η ….. (όνομα μητέρας) ανέφερε στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ότι ο σύζυγός της την κτύπησε και καθοδηγήθηκε όπως αποταθεί στην αστυνομία αφού, σύμφωνα με την ίδια, έφερε κακώσεις στα χέρια. Στις 17/12/10 η …. ενημέρωσε εκ νέου τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ότι κατάγγειλε το περιστατικό στον Αστυνομικό Σταθμό …….(όνομα Αστυνομικού Σταθμού). Το βράδυ της 17/12/2010 η επί καθήκοντι Λειτουργός των ΥΚΕ ενημερώθηκε από την αστυνομία ότι το ζεύγος βρισκόταν σε αστυνομικό σταθμό με αλληλοκατηγορίες για άσκηση σωματικής βίας και υπήρχε έντονη διαφωνία για το ποιος από τους δυο θα κρατούσε το παιδί. Ο πατέρας αρνείτο να δεχτεί να πάρει η μητέρα το παιδί επικαλούμενος την ανάγκη να γνωρίζει τον τόπο διαμονής του παιδιού του και η μητέρα, αρνείτο να του αποκαλύψει που θα έμενε με το παιδί. Η επί καθήκοντι Λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών πρότεινε στον πατέρα να αποδεχθεί τη διευθέτηση να πάει το παιδί με τη μητέρα του και να γνωστοποιηθεί η διεύθυνση τους στην Αστυνομία και στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας αλλά ο ίδιος δεν αποδέχτηκε…. Η Αστυνομία, παρότι διαβεβαίωσε τη Λειτουργό ότι θα γινόταν ο πιο πάνω χειρισμός, εντούτοις και ενόψει της ένστασης του πατέρα, επέτρεψε στον ίδιο να πάρει το παιδί μαζί του».
(iv) Αναφορικά με τις θεσμοθετημένες διαδικασίες/πρακτικές βάση των οποίων αξιολογούνται, από τα αρμόδια πρόσωπα, οι επιπτώσεις των αποφάσεων σε θέματα ενδοοικογενειακής βίας στα παιδιά, η Υπουργός αναφέρει τα ακόλουθα:
«Οι παρεμβάσεις στις περιπτώσεις περιστατικών βίας στην οικογένεια και βίας ενάντια στα παιδιά, βασίζονται στις πρόνοιες των Περί Βίας στην Οικογένεια 119(Ι)/2000 και 212(Ι)/2004 Νόμων καθώς και στις ενδοτμηματικές διαδικασίες του εγχειριδίου λειτουργίας των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας Β.ΙΙ.11-11.2 όπως και στις Διατμηματικές Διαδικασίες χειρισμού περιστατικών Βίας στην Οικογένεια 2002».
(v) Τέλος, καθόσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αξιολόγηση των υπηρεσιών που παρέχουν οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας στα πλαίσια του Προγράμματος για τη Βία στην Οικογένεια, αυτή γίνεται ενδοτμηματικά από τις ΥΚΕ ενώ είναι σε εξέλιξη διαδικασία για εξωτερική αξιολόγηση του όλου Προγράμματος καθώς και της Νομοθεσίας που το διέπει.

Ο Αρχηγός της Αστυνομίας απάντησε στην Επίτροπο με επιστολή του, ημερομηνίας 29/9/2011, στην οποία επισυνάπτονταν επιστολές του Υπεύθυνου του Γραφείου Χειρισμού Θεμάτων Βίας στην Οικογένεια, του Υπεύθυνου του Αστυνομικού Σταθμού στον οποίο εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα στις 17/12/2010 και του Υπεύθυνου του Αστυνομικού Σταθμού στον οποίο έγινε καταγγελία από τη μητέρα για άσκηση βίας από το σύζυγό της, το 2007. Οι απαντήσεις που δόθηκαν στην Επίτροπο, αναφορικά με τα ερωτήματά της, μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:
(i) Αναφορικά με τις αλληλοκατηγορίες μεταξύ του ζεύγους για άσκηση βίας, που οδήγησαν στα γεγονότα στις 17/12/10, ο Υπεύθυνος του Αστυνομικού Σταθμού στον οποίο έγιναν οι καταγγελίες, αναφέρει συνοπτικά ότι:
 Στις 15/12/10 ο πατέρας προσήλθε στον Αστυνομικό Σταθμό και ισχυρίστηκε ότι η σύζυγός του κτύπησε το γιο τους ηλικίας 4 ετών. Την ίδια μέρα δόθηκε από την Αστυνομία στον πατέρα ιατρικό έντυπο για να μεταφέρει το ανήλικο παιδί του στις Α΄ Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου για να εξετασθεί. Την ίδια μέρα ο παραπονούμενος προσήλθε στο Σταθμό και παρέδωσε το ιατρικό έντυπο συμπληρωμένο από τον επί καθήκοντι ιατρό ο οποίος διάγνωσε ότι ο ανήλικος δεν παρουσίασε στο σώμα του οποιαδήποτε ευρήματα ξυλοδαρμού.
 Στις 16/12/10, μέλος του Αστυνομικού Σταθμού στον οποίο έγινε η καταγγελία, μετέβηκε στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (ΤΑΕ) όπου συνάντησε τον πατέρα μαζί με το παιδί και τη Λειτουργό των ΥΚΕ για λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης. Ωστόσο αυτή δεν κατέστη δυνατή λόγω του ότι, σύμφωνα με τον πατέρα και τη Λειτουργό των ΥΚΕ, το παιδί δεν ήταν έτοιμο για κατάθεση.
 Στις 17/02/2011 η μητέρα κατηγορήθηκε γραπτώς και εναντίον της σχηματίστηκε ποινικός φάκελος ο οποίος συμπληρώθηκε και στάλθηκε στις 25/2/2011 στον Γενικό Εισαγγελέα για οδηγίες ως προς τον παραπέρα χειρισμό της. Στις 31/32011 ο φάκελος επιστράφηκε με οδηγίες όπως ταξινομηθεί «Ανύπαρκτη».
(ii) Καθόσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο αξιολογήθηκε από τα αρμόδια πρόσωπα της Αστυνομίας σε συνεργασία με τα αρμόδια πρόσωπα των ΥΚΕ να δοθεί η φύλαξη του παιδιού στον πατέρα του στις 17/12/10, η απάντηση του Υπεύθυνου Γραφείου Χειρισμού Θεμάτων Βίας στην Οικογένεια αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«…δεν είναι, ούτε και πρέπει να είναι στην αρμοδιότητα ή στην εξουσία της Αστυνομίας να αξιολογεί και να κρίνει σε ποιον γονέα θα δοθεί το παιδί για φύλαξη… Η Αστυνομία σε τέτοιες περιπτώσεις ενημερώνει ως οι σχετικές οδηγίες, το Γραφείο Ευημερίας και αναμένει από το εν λόγω Γραφείο τη δική του παρέμβαση, αξιολόγηση και άποψη/απόφαση επί του θέματος.»

Δ. Νομικό Πλαίσιο

Η Αρχή της Διασφάλισης του Συμφέροντος του Παιδιού κατοχυρώνεται από το Άρθρο 3 (1) της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, το οποίο καθορίζει ότι, σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν στα παιδιά, είτε αυτές λαμβάνονται από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς κοινωνικής ευημερίας, είτε από τα δικαστήρια, τις διοικητικές αρχές ή από τα νομοθετικά όργανα, πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το συμφέρον του παιδιού.
Σύμφωνα με το Άρθρο 19 (1) της Σύμβασης, τα Συμβαλλόμενα Κράτη οφείλουν να παίρνουν τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να προστατεύσουν το παιδί από κάθε μορφή βίας όσο βρίσκεται υπό τη φύλαξη των γονέων του, ή του ενός εκ των δύο. Η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού έχει τονίσει επανειλημμένα ότι, οποιαδήποτε μορφή σωματικής τιμωρίας, όσο «ελαφριά» και αν θεωρείται, πρέπει να απαγορεύεται˙ η απαγόρευση πρέπει να υποστηρίζεται με ενημέρωση, ευαισθητοποίηση και εκπαίδευση . Επιπρόσθετα, παρόλο που το Άρθρο 5 της Σύμβασης αναγνωρίζει το δικαίωμα των γονιών να παρέχουν στο παιδί τους την κατάλληλη καθοδήγηση και συμβουλές κατά την άσκηση των δικαιωμάτων του, δεν υπάρχει κανένα περιθώριο στο εν λόγω άρθρο που να επιτρέπει τη χρήση σωματικής τιμωρίας στο παιδί από τους γονείς του.
Τα προστατευτικά μέτρα ενάντια σε κάθε μορφή βίας ενάντια στα παιδιά, σύμφωνα με το Άρθρο 19 (2) της Σύμβασης, πρέπει να περιλαμβάνουν επίσης αποτελεσματικές διαδικασίες για την εκπόνηση κοινωνικών προγραμμάτων τα οποία να αποσκοπούν στην παροχή της απαραίτητης υποστήριξης στο παιδί και σε αυτούς οι οποίοι έχουν τη φύλαξή του, για άλλες μορφές πρόληψης καθώς και για την επισήμανση, την αναφορά, την παραπομπή, τη διερεύνηση, την περίθαλψη και την παρακολούθηση περιπτώσεων κακομεταχείρισης παιδιού.
Ο περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμος του 2000 και του 2004 [Νόμος 119(Ι) του 2000 και 212(Ι) του 2004], ορίζει ότι, ο Οικογενειακός Σύμβουλος, ανάμεσα σε άλλα, «προβαίνει άμεσα σε όλες τις απαραίτητες διευθετήσεις για ιατρική ή άλλη εξέταση παιδιού αναφορικά με το οποίο υπάρχει εύλογη υπόνοια κακοποίησης του από μέλος της οικογένειας» [άρθρο 6 (2)(ζ)]. Επιπρόσθετα, «ο Οικογενειακός Σύμβουλος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του δύναται να ζητήσει τη βοήθεια οποιουδήποτε κρατικού λειτουργού, της αστυνομίας και οποιουδήποτε άλλου κατάλληλου προσώπου» [άρθρο 6 (3)].
Η Σύσταση της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης προς τα κράτη μέλη, με θέμα «Δικαιώματα των παιδιών και κοινωνικές υπηρεσίες φιλικές προς τα παιδιά και τις οικογένειες» αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
I. Παιδιά και οικογένειες με σύνθετες και πολλαπλές ανάγκες πρέπει να επωφελούνται από συντονισμένες υπηρεσίες από επαγγελματίες οι οποίοι συνεργάζονται και προέρχονται από διαφορετικούς τομείς, όπως της εκπαίδευσης, υγείας, κοινωνικών υπηρεσιών και δικαιοσύνης. Οι δυνατότητες και αρμοδιότητες της κάθε Υπηρεσίας πρέπει να γίνονται γνωστές και ξεκάθαρες στους δικαιούχους.
II. Διαφορετικά επαγγέλματα και Υπηρεσίες που εργάζονται με ή για τα παιδιά, ειδικά τα παιδιά που βρίσκονται σε κίνδυνο, πρέπει να έχουν κοινό πλαίσιο αξιολόγησης καθώς και διατμηματικά πρωτόκολλα. Κατά την εφαρμογή μιας πολυθεματικής προσέγγισης στο χειρισμό περιπτώσεων, πρέπει να τηρούνται οι επαγγελματικοί κανόνες που διέπουν το θέμα της εμπιστευτικότητας.
III. Οι κοινωνικές Υπηρεσίες πρέπει να διευκολύνουν τη διαθεσιμότητα, φιλικών προς τα παιδιά, πολυτμηματικών και διεπιστημονικών υπηρεσιών για παιδιά θύματα βίας με σκοπό να αποφεύγεται η επανάληψη συνεντεύξεων και η επαναλαμβανόμενη θυματοποίηση τους.
IV. Όλα τα μέλη του προσωπικού που εργάζονται με ή για τα παιδιά, πρέπει να έχουν επαρκή επαγγελματική κατάρτιση όπως επίσης και συνεχιζόμενη εκπαίδευση σε θέματα δικαιωμάτων του παιδιού. Η εκπαίδευση σε Πράξεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, (π.χ. Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού και Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία), πρέπει να διασφαλίζεται με απώτερο στόχο να καθιερωθεί μια κουλτούρα σεβασμού των δικαιωμάτων του παιδιού στις κοινωνικές υπηρεσίες.
V. Όλοι οι επαγγελματίες πρέπει να είναι εκπαιδευμένοι να αναγνωρίζουν σημάδια κακοποίησης ή παραμέλησης που πιθανόν να έχει βιώσει ένα παιδί καθώς επίσης και πώς να χρησιμοποιούν τους μηχανισμούς παραπομπής και αναφοράς τέτοιων περιστατικών.
VI. Οι επαγγελματίες πρέπει να εκπαιδεύονται ώστε, κατά την εργασία τους, να χρησιμοποιούν μεθόδους οι οποίες επιτρέπουν στα παιδιά και στις οικογένειές τους να συμμετέχουν ενεργά στις διαδικασίες που τους αφορούν με τρόπο που να διασφαλίζει το δικαίωμά τους να ακούγεται η άποψή τους και αυτή να λαμβάνεται υπόψη. Επιπρόσθετα, οι επαγγελματίες πρέπει να εκπαιδεύονται ώστε να είναι ικανοί να επικοινωνούν αποτελεσματικά με παιδιά όλων των ηλικιών και όλων των σταδίων ανάπτυξης, καθώς και με παιδιά που βρίσκονται σε ιδιαίτερα ευάλωτες καταστάσεις. Το προσωπικό που δουλεύει άμεσα με παιδιά πρέπει να έχει την ικανότητα να χτίζει και να διατηρεί σχέσεις εμπιστοσύνης με αυτά, οι οποίες βασίζονται στην αμοιβαία εκτίμηση, την εμπιστευτικότητα και τη φιλικότητα.
VII. Η εκπαίδευση των επαγγελματιών πρέπει να περιλαμβάνει επαγγελματική υπευθυνότητα και βελτίωση της διεπιστημονικής συνεργασίας μεταξύ επαγγελματιών από διάφορους τομείς, μέσω της ανταλλαγής εμπειριών και καλών πρακτικών.
VIII. Η επαγγελματική υπευθυνότητα πρέπει να διασφαλίζεται με σαφείς εντολές, ξεκάθαρες επαγγελματικές διαδικασίες και κώδικα ηθικής. Οι επαγγελματίες πρέπει να έχουν αρκετούς πόρους και να επωφελούνται από εξατομικευμένη ή ομαδική επιτήρηση ώστε να ενδυναμώνουν και να αυξάνουν τις ικανότητές τους και να νιώθουν ότι έχουν στήριξη στο έργο τους.
IX. Στο θέμα των δεικτών ποιότητας, του ελέγχου και της αξιολόγησης των παρεχόμενων υπηρεσιών, η Σύσταση ορίζει ότι, πρέπει να εφαρμόζεται ένα αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου και αξιολόγησης, το οποίο περιέχει τα ακόλουθα:
• τακτική εσωτερική αξιολόγηση των κοινωνικών υπηρεσιών η οποία βασίζεται σε αυστηρούς κανόνες και κριτήρια και η οποία χαρακτηρίζεται από διαφάνεια.
• ανεξάρτητη εξωτερική αξιολόγηση, η οποία συμπεριλαμβάνει τη συμμετοχή των παιδιών και των γονιών στη διαδικασία και τα αποτελέσματα της οποίας γίνονται γνωστά στο ευρύ κοινό.
• η κοινωνία των πολιτών και συγκεκριμένα οργανισμοί και θεσμοί που έχουν στόχο την προώθηση και την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού, πρέπει να μπορούν να συμμετέχουν στη διαδικασία ελέγχου της ποιότητας των υπηρεσιών.
Στο κεφάλαιο 4.5 του Εγχειρίδιου Διατμηματικών Διαδικασιών για το Χειρισμό Περιστατικών Βίας στην Οικογένεια, που έχει εκδώσει η Συμβουλευτική Επιτροπή για την Πρόληψη και Αντιμετώπιση της Βίας στην Οικογένεια, γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην ιατρική εξέταση που γίνεται με σκοπό να ληφθεί ιατρική γνώμη για την πιθανή βλάβη αλλά και για την εξασφάλιση πληροφοριών για τη γενική φυσική υγεία και ανάπτυξη του παιδιού και τεκμηρίωση της καταγγελίας.
Σύμφωνα με την παράγραφο 4.5.2 του εν λόγω Εγχειριδίου που αφορά τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας αλλά και την παράγραφο 6.2.1, που αφορά τις Υπηρεσίες Υγείας, η ιατρική εξέταση παιδιού πρέπει να διεξάγεται στο Παιδιατρικό Τμήμα των Νοσοκομείων, από παιδίατρο ο οποίος έχει καθορισθεί ως εξειδικευμένος πάνω στο θέμα αυτό. Ο παιδίατρος αποφασίζει ποιους άλλους ιατρικούς λειτουργούς να καλέσει να συμμετέχουν στην εξέταση. Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 4.5.4 και την παράγραφο 6.2.2, ο παιδίατρος πρέπει να διερευνήσει τη γενική σωματική υγεία του παιδιού και όχι μόνο το συγκεκριμένο σημάδι ή τραυματισμό, κατά πόσον ο τραυματισμός συνάδει με οποιαδήποτε εξήγηση και να δώσει την άποψή του για την ημερομηνία, σοβαρότητα και τον πιθανό τρόπο τραυματισμού.
Το κεφάλαιο 5 του Εγχειριδίου αφορά την Αστυνομία. Η παράγραφος 5.3 (θ) αναφέρει συγκεκριμένα ότι «Εφόσον υπάρχουν αρμόδιες εξειδικευμένες υπηρεσίες που στελεχώνονται από επαγγελματίες και καταρτισμένους στο χώρο ψυχολογικής υποστήριξης, ο αστυνομικός δεν παρεμβαίνει στο έργο τους και δεν υποδύεται το ρόλο του ψυχολόγου, του οικογενειακού συμβούλου, του κοινωνικού λειτουργού ή του μεσολαβητή αλλά παραπέμπει σε αυτούς.»


Ε. Διαπιστώσεις-Συμπεράσματα

Δεδομένων των προνοιών της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, των περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμο του 2000 και του 2004 [Νόμος 119(Ι) του 2000 και 212(Ι) του 2004], της Σύστασης της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης προς τα κράτη μέλη, με θέμα «Δικαιώματα των παιδιών και κοινωνικές υπηρεσίες φιλικές προς τα παιδιά και στις οικογένειες», καθώς και του Εγχειριδίου Διατμηματικών Διαδικασιών για το Χειρισμό Περιστατικών Βίας στην Οικογένεια, φαίνεται ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν τηρήθηκαν οι ενδεδειγμένες διαδικασίες και πρακτικές ώστε να διασφαλιστούν πλήρως τα δικαιώματα του παιδιού.

Καθόσον αφορά τη στήριξη που λαμβάνει η εν λόγω οικογένεια φαίνεται ότι, αυτή γίνεται στα καθορισμένα πλαίσια του κλάδου Οικογένεια και Παιδί. Ωστόσο, κάθε κοινωνικό πρόγραμμα το οποίο αποσκοπεί στην παροχή υποστήριξης στο παιδί, καθώς και σε αυτούς που έχουν τη φύλαξή του, πρέπει να αξιολογείται τακτικά με στόχο να εξακριβώνεται η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών που ακολουθούνται και η ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρονται, ιδιαίτερα όσον αφορά την πρόληψη, την επισήμανση, την αναφορά, την παραπομπή, τη διερεύνηση, την περίθαλψη και την παρακολούθηση περιπτώσεων κακομεταχείρισης παιδιού. Η εξωτερική αξιολόγηση του όλου Προγράμματος για τη Βία στην Οικογένεια, καθώς και της νομοθεσίας που το διέπει, χρειάζεται να ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατό, ώστε να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες για βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών που προσφέρονται, με απώτερο στόχο τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των παιδιών.

Το γεγονός ότι, στις 17/12/10, τελικά το παιδί δόθηκε από την Αστυνομία στον πατέρα του, παρά την εισήγηση του Λειτουργού των ΥΚΕ να δοθεί το παιδί στη μητέρα, υποδεικνύει ότι, το προσωπικό της Αστυνομίας δε γνωρίζει τις διαδικασίες χειρισμού των περιστατικών βίας στην οικογένεια ούτε και έχει ξεκάθαρο το ρόλο του σε αυτά. Ταυτοχρόνως, στη συγκεκριμένη περίπτωση όπου υπήρξε έντονη διαμάχη μεταξύ των γονιών, ενώ ήταν παρόν και το παιδί, η παρουσία του Οικογενειακού Συμβούλου, ως ειδικού επαγγελματία για χειρισμό της κατάστασης, ήταν απαραίτητη ώστε να εξομαλυνθεί η ένταση και να γίνει ο καλύτερος δυνατός χειρισμός.

Όσον αφορά τον τρόπο που έγινε η ιατρική εξέταση του παιδιού φαίνεται ότι υπάρχει σειρά παραβιάσεων των διαδικασιών, όπως αυτές περιγράφονται στο Εγχειρίδιο Διατμηματικών Διαδικασιών Για το Χειρισμό Περιστατικών Βίας στην Οικογένεια, από όλες τις εμπλεκόμενες Υπηρεσίες. Καταρχάς, για την ιατρική εξέταση του παιδιού, η Αστυνομία παρέπεμψε τον πατέρα του παιδιού στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου και όχι στο Παιδιατρικό Τμήμα του Νοσοκομείου, ώστε το παιδί να εξεταστεί από παιδίατρο, ο οποίος έχει καθορισθεί ως εξειδικευμένος πάνω στο θέμα αυτό. Όταν το παιδί εισήλθε στις Πρώτες Βοήθειες, φαίνεται ότι, εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι παθολόγο των Πρώτων Βοηθειών. Όλα τα προαναφερόμενα καταδεικνύουν ότι, οι εμπλεκόμενοι επαγγελματίες (Αστυνομία, ΥΚΕ, Υπηρεσίες Υγείας) δε γνωρίζουν ούτε και εφαρμόζουν επαρκώς όλες τις σχετικές διαδικασίες που καθορίζονται στο Εγχειρίδιο. Καταδεικνύει, επίσης, ότι, οι εμπλεκόμενες Υπηρεσίες καθώς και οι επαγγελματίες τους χρειάζεται να βελτιώσουν τον τρόπο που εργάζονται ΜΑΖΙ.

Η Επίτροπος επιθυμεί να τοποθετηθεί και στο θέμα της οπτικογραφημένης κατάθεσης του παιδιού, η οποία δε λήφθηκε γιατί το παιδί δεν ήταν συνεργάσιμο. Από τις απαντητικές επιστολές που έλαβε η Επίτροπος από την Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και τον Αρχηγό Αστυνομίας, δε φαίνεται ότι, έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια προετοιμασίας του παιδιού για την εν λόγω κατάθεσή του. Νοουμένου ότι, το παιδί τη δεδομένη χρονική περίοδο ήταν τεσσάρων χρονών, η Επίτροπος θεωρεί ότι ήταν καθήκον του Οικογενειακού Συμβούλου να ζητήσει τη βοήθεια παιδοψυχολόγου ή άλλου εξειδικευμένου επαγγελματία ώστε το παιδί να μπορέσει να προετοιμαστεί κατάλληλα και να καταθέσει.


Στ. Συστάσεις / Εισηγήσεις της Επιτρόπου

Ενόψει των πιο πάνω η Επίτροπος προβαίνει στις ακόλουθες συστάσεις και εισηγήσεις:
I. Η εξωτερική αξιολόγηση του όλου Προγράμματος για τη Βία στην Οικογένεια καθώς και της νομοθεσίας που το διέπει πρέπει να ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατό ώστε να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες για βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών που προσφέρονται με απώτερο στόχο τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των παιδιών. Στη διαδικασία αξιολόγησης πρέπει να υπάρχει η συμμετοχή των παιδιών και των γονιών τους καθώς και της κοινωνίας των πολιτών και, συγκεκριμένα, θεσμών και οργανισμών που έχουν στόχο την προώθηση και την προστασία των δικαιωμάτων των παιδιών. Τέτοιου είδους εξωτερική αξιολόγηση πρέπει να γίνεται σε συστηματική βάση.
II. Λόγω του ότι, στις περιπτώσεις πρόληψης και αντιμετώπισης της βίας ενάντια στα παιδιά εμπλέκονται διάφοροι επαγγελματίες και Υπηρεσίες, πρέπει να υπάρχει ένα κοινό πλαίσιο αξιολόγησης των παρεχόμενων υπηρεσιών. Περαιτέρω, η επαγγελματική υπευθυνότητα πρέπει να διασφαλίζεται με σαφείς εντολές, ξεκάθαρες επαγγελματικές διαδικασίες και κώδικα ηθικής.
III. Στις περιπτώσεις διερεύνησης υποθέσεων που αφορούν την άσκηση βίας ενάντια σε παιδί, εφόσον ο Οικογενειακός Σύμβουλος έχει την ευχέρεια να ζητήσει τη βοήθεια οποιουδήποτε άλλου ειδικού ή να προβεί σε διευθετήσεις για οποιαδήποτε άλλη εξέταση, γίνεται εισήγηση όπως, ζητείται η βοήθεια παιδοψυχολόγου ή παιδοψυχίατρου όχι μόνο για τη διερεύνηση της υπόθεσης αλλά και για την προετοιμασία του παιδιού για οπτικογραφημένη κατάθεση καθώς και για τη μετέπειτα στήριξη του, εάν χρειαστεί.
IV. Όλοι οι επαγγελματίες που χειρίζονται περιστατικά βίας πρέπει να γνωρίζουν και να εφαρμόζουν επαρκώς τις πρόνοιες του Περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου του 2000 και 2004, αλλά και όλες τις σχετικές διαδικασίες που καθορίζονται στο Εγχειρίδιο Πρόληψης και Αντιμετώπισης της Βίας στην Οικογένεια.
V. Όλες οι εμπλεκόμενες Υπηρεσίες και επαγγελματίες χρειάζεται να βελτιώσουν τον τρόπο που εργάζονται ΜΑΖΙ. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει αποτελεσματικός συντονισμός των υπηρεσιών που προσφέρονται στο παιδί, υπάρχει κίνδυνος για παραβίαση των δικαιωμάτων του σε πολλά επίπεδα. Ενόψει τούτου, γίνεται εισήγηση όπως, η ενδουπηρεσιακή εκπαίδευση των εμπλεκόμενων επαγγελματιών σε θέματα πρόληψης και αντιμετώπισης της βίας, περιλαμβάνει βελτίωση της διεπιστημονικής συνεργασίας μεταξύ τους μέσω της συζήτησης των εμπειριών τους και της ανταλλαγής καλών πρακτικών.
VI. Όλοι οι εμπλεκόμενοι επαγγελματίες πρέπει να είναι ευαισθητοποιημένοι σε θέματα δικαιωμάτων του παιδιού. Τα μικρότερα σε ηλικία παιδιά, είναι συχνά θύματα παραμέλησης, κακομεταχείρισης και κακοποίησης συμπεριλαμβανομένης και της άσκησης σωματικής και ψυχολογικής βίας και λόγω της ηλικίας τους αδυνατούν να αποφύγουν ή να αντισταθούν ή να κατανοήσουν τι συμβαίνει, πόσο μάλλον να ζητήσουν προστασία. Υπάρχουν αδιαμφισβήτητες αποδείξεις ότι, η παραμέληση και η κακοποίηση έχουν αρνητικές συνέπειες στην ανάπτυξη των παιδιών . Ενόψει τούτου, ο κάθε επαγγελματίας πρέπει να έχει πλήρη συνείδηση της ευθύνης του απέναντι στο παιδί και κάθε απόφασή του να έχει ως αρχή τη διασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού πάνω από οτιδήποτε άλλο. Βάση τούτου, γίνεται εισήγηση όπως, όλα τα μέλη του προσωπικού που εργάζονται με ή για τα παιδιά, έχουν επαρκή επαγγελματική κατάρτιση, όπως, επίσης, και συνεχιζόμενη εκπαίδευση σε θέματα δικαιωμάτων του παιδιού. Η εκπαίδευση σε Πράξεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων πρέπει να διασφαλιστεί με απώτερο στόχο να καθιερωθεί μια κουλτούρα σεβασμού των δικαιωμάτων του παιδιού.
Στη βάση όσων έχουν αναλυθεί πιο πάνω, η Επίτροπος καλεί όλες τις εμπλεκόμενες αρχές όπως προβούν στις απαραίτητες ενέργειες ώστε, ο χειρισμός πολύπλοκων υποθέσεων που αφορούν παιδιά, οι οποίες χρήζουν σφαιρικής διυπηρεσιακής αντιμετώπισης από διάφορες Υπηρεσίες, η καθεμιά στα πλαίσια των δικών της αρμοδιοτήτων, να γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα των παιδιών.
Για το λόγο αυτό, η παρούσα Θέση διαβιβάζεται στην Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, τον Υπουργό Υγείας, τον Αρχηγό Αστυνομίας, τη Διευθύντρια των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, το Διευθυντή των Παιδιατρικών Υπηρεσιών, το Διευθυντή Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας και τη Βοηθό Διευθύντρια Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων.








Κατεβάστε το αρχείο Word ΘΕΣΗ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ.docx


Πίσω στην προηγούμενη σελίδα





Back To Top